Επαρχία Τζιούνγκ-τζι, Νότια Κορέα, 1986. Ένα κορίτσι βρίσκεται βιασμένο και δολοφονημένο. Δύο μήνες αργότερα, ξεκινά μια σειρά από βιασμούς και φόνους κάτω από παρόμοιες συνθήκες. Και σε μια χώρα που κάτι τέτοιο δεν έχει ξανασυμβεί, οι ψίθυροι για ένα κατά συρροή δολοφόνο όλο και δυναμώνουν. Μια ειδική ομάδα συστήνεται στην περιοχή, με επικεφαλής τον τοπικό ντετέκτιβ Παρκ Ντου-μαν, και τον Σέο Τάε-γιουν, ντετέκτιβ από τη Σεούλ που έχει ζητήσει να ασχοληθεί με την υπόθεση. Ωστόσο, το μυστήριο των φόνων δεν λέει να λυθεί, και οι αστυνόμοι ολοένα και απελπίζονται.

Σκηνοθεσία:

Bong Joon Ho

Κύριοι Ρόλοι:

Kang-ho Song … ντετέκτιβ Park Doo-man

Sang-kyung Kim … ντετέκτιβ Seo Tae-yoon

Roe-ha Kim … ντετέκτιβ Cho Yong-koo

Jae-ho Song … υπαστυνόμος Shin Dong-chul

Hee-Bong Byun … υπαστυνόμος Koo Hee-bong

Seo-hie Ko … αστυνομικός Kwon Kwi-ok

Hae-il Park … Park Hyeon-gyu

Mi-seon Jeon … Kwok Seol-yung

Young-hwa Seo … Eon Deok-nyeo

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Bong Joon Ho, Sung-bo Shim

Παραγωγή: Seoung-Jae Cha, Moo-Ryoung Kim, Jong-yun No

Μουσική: Taro Iwashiro

Φωτογραφία: Hyung Koo Kim

Μοντάζ: Sun-min Kim

Σκηνικά: Seong-hie Ryu

Κοστούμια: Yu-sun Kim

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Τηλεόραση.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Salinui Chueok

Ελληνικός Τίτλος: Μνήμες Φόνων

Διεθνής Τίτλος: Memories of Murder

Εναλλακτικός Τίτλος: Μνήμες Εγκλήματος [φεστιβάλ]

Σεναριακή Πηγή

  • Θεατρικό: Memories of Murder του Kwang-rim Kim.

Κύριες Διακρίσεις

  • Δεύτερο βραβείο καλύτερης ταινίας, νέου σκηνοθέτη και FIPRESCI στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπάστιαν.
  • Βραβείο ασιατικής ταινίας στο φεστιβάλ του Τόκιο.
  • Βραβείο σεναρίου στο φεστιβάλ του Τορίνο.
  • Καλύτερη ταινία και πέντε ακόμα βραβεία στα εθνικά βραβεία της Νότιας Κορέας.

Παραλειπόμενα

  • Η δεύτερη ταινία του Bong Joon Ho θεωρείται από πολλούς ως μία από τις καλύτερες του κορεατικού σινεμά.
  • Η ταινία είναι βασισμένη σε αληθινή ιστορία (1986-1991), που ήταν η πρώτη υπόθεση κατά συρροή δολοφόνου στην Κορέα. Παρόλα αυτά, επειδή ως βάση είχε το θεατρικό του 1996 από τον Kwang-rim Kim, αποκλείει από τα γεγονότα σε αρκετά σημεία. Βασική επίσης επιρροή ήταν το κόμικ From Hell του Alan Moore, που έγινε ταινία ως Επισκέπτης από την Κόλαση (2001).
  • Η ίδια περίπτωση αποτέλεσε και το θέμα της γνωστής τηλεοπτικής σειράς Signal (Sigeuneol) του 2016.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 5/6/2020

Είναι πάντα κάτι το άξιο θαυμασμού σκηνοθέτες να φτάνουν νωρίς σε μια ωριμότητα. O Bong Joon-ho αποτελεί μια τέτοια περίπτωση, επιδεικνύοντας με τη μόλις δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του μια αυτοπεποίθηση στην αφήγηση και το ύφος, που κανείς θα περίμενε από κάποιον περισσότερο «περπατημένο» κινηματογραφιστή. Και το σημαντικό που πρέπει να ειπωθεί εδώ είναι πως πρόκειται για σινεμά που αναζητά μεγάλο κοινό (καθόλου τυχαία η σαρωτική εμπορική επιτυχία του φιλμ στη χώρα παραγωγής του).

Οι «Μνήμες Φόνων» διέπονται από γνωρίσματα ποιοτικού σινεμά για τις μάζες: θριλερικοί μηχανισμοί που πηγάζουν από τις διδαχές των μαστόρων του είδους, ιδιοσυγκρασιακό μαύρο χιούμορ επικεντρωμένο στη νοοτροπία της επαρχίας (θυμίζοντας ελαφρώς και το πώς ο Lynch έχει απεικονίσει την αμερικάνικη επαρχία διαχρονικά), έντονες κορυφώσεις με συγκινησιακό πρόσημο που παραπέμπουν στη φιλμογραφία του John Woo στο Χονγκ Κονγκ. Παράλληλα χτίζεται ένα υπόγειο, λεπτεπίλεπτο σχόλιο επάνω στην πολιτική κατάσταση της Νοτίου Κορέας (εν προκειμένω, μια άκρως αυταρχική κυβέρνηση που ανήλθε στα πράγματα ύστερα από στρατιωτικό πραξικόπημα) κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου εντός της οποίας εκτυλίσσεται η πλοκή, το οποίο επεκτείνεται τόσο σε συλλογικό (οι εξωτερικές συνθήκες) όσο και σε εξατομικευμένο επίπεδο (οι εσωτερικές σταθερές και μεταβολές του κάθε χαρακτήρα), προσδίδοντας ένα επιπρόσθετο βάθος στην αναλυτική ματιά του σκηνοθέτη και σεναριογράφου.

Παρότι στην καρδιά του το φιλμ είναι «λαϊκό» με την ευρεία έννοια του όρου, αυτό το γεγονός δεν συνεπάγεται και λαϊκίστικες δημιουργικές επιλογές. Το σύνολο των ηρώων κινείται στην πλειοψηφία του σε σκοτεινά μονοπάτια από ηθικής άποψης, κατεβαίνοντας σταδιακά όλο και περισσότερο σε ένα εφιαλτικό σπιράλ εμμονών που είναι αρκετά συγγενές με το ανάλογο του μεταγενέστερου «Zodiac» του David Fincher. Η προσκόλληση του Bong Joon-ho στο διαδικαστικό κομμάτι των ερευνών αντί μιας προσέγγισης που θα εστίαζε περισσότερο στην τυπική δράση ενός αστυνομικού θρίλερ επίσης είναι μια απόφαση που φαινομενικά «διώχνει» έναν θεατή που ενδιαφέρεται περισσότερο για το ψυχαγωγικό στοιχείο, ωστόσο ο τρόπος με τον οποίο ενσωματώνεται αυτό το στοιχείο στο σύνολο ενέχει τόσο μια άψογη αίσθηση ρυθμού, που το καθιστά τελικά εύπεπτο, όσο και μια παράλληλη εμβάθυνση σε κοινωνικού και ψυχολογικού χαρακτήρα παρατηρήσεις που εμπλουτίζουν την αναλυτική ματιά του σεναρίου. Ο δε τρόπος με τον οποίο το σενάριο παίζει με τις προσδοκίες του θεατή παράγοντας σασπένς, ενθουσιασμό και συναισθηματική καταρράκωση είναι αριστοτεχνικός, δείχνει έναν δημιουργό που διαθέτει σε υψηλό βαθμό την ικανότητα να κάνει το κοινό να «τρέχει» πίσω από τον ίδιο, και όχι το ανάποδο, κάτι που θα φαινόταν χρόνια μετά ακόμη πιο έντονα στα «Παράσιτα». Τέλος, υπάρχει και η βαθιά μελαγχολική και πεσιμιστική κατακλείδα, η οποία πιθανότατα δεν θα εντοπιζόταν καν ως σύλληψη σε ένα φιλμ μονάχα εμπορικού χαρακτήρα. Το ανεπούλωτο τραύμα της υπόθεσης που βρίσκεται στο επίκεντρο της δραματουργίας, όπως σκιαγραφείται, είναι σε ευθεία αναλογία με το αντίστοιχο του διχασμού της κορεατικής χερσονήσου, μιας και υποδηλώνεται πως η βία των σχετικών συλλογικών αναμνήσεων αντικατοπτρίζεται τόσο στα προς διαλεύκανση εγκλήματα όσο και στον τρόπο δράσης των χαρακτήρων.

Οι οπτικές συνθέσεις του Hyung-ku Kim στη φωτογραφία διαθέτουν μεγάλη ποικιλομορφία, πότε εκπέμποντας κλειστοφοβία και μαυρίλα με αυστηρά και ασφυκτικά κοντινά πλάνα, πότε δημιουργώντας μια αντίθεση μεταξύ της σκοτεινής θεματολογίας και φωτεινών εικόνων με ανοιχτό ορίζοντα. Ίσως η μόνη σημαντική αδυναμία του συνόλου βρίσκεται στο ότι προκειμένου να αποτυπώσει περισσότερο την ευρύτερη εικόνα, ο Bong Joon-ho αναγκαστικά μοιράζει τον χρόνο που του απομένει για εσωτερική ενδοσκόπηση στους ήρωες, αποτυπώνοντας μεν με αληθοφάνεια συγκεκριμένες συνθήκες για τους ίδιους, όχι όμως με το βάθος ενός διεξοδικού ψυχογραφήματος. Όμως η συγκεκριμένη ένσταση δεν έχει ιδιαίτερα μεγάλη βαρύτητα, σε ένα τελικό αποτέλεσμα που κατά τα άλλα διακρίνεται από υψηλή νοημοσύνη στο πώς εξάγει συμπεράσματα για ένα πολύ συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο και για την ανθρώπινη φύση εν γένει από μια καθορισμένη αφετηρία, και που κατορθώνει να συνδυάσει τις χάρες ενός σινεμά ειδών με μια πιο εκλεπτυσμένη ματιά.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.