Σε μια αμερικανική κωμόπολη του Νότου, τρία παιδιά μεγαλώνουν παίζοντας παρέα, μέχρι το σημείο που ο ένας τους απάγεται από βιαστές, και ενώ δραπετεύει, παρά τα φαινόμενα, τίποτα δεν είναι πλέον ίδιο. Μετά από αρκετά χρόνια στην ίδια κωμόπολη, η κόρη του ενός, του Τζίμι, βρίσκεται δολοφονημένη, και την υπόθεση θα αναλάβουν δύο άντρες από την αστυνομία της πολιτείας. Ανάμεσα τους ο Σον (ο δεύτερος της παρέας), που εγκατέλειψε χρόνια την πόλη για να καταταχτεί στο σώμα. Ο τρίτος, ο Ντέιβ (το θύμα του βιασμού), έχει εξελιχτεί σε υποδειγματικό οικογενειάρχη, αλλά κάποια στοιχεία τον φέρνουν από νωρίς ως ύποπτο για το στυγερό έγκλημα.

Σκηνοθεσία:

Clint Eastwood

Κύριοι Ρόλοι:

Sean Penn … James ‘Jimmy’ Markum

Tim Robbins … Dave Boyle

Kevin Bacon … ντετέκτιβ Sean Devine

Laurence Fishburne … ντετέκτιβ Whitey Powers

Marcia Gay Harden … Celeste Samarco Boyle

Laura Linney … Annabeth Markum

Tom Guiry … Brendan Harris

Spencer Treat Clark … ‘Silent Ray’ Harris, Jr.

Emmy Rossum … Katie Markum

Eli Wallach … Κος Loonie

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Brian Helgeland

Παραγωγή: Clint Eastwood, Judie Hoyt, Robert Lorenz

Μουσική: Clint Eastwood

Φωτογραφία: Tom Stern

Μοντάζ: Joel Cox

Σκηνικά: Henry Bumstead

Κοστούμια: Deborah Hopper

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Mystic River

Ελληνικός Τίτλος: Σκοτεινό Ποτάμι

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Mystic River του Dennis Lehane.

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ πρώτου αντρικού ρόλου (Sean Penn) και δεύτερου αντρικού ρόλου (Tim Robbins). Υποψήφιο για καλύτερη ταινία σκηνοθεσία, δεύτερο γυναικείο ρόλο (Marcia Gay Harden) και αυθεντικό σενάριο.
  • Χρυσή Σφαίρα πρώτου αντρικού ρόλου (Sean Penn) σε δράμα, και δεύτερου αντρικού ρόλου (Tim Robbins). Υποψήφιο για καλύτερη ταινία σκηνοθεσία και σενάριο.
  • Υποψήφιο για Bafta πρώτου αντρικού ρόλου (Sean Penn), δεύτερου αντρικού ρόλου (Tim Robbins), δεύτερου γυναικείου ρόλου (Laura Linney) και σεναρίου.
  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Κανών.

Παραλειπόμενα

  • Ο σκηνοθέτης δήλωσε πως οι τρεις πρωταγωνιστές ήταν και οι αρχικές του επιλογές. Παρόλα αυτά, ήταν ο Michael Keaton που πήρε αρχικά τον ρόλο του Σον, κι ενώ προετοιμάζονταν για τα γυρίσματα, έμπλεξε σε μεγάλο καβγά με τον Eastwood, και έφυγε.
  • Γυρίστηκε μέσα σε 39 ημέρες, με προϋπολογισμό 30 εκατομμύρια δολάρια. Από τα ταμεία έβγαλε 156.8.
  • Ο Forest Whitaker ήταν η πρώτη επιλογή για Γουάιτι, αλλά δεν συμφωνούσε το πρόγραμμα του.
  • Ο πρώην διευθυντής του φεστιβάλ των Κανών, Thierry Fremaux, συνήθιζε να λέει ότι εάν του έμεινε κάποια κακή στιγμή από τη θητεία του, ήταν που αυτή η ταινία δεν απέσπασε κανένα βραβείο.
  • Ο παλιός συμπρωταγωνιστής του σκηνοθέτη στο Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος, ο Eli Wallach, υποστήριξε ότι γύρισε τη σκηνή του σε μία λήψη, και δίχως καμία υπόδειξη από τον Eastwood, αφού του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Πρώτη ταινία που το όνομα του Eastwood αναγράφεται ως συνθέτης.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 18/7/2019

Ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα (Ντένις Λιχέιν) σε μία εξίσου καλή μεταφορά (Μπάιαν Χέλγκελαντ), από έναν σκηνοθέτη που ενώ έχει υπηρετήσει στο παρελθόν την αστυνομική περιπέτεια, γερνώντας (σαν σκηνοθέτης πλέον) διακρίνεται για τη σοβαρότητα με την οποία χειρίζεται τα θέματα του, αποστερώντας από την αστυνομική ιστορία την περιττή δράση που παλιότερα τον διέκρινε.

Ο τόπος δράσης δεν είναι τυχαίος (αμερικανικός Νότος), και το ψυχόδραμα αναπτύσσεται με τους εκεί κοινωνικούς όρους, όπου η αστυνομία δεν έχει άμεση δικαιοδοσία, αφού οι ντόπιοι εμπιστεύονται πρώτα την αυτοδικία και τους εσωτερικούς τους κανόνες. Όλο αυτό το πεδίο θυμίζει πολλά από αυτό της αρχαιοελληνικής τραγωδίας, και ο Ίστγουντ δεν το κρύβει σε κανένα σημείο της ταινίας. Οι ήρωες είναι δέσμιοι ενοχών, μπλοκαρισμένων συνειδήσεων, οι αδελφικές σχέσεις προσφέρονται για θανάσιμες ειρωνείες της μοίρας, τα γεγονότα δεν συμβαίνουν από τη μία στιγμή στην άλλη, αλλά χτίζονται λιθάρι-λιθάρι από το πρώτο κιόλας «στραβό» της ζωής των ηρώων.

Ο ρυθμός της ταινίας, βοηθούμενος από τη διακριτικά μουντή και γαλάζια φωτογραφία του Τομ Στερν, είναι ελεγειακός, αλλά δεν κουράζει σε κανένα σημείο. Είναι άλλωστε καθαρά αμερικανικός, μακριά από τον ευρωπαϊκού τύπου σινεφιλισμό που προδιαθέτει μια λέξη όπως το «ελεγεία». Αντί αυτού, σε αφήνει να «απολαύσεις» τις εξελίξεις (και να δουλέψεις τον εσωτερικό σου διάλογο), χωρίς να σου επιβάλει κάποια δική του φόρμα ή ψυχολογικό εκβιασμό μέσω των χαρακτήρων, θέτοντας και το μυστήριο σε παράλληλη βάση, ώστε να μην επιβληθεί απόλυτα στο δράμα. Αυτή η τακτική, του να σ’ αφήσει θεατή-ένορκο και όχι συμμέτοχο-συνένοχο, είναι που κάνει τη δημιουργία τόσο ορθή, που δεν ξεχνιέται μετά τη θέαση της. Μαζί, σε αφήνει να απολαύσεις ερμηνείες, με τους ρόλους να έρχονται σε συνεχή τριβή αλλά κι αρμονική συνύπαρξη, και τους χαρακτήρες να γίνονται πιόνια της μοίρας που έχουν προδιαγράψει, προς ένα ολικό τους «ξεζούμισμα» κατά το φινάλε.

Ο Ίστγουντ περιπλέκει το ύφος του Μπερντ (1988) και των Ασυγχώρητων του 1992 (όντας οι δύο ως τότε πιο ολοκληρωμένες του σκηνοθετικές δουλειές), παίρνοντας το στυλ του πρώτου και τη ροή του δεύτερου, και πετυχαίνει στον τομέα του μυστηρίου όλα όσα απέτυχε να δώσει με το Μεσάνυχτα στον Κήπο του Καλού και του Κακού (1997). Φυσικά και τον βοηθάει και το έτοιμο κείμενο, αλλά τον αισθάνεσαι τον δημιουργό ολούθε, κυριότερα δε στον έλεγχο του υλικού. Μια γερή αμερικανική ταινία που εύκολα μπορεί να γοητεύσει έναν ακαδημαϊκό των Όσκαρ, έναν αυστηρό κριτικό, αλλά κι έναν απλό θεατή που θέλει απλά κάτι καλό για το βράδυ του.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

15 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.