Μια μέρα, εν μέσω καύσωνα, το σπίτι του Δημήτρη, ενός μικρομεσαίου 50άρη οικογενειάρχη κάπου στον Κορυδαλλό, μετατρέπεται σε πεδίο μάχης. Όλα τα μέλη της οικογένειας ξεσπούν ο ένας στον άλλον με απίστευτη λεκτική βία και αποκαλύψεις για πάθη, ζήλειες και επαγγελματικές διαφωνίες. Μέχρι που μια απρόοπτη εξομολόγηση τινάζει τα πάντα στον αέρα.

Σκηνοθεσία:

Γιάννης Οικονομίδης

Κύριοι Ρόλοι:

Ερρίκος Λίτσης … Δημήτρης

Ελένη Κοκκίδου … Μαρία

Κώστας Ξυκομηνός … Γιώργος

Γιάννης Βουλγαράκης … Παντελής

Ιωάννα Ιβανούδη … Μαργαρίτα

Σταύρος Γιαγκούλης … Λουκάς

Αγγελική Παπούλια … Κική

Σεραφίτα Γρηγοριάδου … Άντζελα

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Γιάννης Οικονομίδης, Λένια Σπυροπούλου

Παραγωγή: Γιάννης Οικονομίδης

Φωτογραφία: Δημήτρης Χωριανόπουλος

Μοντάζ: Σπύρος Κόκκας

Σκηνικά: Γεωργία Δεμίρη

Κοστούμια: Γεωργία Δεμίρη

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Σπιρτόκουτο
  • Διεθνής Τίτλος: Matchbox

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο της ΠΕΚΚ στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Παραλειπόμενα

  • Η πρώτη δημόσια παρουσίαση του φιλμ έγινε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 2002, αλλά ήταν υπό τη μορφή work-in-progress.
  • Εδώ κάνει το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του στη σκηνοθεσία και στο σενάριο ο Γιάννης Οικονομίδης.
  • Ερμηνευτικό ντεμπούτο στη μεγάλη οθόνη για τον Ερρίκο Λίτση και τους: Γιάννης Βουλγαράκης, Ιωάννα Ιβανούδη, Σταύρος Γιαγκούλης και Σεραφίτα Γρηγοριάδου.
  • Το 2007, στο θέατρο Βικτώρια παρουσιάστηκε η θεατρική εκδοχή σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Κομνηνού. Το καστ αποτελούσε η θεατρική ομάδα 90 Βαθμοί C.
  • Κόβοντας 3.800 εισιτήρια, ήρθε στη 10η θέση ανάμεσα σε 20 ελληνικές ταινίες της σαιζόν.
  • Το 2022 οργανώθηκε επαναπροβολή σε κόπια φιλμ 35mm.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 23/5/2006

Η πρωτόλεια ταινία του Γιάννη Οικονομίδη φαντάζει εκ πρώτης όψης να ανήκει στο σινεμά πρόκλησης. Αυτό όμως θα συνέβαινε αν αφηγούνταν κάποια μοναδική περίπτωση, όπου κάτι εξωθείται στα άκρα. Η δυστυχής αλήθεια είναι ότι το φιλμ ελλοχεύει παντού ολόγυρα μας, σε όλες τις λαϊκές -και μη- συνοικίες των μικρών και μεγάλων πόλεων μας. Κι αυτό επειδή επικεντρώνεται όχι τόσο στο να αναλύσει τη σύγχρονη ελληνική οικογένεια, αλλά το κύριο χαρακτηριστικό της: τα νεύρα. Ανά δύο-τρεις οικογένειες γύρω μας, περιστατικά ολόιδια ή περίπου πανόμοια με του έργου έχουν συμβεί ή θα συμβούν, χαρακτήρες που μιλάνε φωνάζοντας εντός του σπιτιού τους είναι κάτι πέρα για πέρα συνηθισμένο, και όλα αυτά δεν αφορούν την εξάρθρωση της «αγίας ελληνικής φαμίλιας», αφού ποτέ η συγκεκριμένη δεν ήταν «αγία»…

Αλλά επί της εκτέλεσης, ο Οικονομίδης έχει μεν την τόλμη, αλλά όχι την τελειοποιημένη τεχνική να ολοκληρώσει τη σκέψη του. Όσο νευρώδεις και σε σημεία αλλοπρόσαλλοι κι αν είναι οι ήρωες του, αυτός έπρεπε να κρατάει τα γκέμια που σε σημεία μοιάζουν να του ξεφεύγουν, μα και να αποφύγει το τόσο απότομο φινάλε. Η μη θέληση του να αναπτύξει περαιτέρω όλους τους χαρακτήρες λειτουργεί προς χάρη του επεισοδίου, αλλά ανήκει πιότερο σε θεατρικό σανίδι, παρά στην οθόνη. Όχι πως μπορείς να του προσάψεις ιδιαίτερα προβλήματα επί του έργου, πέρα από μικρές άστοχες λεπτομέρειες (όπως το φλας στο πρόσωπο του κεντρικού χαρακτήρα), μα η όλη ατμόσφαιρα παραπέμπει περισσότερο σε ταινία του 1980 παρά της νέας χιλιετίας (κάτι φυσικά που προσθέτει στο διαχρονικό του μηνύματος, αλλά «αθωώνει»-εκτοπίζει όσους αισθάνονται πιο μοντέρνοι). Τέλος, καλύτερο ερμηνευτικό επιτελείο δεν θα μπορούσε να ευχηθεί να έχει, με όλο το καστ να δίνει κάτι από την ψυχή του, καθαρά με κινηματογραφικούς και ρεαλιστικούς όρους.

Βαθμολογία:


Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος

Έκδοση Κειμένου: 18/7/2022

Αθήνα, 2002. Ο Δημήτρης είναι αφεντικό. Πάτερ φαμίλιας για τη γυναίκα, την κόρη και τον γιο του, αλλά και ιδιοκτήτης μίας καφετέριας στον Κορυδαλλό που επιθυμεί να επεκταθεί επιχειρηματικά και να ανοίξει ένα πιάνο μπαρ με τον κουνιάδο και συνέταιρό του. Μέσα σε λίγες ώρες, ο νευρόσπαστος μεσήλικας θα δει τη ζωή του να γυρίζει ανάποδα και θα απεμπολήσει κάθε έλεγχο που πίστευε αφελώς ότι διαθέτει στις ζωές των ανθρώπων γύρω του. Και όλα αυτά ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του. Μέσα σε ένα σπιρτόκουτο έτοιμο ανά πάσα στιγμή να εκραγεί.

Το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Γιάννη Οικονομίδη χαρακτηρίζεται από την αμείωτη ένταση, παίζει συνεχώς στα κόκκινα δίχως να χαρίζει ανάσα στον θεατή. Μοιάζει να ξεκινάει in-medias-res, με τη συνθήκη της παγιωμένης έντασης. Από την τηλεφωνική κλήση του Δημήτρη στον υφιστάμενο Βαγγέλη, στην οποία μία απλούστατη ανθρώπινη συζήτηση φαντάζει αδύνατο να έρθει εις πέρας δίχως νεύρα, αντεγκλήσεις, παρανοήσεις, επιθετικότητα, ο Οικονομίδης σε κάθε σεκάνς επιμένει στην ίδια ακριβώς φιλοσοφία, εξελίσσοντας παράλληλα την προσωπική ιστορία της ολοσχερούς κατάρρευσης του Δημήτρη.

Είναι σαρωτική εμπειρία να βλέπει κανείς το Σπιρτόκουτο δύο δεκαετίες μετά την αρχική κυκλοφορία του και ενώ έχουν μεσολαβήσει στην Ελλάδα όλα τα γνωστά γεγονότα. Παρότι θα μπορούσε κανείς να τη δει την ταινία ως μια μεταχρονολογημένη επιβεβαίωση της κρίσης, δεν είναι μία ταινία προφητική, δεν περιέχει κάποια θλιβερά επιβεβαιωμένη πρόβλεψη για την κοινωνική διάλυση που καραδοκούσε στη χώρα. Αντίθετα, είναι μία ταινία απολύτως ενταγμένη στην εποχή της.

Απλώς, χαρακτηριστικό γνώρισμα εκείνης της εποχής είναι η ψευδεπίγραφη ευμάρεια, ένα μεγάλο χαλί κάτω από το οποίο μπορούσε κανείς να χώσει οτιδήποτε αποτελούσε θραύσμα στην τέλεια εικόνα που είχε πλάσει για τον εαυτό του και το περιβάλλον του. Κάπως έτσι, το 2002, η ταινία δεν συγκίνησε το φιλοθεάμον κοινό και την εγχώρια κριτική, η οποία επέμεινε στο αλλόκοτο αφηγηματικό ύφος του Οικονομίδη.

Σήμερα, στο Σπιρτόκουτο μπορεί κανείς να διακρίνει με μεγαλύτερη ευκολία τις βασικές σταθερές που απασχόλησαν και στη συνέχεια τον Οικονομίδη: ένα σάπιο οικογενειακό περιβάλλουν ορυμαγδού, μία οικιακή χάβρα, ανθρώπινες σχέσεις που δεν μπορούν να ξετρυπώσουν την ενσυναίσθηση, την απόλυτη ιδιώτευση του σύγχρονου Έλληνα αλλά και έναν συλλογικό νευρικό κλονισμό που διαπερνά τα πάντα: το άτομο, τον οικογενειακό πυρήνα, τις επαγγελματικές συναλλαγές, την κοινωνική ηθική μιας χώρας που τρεκλίζει.

Ο καθημαγμένος οικογενειάρχης, ο οποίος επεμβαίνει αυτόκλητα και ρυθμιστικά (έστω και με στρεβλωμένα καλές προθέσεις) στις ζωές όλων τριγύρω του, ένας μικροαστός που πλανάται ότι μπορεί να διαφύγει εύκολα και άκοπα από την κοινωνική-οικονομική του θέση στην κοινωνία, βλέπει το οικοδόμημά του να καταρρέει. Το σχέδιο για το πιάνο μπαρ μαγκώνει στις ενστάσεις του κουνιάδου, η γυναίκα του ξεφουρνίζει από το πουθενά διάφορα μυστικά και ψέματα που τον παραλύουν, ενώ τα παιδιά του αδιαφορούν για τις τσιρίδες του, διαιωνίζοντας το οικογενειακό χάος.

Ο Οικονομίδη κινηματογραφεί την κατάρρευση της πατριαρχικής οικογένειας ασφυκτικά, με όχημα την ερμηνεία -σωστή ραψωδία- του απίθανου Ερρίκου Λίτση. Χρησιμοποιεί κάθε υβρεολόγιο και μπινελίκι που μπορεί να σκαρφιστεί ανθρώπινος νους, ως χιουμοριστικό διαβατήριο για μια νοσηρή φάρσα. Το Σπιρτόκουτο είναι μια νευρωτική εξτραβαγκάνζα, μια ανηλεής σάτιρα των νεοελληνικών στερεότυπων, με τις βρισιές να παίζουν σε διπλό ταμπλό: αφενός επιτείνουν την ασφυξία, αφετέρου γίνονται comic-relief σε μια αφάνταστα πνιγηρή συνθήκη.

Διαθέτοντας μηδαμινό μπάτζετ αλλά ανεξάντλητη δημιουργική ορμή, η οποία είναι έκδηλη στο μοντάζ και στα αλλόκοτα freeze frame που αποτρέπουν ευφάνταστα τον τελειωτικό κλονισμό, ο Οικονομίδης πλάθει ένα σπιτικό περιβάλλον που συναντά κανείς παντού ολόγυρά του, φυσικά δίχως τις σκόπιμες υπερβολές. Ωστόσο, η αποδόμηση του κραταιού αρσενικού, που δεν κρατά πλέον τα γκέμια στην οικογένεια, δεν εκτρέπεται στη χλεύη και στο συγκεκαλυμμένο μίσος. Για τον Οικονομίδη, ο Δημήτρης είναι ένας δυστυχής άνθρωπος, εγκλωβισμένος στην ανεπάρκειά της ζωής του, ο οποίος όμως -παρά την απέραντη μικροπρέπειά του- ίσως και να αξίζει μια μικρή ανάσα ζωής.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

17 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.