Η Χριστίνα, μια νεαρή μοναχή, φεύγει κρυφά από το απομονωμένο μοναστήρι της για να φροντίσει ένα επείγον προσωπικό της ζήτημα . Η αινιγματική περιπλάνηση της νεαρής καλόγριας όμως δεν αποδίδει καρπούς, μια και δεν βρίσκει τον άνθρωπο που ψάχνει . Καθώς επιστρέφει άπρακτη στο μοναστήρι, η μοίρα τής επιφυλάσσει μια απροσδόκητη εξέλιξη. Ένας αστυνομικός επιθεωρητής ερευνά την τύχη της Χριστίνας, ακολουθώντας τα ίχνη της διαδρομής της σε ολόκληρη την πόλη . Ο αποφασισμένος αστυνομικός θα ανακαλύψει θαυμαστά πράγματα … κυριολεκτικά.

Σκηνοθεσία:

Bogdan George Apetri

Κύριοι Ρόλοι:

Ioana Bugarin … Cristina Tofan

Emanuel Parvu … επιθεωρητής Marius Preda

Cezar Antal … Batin

Ovidiu Crisan … πράκτορας Misu Macarie

Valeriu Andriuta … Albu

Valentin Popescu … Δρ Ivan

Marian Ralea … Δρ Mihaescu

Catalina Moga … αδελφή Sofia

Ana Ularu … Δρ Natalia Marcu

Mircea Postelnicu … Radu Amzea

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Bogdan George Apetri

Παραγωγή: Bogdan George Apetri, Oana Iancu

Φωτογραφία: Oleg Mutu

Μοντάζ: Bogdan George Apetri

Σκηνικά: Mihaela Poenaru

Κοστούμια: Liene Dobraja

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Miracol
  • Ελληνικός Τίτλος: Το Θαύμα
  • Διεθνής Τίτλος: Miracle

Κύριες Διακρίσεις

  • Πρώτο βραβείο διεθνούς τμήματος του φεστιβάλ Βαρσοβίας.

Παραλειπόμενα

  • Η ταινία διαρκεί σχεδόν 2 ώρες, αλλά συντίθεται από μόλις 42 πλάνα. Μεταξύ αυτών υπάρχει ένα 16λεπτο μονόπλανο προς το φινάλε.
  • Ο δημιουργός τοποθετεί το φιλμ ως δεύτερο μιας ανεπίσημης τριλογίας με επίκεντρο μια μικρή πόλη της βόρειας Ρουμανίας, στην οποία και γεννήθηκε. Η αρχή έγινε με το Neidentificat (Αγνώστων Στοιχείων), το οποίο γυρίστηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το εν λόγω.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 25/5/2022

Καταλαβαίνει κανείς ότι το σινεμά μιας χώρας σε μια δεδομένη χρονική στιγμή είναι πραγματικά σπουδαίο όταν καταφέρνει να παράγει όχι μόνο αξιόλογες, αλλά και διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες. Το «Θαύμα» πατάει από τη μία πλευρά πάνω στη λογική του αποκαλούμενου Ρουμάνικου Νέου Κύματος, με χαρακτηριστικούς κοινωνικοπολιτικούς προβληματισμούς για τη συγκεκριμένη σχολή, μαζί με άλλα εξίσου τυπικά γνωρίσματά της (πολύ πικρό κι έμμεσο χιούμορ, μακράς διάρκειας μονοπλάνα). Από την άλλη όμως, ο Bodgan George Apetri παραείναι φιλόδοξος και ταλαντούχος για να αρκεστεί απλά στο να μιμείται συμπατριώτες του όπως ο Cristian Mungiu και ο Cristi Puiu, βάζοντας μια πολύ προσωπική σφραγίδα στην πλοκή που εξυφαίνει, αγγίζοντας μέχρι και την υπέρβαση στο ιδιαίτερα αξιομνημόνευτο φινάλε της.

Είναι αλήθεια πως επικρατεί συχνά μια αίσθηση επανάληψης που κουράζει σε κάποια σημεία, με μεγάλο μέρος του κινηματογραφικού χρόνου να αναλώνεται σε συνομιλίες εντός αυτοκινήτων. Είναι εσκεμμένη όμως αυτή η κίνηση του Apetri, που θέλει να συνθέσει μεθοδικά την εικόνα που έχει στο μυαλό του γύρω από την κατάσταση της χώρας του (η οποία, λαμβάνοντας υπόψιν και άλλες πηγές, σίγουρα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα) και να κλιμακώσει σταδιακά το σασπένς, το οποίο φτάνει σε πολύ υψηλές εντάσεις στην κλιμάκωση του φιλμ. Οι προθέσεις του γίνονται εντελώς ξεκάθαρες στον θεατή όταν πέφτουν και οι τίτλοι τέλους, όπου ολοκληρώνεται η τελική εικόνα ως μια αλληγορία επάνω στην ανάγκη της κοινωνίας της συγκεκριμένης χώρας να «κοιταχτεί στον καθρέφτη» και να αλλάξει.

Το σύνολο χωρίζεται σε δύο μέρη, με το πρώτο να είναι πολύ περισσότερο κοινωνιοκεντρικό κι επίτηδες κάπως αντικινηματογραφικό προκειμένου να αναπτυχθούν με τον δέοντα τρόπο οι εκάστοτε προβληματικές. Στο δεύτερο μισό υιοθετείται μια δομή αστυνομικού θρίλερ, χωρίς μυστήριο όμως, προτάσσοντας κυρίως πολύ ευαίσθητα ηθικά διλήμματα με κύριο όχημα τον χαρακτήρα του ερευνητή, ο οποίος απέχει από το πρότυπο του άμεμπτου ήρωα που έχει επικρατήσει στο εν λόγω είδος εντός περισσότερο mainstream πλαισίων. Είναι ένας πρωταγωνιστής νουαρικών αποχρώσεων, που διέπεται από σκληρότητα κι εμμονικότητα, η οποία έρχεται σ’ έντονη αντίθεση με την αθωότητα της κοπέλας που απασχολεί κυρίως το πρώτο μισό της ταινίας. Τα δύο πρόσωπα φαντάζουν σαν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, των ανθρώπων αυτών που δεν έχουν αλλοιωθεί αξιακά σε ανεπανόρθωτο βαθμό από τις παθογένειες που επικρατούν στη Ρουμανία σύμφωνα με το σενάριο, με τη μία πλευρά να είναι το θύμα του σαδισμού, του σεξισμού και της διαφθοράς που έχουν επικρατήσει σε επίπεδο νοοτροπίας και συμπεριφορών, και την άλλη να θέλει να αλλάξει το κυρίαρχο καθεστώς, αλλά να μη βρίσκει συμμάχους σε μια ενδεχόμενη προσπάθεια για κάτι τέτοιο…

Χρειάζεται και μια διευκρίνιση για το πώς αξιοποιείται το θρησκευτικό στοιχείο εντός του μύθου. Όσοι ειδικά είναι οπαδοί του ρασιοναλισμού ίσως απορήσουν με τη στροφή που επιχειρείται λίγο πριν το κλείσιμο. Η πινελιά όμως αυτή λειτουργεί μεταφορικά συνεισφέροντας στην προαναφερθείσα ανάδειξη του όλου εγχειρήματος σε αλληγορία. Όσα συμβαίνουν επί της οθόνης τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή περισσότερο αντικατοπτρίζουν τις επιθυμίες του Apetri για μια ευρύτατη κοινωνική λύτρωση παρά μια αυστηρώς εννοούμενη θεοσέβεια. Και είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσα η παρατήρηση πως οι ήρωες που με άνεση έχουν καταλήξει σε αρνητικά συμπεράσματα γύρω από τη θρησκεία, στην πραγματικότητα κουβαλούν κι εκείνοι τους δικούς τους δογματισμούς.

Πάνω στο δίπολο πνευματικότητας και ορθολογισμού στηρίζεται το κείμενο, το οποίο καθρεφτίζεται ερμηνευτικά στο ντουέτο των Ioana Bugarin κι Emanuel Parvu που ενσαρκώνουν έξοχα την κεντρική νοηματική. Η πρώτη ακολουθεί μια γραμμή λιτότητας απόλυτα εναρμονισμένης με τον ρόλο της, η οποία αποκτά και μια επιπρόσθετη, πολύ σημαντική διάσταση στον δρόμο προς τον επίλογο. Ο δεύτερος είναι κάτι σαν το γήινο αντίβαρο στη φευγαλέα σχεδόν υπόσταση της Bugarin, δίνοντας έμφαση με ιδιαίτερα δυναμικό κι ενίοτε αρκετά σκοτεινό τρόπο στην εσωτερική διαμάχη του ανάμεσα στον επαγγελματισμό και την έντονη επιθυμία για εκδίκηση. Αμφότεροι μεταδίδουν με εντυπωσιακή αποτελεσματικότητα τις ιδέες του σεναρίου.

Συμπερασματικά, το «Θαύμα» είναι ιδιαίτερο, παίζει συχνά με τις προσδοκίες του θεατή, κάθε του γνώρισμα όμως έχει έναν μεγαλύτερο σκοπό. Η βραδυφλεγής φύση του και οι εκτεταμένοι του διάλογοί ίσως κάνουν μια μερίδα του κοινού να «κλοτσήσει», ειδικά αν περιμένει μια πιο παραδοσιακή στη δομή της αστυνομική ιστορία, αλλά η ανταμοιβή είναι αρκετά πλούσια για όποιον κάτσει να επεξεργαστεί τα μηνύματα που περιέχονται. Είναι ακόμη μια απόδειξη του πολύ ισχυρού ποιοτικού brand-name που έχει καταφέρει να καθιερώσει από το ξεκίνημα της χιλιετίας η Ρουμανία στην κινηματογραφική της παραγωγή.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

8 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.