Καλοκαίρι, 1994. Ένας νεαρός σεναριογράφος, ο Αμίν, μετά από έναν χρόνο διαμονής του στο Παρίσι, επιστρέφει στη γενέτειρά του, μια παραλιακή πόλη της Γαλλίας, για να δει συγγενείς και φίλους. Εκεί παρέα με τον ξάδερφό του, τον Τόνι, και την παιδική του φίλη Οφελί, ο Αμίν περνάει τον χρόνο του μεταξύ του τυνησιακού εστιατορίου των γονιών του, των διαφόρων μπαρ και βέβαια της παραλίας. Κι ενώ ο Αμίν αρχικά μένει παρατηρητής της νεανικής, καλοκαιρινής ανεμελιάς, όταν έρχεται η ώρα να ερωτευτεί, μονάχα το πεπρωμένο μπορεί να καθορίσει την πορεία της ζωής του, καθώς οι πειρασμοί είναι πολλοί…

Σκηνοθεσία:

Abdellatif Kechiche

Κύριοι Ρόλοι:

Shain Boumedine … Amin

Ophelie Bau … Ophelie

Salim Kechiouche … Tony

Lou Luttiau … Celine

Alexia Chardard … Charlotte

Hafsia Herzi … Camelia

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Abdellatif Kechiche, Ghalia Lacroix

Παραγωγή: Abdellatif Kechiche, Ardavan Safaee, Jerome Seydoux

Φωτογραφία: Marco Graziaplena

Μοντάζ: Nathanaelle Gerbeaux, Maria Gimenez Cavallo

Σκηνικά: Ann Chakraverty

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Mektoub, My Love: Canto Uno

Ελληνικός Τίτλος: Mektoub: Αγάπη μου

Διεθνής Εναλλακτικός Τίτλος: Destiny, My Love: First Song

Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Ο Κύβος Ερρίφθη [φεστιβάλ]

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Mektoub My Love: Intermezzo (2019)

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: La Blessure, la Vraie του Francois Begaudeau.

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για υποσχόμενη ηθοποιό (Ophelie Bau) στα Cesar.
  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας.

Παραλειπόμενα

  • Πρώτο μέρος της τριλογίας Mektoub is Mektoub, που βασίζεται ελεύθερα με τη σειρά της σε συγγραφική τριλογία του Francois Begaudeau.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Δημήτρης Κωνσταντίνου-Hautecoeur

Έκδοση Κειμένου: 30/3/2019

Αν κάτι είναι σαφές από τη μέχρι τώρα φιλμογραφία του Abdellatif Kechiche, με αποκορύφωμα την αριστουργηματική «Ζωή της Αντέλ», είναι πως ο γαλλο-τυνήσιος δημιουργός αποτελεί έναν δεξιοτέχνη του νατουραλισμού, έναν μοναδικό παρατηρητή της καθημερινότητας και εξαιρετικό σκηνοθέτη ηθοποιών. Με τα γυρίσματα της κάθε σκηνής του να διαρκούν για μέρες και τους ηθοποιούς να επιδίδονται σε ατέλειωτες επαναλήψεις μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, ο Kechiche έχει έναν δικό του τρόπο δουλειάς, που, αν κριθεί από το τελικό προϊόν, προσφέρει μια ξεχωριστή προσέγγιση πάνω στον φιλμικό ρεαλισμό και την ευρύτερη κινηματογραφική φόρμα. Το νέο του φιλμ, φιλόδοξο ξεκίνημα μιας σειράς ταινιών-έργου ζωής (το δεύτερο κεφάλαιο «Mektoub My Love: Intermezzo» είναι ήδη σχεδόν έτοιμο), δεν αποτελεί εξαίρεση, συνεχίζοντας να επιβεβαιώνει θριαμβευτικά την εν λόγω δημιουργική ταυτότητα.

Ο ρεαλισμός στο «Mektoub» είναι αποστομωτικός. Οι εκπληκτικά φυσικές ερμηνείες, οι μακροσκελείς καθημερινοί διάλογοι και η χειροκίνητη κάμερα που παρατηρεί κάθε ασήμαντη στιγμή, χειρονομία και γλώσσα του σώματος κάνουν τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ (έστω κι ως ψευδαίσθηση) να φαντάζει εντυπωσιακά δυσδιάκριτη. Δεδομένης και της μακροχρόνιας φύσης του ευρύτερου εγχειρήματος του «Mektoub», η αφήγηση εδώ εστιάζει αποκλειστικά σε τέτοιες καθημερινές διαλογικές συνευρέσεις χωρίς να ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη κάποιας πλοκής. Χαρακτήρες έρχονται και φεύγουν, συναντιούνται τυχαία και περνάνε το βράδυ μαζί ή αράζουν στην παραλία συζητώντας ανέμελα, στα πλαίσια ενός συνηθισμένου ξέγνοιαστου καλοκαιριού άνευ δραματικών διακυβευμάτων. Ένα τρίωρο «slice-of-life» επικών διαστάσεων, που ό,τι χάνει από την απουσία αφήγησης το κερδίζει από τις real-time σκηνές του, αλλά και την ίδια τη διάρκειά του. Χάρη σε αυτήν, ο θεατής έχει το χρόνο να εξοικειωθεί πρωτοφανώς με αυτούς τους χαρακτήρες της διπλανής πόρτας, να τους αισθανθεί σαν τρισδιάστατα, υπαρκτά πρόσωπα με σάρκα και οστά αντί για προϊόντα της φαντασίας -ή ακόμα και της μνήμης- ενός (πολύ καλού) storyteller.

Το τριών ωρών οδοιπορικό στην καλοκαιρινή ανεμελιά ξεχειλίζει νεανικές ορμόνες, ερωτικά σκιρτήματα και σαρκικό πόθο. Η σχεδόν ζωώδης έλξη της Αντέλ και της Εμά στη «Ζωή της Αντέλ» επεκτείνεται εδώ σε συνολική σκηνοθετική προσέγγιση και συναισθηματικό άξονα. Εδώ, δεν εντάσσεται ο πόθος στο πλαίσιο μιας πορείας ενηλικίωσης κάποιου χαρακτήρα, περισσότερο οι ίδιοι οι χαρακτήρες συνυπάρχουν και κινούνται αποκλειστικά μέσα στο πλαίσιο του Πόθου. Δηλαδή, νοηματικά, βρισκόμαστε πιο κοντά σε ένα «Love» του Gaspar Noe, παρά στην «Αντέλ». Η ερωτική έλξη δεν έχει απλώς τη βαρύτητα μιας ωραίας ανάμνησης ή ενός ανάλαφρου καλοκαιριού, μα μοιάζει να αντιμετωπίζεται ως η ίδια η επιτομή της ζωής. Και το φιλμ εξυμνεί αμφότερες έννοιες (ζωής και έρωτα) με θαυμασμό και καλλιτεχνική ευαισθησία: ανοίγοντας με ένα απόσπασμα από τη Βίβλο και ένα από το Κοράνι, καταρρίπτοντας τα θρησκευτικά ταμπού (οι πρωταγωνιστές είναι μουσουλμάνοι) σε σχέση με τη σεξουαλικότητα για να επιδιώξει την οικουμενικότητα, και είτε ρίχνοντας διακριτικές ματιές είτε αφιερώνοντας μακρές οπερατικές σκηνές σε εικόνες γέννησης και μητρότητας, το φιλμ μοιάζει να συνθέτει ένα ουσιώδες γράμμα αγάπης προς τη Ζωή και τον Έρωτα ως έννοιες πανανθρώπινες, αλληλένδετες και -γιατί όχι;- ταυτόσημες.

Κι όσο το εγχείρημα διέπεται από πηγαία ενέργεια, αισθησιασμό και καλοκαιρινή νοσταλγία, από τον ίδιο τον ζωτικό ερωτισμό του είναι που πηγάζει ένα βασικό πρόβλημα που είναι αδύνατο να παραβλέψεις. Με την αφορμή, ίσως, του κεντρικού χαρακτήρα Αμίν (Shain Boumedine) ως ενός αμέτοχου παρατηρητή-σεναριογράφου (alter-ego ίσως του ίδιου του Kechiche), το φιλμ υιοθετεί μια καθαρά ανδρική ματιά ως προς τον εν λόγω ερωτισμό, που προκαλεί αναπόφευκτες ενστάσεις. Μιας και, δυστυχώς, ο Αμίν όχι μόνο δεν δέχεται μεγαλύτερη εμβάθυνση από τους υπόλοιπους χαρακτήρες, μα κι είναι αντιθέτως ο λιγότερο ενδιαφέρων δραματικά και, κυρίως, ο πιο αποστασιοποιημένος ερωτικά απ’ όλους, ως θεατές δεν είμαστε πεπεισμένοι πως οφείλουμε να δεχτούμε ως δική μας την υποκειμενική του οπτική. Ακόμα σημαντικότερα όμως, ο τρόπος που ο Kechiche χρησιμοποιεί την κάμερά του -σπάνια βλέπουμε υποκειμενικά πλάνα, ενώ βιώνουμε και στιγμές όπου ο Αμίν δεν είναι παρών- μαρτυρά μια κάμερα που δεν ταυτίζεται με κάποιον χαρακτήρα, παρά είναι αντικειμενική, ως κυριολεκτικά αμέτοχος παρατηρητής. Αυτή η σκηνοθετική αντίληψη, όμως, σε καμία των περιπτώσεων δεν δικαιολογεί τέτοια ευθαρσώς ηδονοβλεπτική πλανοθεσία. Σε αντίθεση με την «Αντέλ», όπου οι περίφημες ερωτικές σκηνές έρχονται μετά από μεθοδικό και χρονοβόρο χτίσιμο των χαρακτήρων, πηγάζοντας οργανικά μέσα από αυτούς, εδώ το φιλμ ανοίγει με μια γραφική ερωτική σκηνή εντός των πρώτων του λεπτών και είναι μέσω του -ανοικονόμητου- γυμνού τους που γνωρίζουμε για πρώτη φορά δύο από τους βασικούς χαρακτήρες του. Κι αυτό για να παρελάσει στη συνέχεια από την οθόνη ένας ατέλειωτος αριθμός πλάνων -ντυμένων, πλέον- πισινών, στηθών και μισόγυμνης σάρκας που λιάζεται στην παραλία ή χορεύει στα κλαμπ, την ώρα που οι γυναικείοι χαρακτήρες υπόκεινται ανενόχλητα σε ξεδιάντροπα αντρικά φλερτ που δεν απέχουν έτη φωτός από την παρενόχληση. Εννοείται πως η απεικόνιση τέτοιων συμπεριφορών δεν είναι αυτομάτως κατακριτέα, μα εδώ καμία κριτική δεν ασκείται σε οποιαδήποτε ενέργεια, σαν να τις σπρώχνουμε όλες κάτω από το χαλί της ξεγνοιασιάς και του «ωραίες εποχές τότε…» Δυστυχώς, όμως, αυτή η -ας μην μασάμε τα λόγια μας- φαλλοκρατική και οριακά σεξιστική προσέγγιση (που μερικώς δίνει δίκιο σε όσους κατέκριναν τη «Ζωή της Αντέλ» που τόσο υποστηρίξαμε), αν μη τι άλλο αφαιρεί την όποια αθωότητα θα είχε ανάγκη η νοσταλγία του Kechiche για να μας αγγίξει, τουλάχιστον, στο συναισθηματικό βάθος που φτάνει εκείνη ενός Linklater, για παράδειγμα.

Συνοπτικά, το καινούριο εγχείρημα του δημιουργού της «Ζωής της Αντέλ» είναι μια ουσιώδης κι ενδιαφέρουσα άσκηση νατουραλισμού, που απορρίπτει την έννοια της πλοκής για να εστιάσει αφηγηματικά και νοηματικά στην υπαρξιακή σπουδαιότητα του τώρα, του καθημερινού τίποτα, της ανεμελιάς και, πάνω απ’ όλα, της ερωτικής έλξης ως επιτομής της ζωής. Δυστυχώς, είναι δύσκολο να προσπεράσεις μέσα σε αυτό το αξιοπρόσεκτο κινηματογραφικό πείραμα τον ενοχλητικό -και, ομολογουμένως, οριακά προσβλητικό- βαθμό στον οποίο ο άντρας ηδονοβλεψίας Kechiche επιβάλλεται στον ομώνυμο ευαίσθητο καλλιτέχνη, επιδεικνύοντας εντέλει ένα βιωματικό και ειλικρινές μεν, μα ηθικά αμφιλεγόμενο δημιούργημα.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

9 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.