Βοημία, 13ος αιώνας. Ο Νίκολας και ο αδελφός του, Άνταμ, ληστεύουν περαστικούς για λογαριασμό του τυραννικού τους πατέρα, Κόζλικ. Σε μια από τις ληστείες, βρίσκονται να έχουν όμηρο έναν νεαρό Γερμανό, του οποίου όμως ο πατέρας έχει δραπετεύσει και αναγγέλλει στον βασιλιά το συμβάν. Ο Κόζλικ ετοιμάζεται για την οργή του βασιλιά, και αποζητά τη συμμαχία του γείτονα του, Λαζάρ. Όταν αυτός του την αρνείται, ο Κόζλικ στέλνει τον Νίκολας να απαγάγει την κόρη του Λαζάρ. Τώρα ο βασιλιάς έχει ακόμα έναν σύμμαχο και ετοιμάζεται να επιτεθεί.

Σκηνοθεσία:

Frantisek Vlacil

Κύριοι Ρόλοι:

Josef Kemr … Kozlik

Frantisek Velecky … Mikolas

Ivan Paluch … Adam-Jednorucka

Magda Vasaryova … Marketa Lazarova

Michal Kozuch … Lazar

Pavla Polaskova … Alexandra

Vladimir Mensik … μοναχός Bernard

Pavel Landovsky … Smil

Zdenek Stepanek … αφηγητής (φωνή)

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Frantisek Vlacil, Frantisek Pavlicek

Παραγωγή: Josef Ouzky

Μουσική: Zdenek Liska

Φωτογραφία: Bedrich Batka

Μοντάζ: Miroslav Hajek

Σκηνικά: Oldrich Okac

Κοστούμια: Ondrej Brezovsky, Theodor Pistek

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Marketa Lazarova
  • Ελληνικός Τίτλος: Μαρκέτα Λαζάροβα

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Marketa Lazarova του Vladislav Vancura.

Παραλειπόμενα

  • Λόγω της γλωσσικής δυσκολίας, χρειάστηκαν κάποια χρόνια για να μεταφερθεί σε σενάριο το μυθιστόρημα του 1931. Μαζί με αυτά και την ολοκλήρωση της παραγωγής, πέρασαν συνολικά 7 έτη.
  • Οι 548 ημέρες που διήρκησαν τα γυρίσματα σε διάφορες τοποθεσίες της Τσεχίας και της Σλοβακίας, σημαδεύτηκαν από έναν σφοδρό χειμώνα. Έτσι, το αρχικό μπάτζετ των 7 εκατομμυρίων κορωνών ανέβηκε στις 13, σπάζοντας κάθε προηγούμενο ρεκόρ στη χώρα. Ως μέσο απόσβεσης μέρους του κόστους ήταν το γύρισμα του Η Κοιλάδα των Μελισσών, ώστε να χρησιμοποιηθούν εκ νέου τα ίδια σκηνικά και κοστούμια.
  • Κι όμως, ο Frantisek Vlacil ήθελε η ταινία του να ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη. Οι περικοπές όμως λόγω μπάτζετ πέταξαν έξω από το γύρισμα όσα αφορούσαν τα αληθινά πρόσωπα του Βεγκέσλαος του Α’ και του γιου του, Ότακαρ του Α’, και τη μεταξύ τους διαμάχη για την εξουσία της Βοημίας. Αυτή ήταν και μια προσπάθεια του δημιουργού να παρεισφρήσει ιστορικά στοιχεία σε σχέση με το μυθιστόρημα. Στην ίδια λογική, παρεισέφρησαν στοιχεία και από άλλο έργο του Vladislav Vancura, το δίτομο Scenes from the History of the Czech Nation.
  • Στην πρεμιέρα της στην Τσεχοσλοβακία, η ταινία έκοψε 1,3 εκατομμύρια εισιτήρια. Με εξαίρεση όμως μια προβολή στο φεστιβάλ του Σαν Φρανσίσκο του επόμενου χρόνου, το φιλμ έγινε ξανά διαθέσιμο μόλις το 1974 όταν και πήρε διανομή στις ΗΠΑ, περικομμένο όμως στα 100 λεπτά. Μόλις το 2011 αποκαταστάθηκε πλήρως η ταινία, με τη χώρα μας να τη βλέπει για πρώτη φορά το 2016.
  • Τόσο σε ψηφοφορία το 1994 στο φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι, όσο και το 1998 σε ανάλογη των τσέχων κριτικών, η ταινία βρίσκονταν στην πρώτη θέση του τσεχικού κινηματογράφου όλων των εποχών.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Ο Zdenek Liska χρησιμοποίησε μεσαιωνικούς ρυθμούς για τη σύνθεση του, ενσωματώνοντας και γρηγοριανές ψαλμωδίες.

Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου: 21/8/2022

Ο Frantisek Vlacil (1924-1999) είναι ο λιγότερο αναγνωρισμένος από τους δημιουργούς του τσεχικού νέου κύματος (Forman, Menjel, Passer, Hitylova) που αναδύθηκε τη δεκαετία του 1960, πριν από τα γεγονότα της «Άνοιξης της Πράγας»: το πείραμα της εγκαθίδρυσης ενός «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο» από τον Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ και την επακόλουθη εισβολή των τανκς του Συμφώνου της Βαρσοβίας που το κατέπνιξαν.

Ο Vlacil δημιούργησε μία άτυπη «μεσαιωνική» τριλογία με τις ταινίες: «Η Παγίδα του Διαβόλου» (1961), «Η Κοιλάδα των Μελισσών» (1967) και «Μαρκέτα Λαζάροβα» (1967), που αποδεικνύουν ότι είναι ένας συνεπής στυλίστας με ξεχωριστή μαεστρία στο καδράρισμα, τη σύνθεση ιμπρεσιονιστών ταμπλό-βιβάν και τη χρήση συμβολικών τοπίων.

Η «Μαρκέτα Λαζάροβa» είναι η πιο μεγαλεπήβολη και ριζοσπαστική δημιουργία του, και έχει ψηφιστεί από τους συμπατριώτες του κριτικούς ως η καλύτερη τσέχικη ταινία όλων των εποχών. Το γύρισμα της υπήρξε πολυδάπανο και πολύχρονο στη προσπάθεια του να πετύχει το ιδανικό αποτέλεσμα, αναδημιουργώντας τον κόσμο της εποχής με μέγιστη αληθοφάνεια. Όσο για τις περίτεχνες κινήσεις της κάμερας σε συνδυασμό με την κομψότητα και συμμετρία του κάδρου, θυμίζουν έντονα δυο άλλες αριστουργηματικές ταινίες της ίδιας εποχής: το συγκλονιστικό  «Είμαι η Κούβα» (1964) του Mikhail Kalatozov και το μεγαλοπρεπές μεσαιωνικό έπος «Αντρέι Ρουμπλιόφ» (1966) του Andrei Tarkovsky.

Η «Μαρκέτα Λαζάροβa» είναι μια ταινία-ποταμός, με διάρκεια 162 λεπτά και σύνθετη αφηγηματική δομή. Αποτελείται από δύο μεγάλες ενότητες, με τους τίτλους «Straba» και «Ο Αμνός του Θεού». Κάθε ενότητα είναι χωρισμένη σε πολλαπλά επεισόδια, πριν από τα οποία υπάρχουν μεσότιτλοι που εξηγούν την επερχόμενη δράση. Επικουρικά, ο Vlacil χρησιμοποιεί μια σειρά διαφορετικών αφηγηματικών προσεγγίσεων: ιστορίες, μονόλογοι, υποκειμενική αντίληψη, έναν παντογνώστη αφηγητή, αναδρομές και οράματα.

Βασισμένο χαλαρά στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Vladislav Vancura (του 1931), αυτό το ιστορικό έπος διαδραματίζεται στη Βοημία του 13ου αιώνα. Το θεματικό πλαίσιο της αφήγησης είναι η σύγκρουση του Χριστιανισμού με την ειδωλολατρία  και η σκληρή διαμάχη για τη νομή της εξουσίας ανάμεσα στις αντίπαλες φυλές αλλά και απέναντι στον οργανωμένο βασιλικό στρατό. Οι ευγενείς της περιοχής λειτουργούν ως φατρίες διαπράττοντας ληστείες, βιασμούς ή απαγωγές στους αμαξόδρομους. Η ταινία αφηγείται τις εχθροπραξίες μεταξύ των φυλών των Kozlik και των Lazar, αλλά και τον καταδικασμένο έρωτα μεταξύ του Mikolas Kozlik και της Marketa Lazarova. Παράλληλα αναπτύσσεται άλλη μια ασύμβατη σχέση, μεταξύ της αδελφής του Mikolas, Alexandra, και του αιχμάλωτου γιου ενός σάξονα κόμη, του Kristian, ενώ η οργανωμένη θρησκεία προσπαθεί να λειτουργήσει ως πόλος κατασταλτικής δύναμης μέσω της ισχυρής παρουσίας ενός μεγαλοπρεπούς μοναστηριού.

Ωστόσο, αυτή η ταινία είναι δύσκολο να αναλυθεί και να ταξινομηθεί. Άραγε είναι μια αλληγορία για την κατάσταση της Τσεχοσλοβακίας του 1967; Μάλλον όχι. Είναι μια περιπέτεια που επικεντρώνεται στη θεαματική δράση, στη δαιδαλώδη πλοκή και στη χαρακτηρολογία; Σίγουρα όχι. Αυτό που βασικά ενδιαφέρει τον τσέχο σκηνοθέτη  είναι να δημιουργήσει «καθαρό σινεμά», χωρίς επινοημένες ιδέες, χωρίς να προβάλλει ηθικά και ιδεολογικά μηνύματα. Το φιλμ είναι τολμηρό, πρωτοποριακό, στα όρια της αβάν-γκαρντ, γεμάτο εικόνες ωμής βίας∙ ταυτόχρονα όμως είναι ατμοσφαιρικό, λυρικό, ενίοτε και ποιητικό. Η αφήγηση δεν είναι πάντα συνεκτική, αλλά ο θεατής δεν πρέπει να ασχοληθεί τόσο με την πλοκή και τους χαρακτήρες όσο με τα συναισθήματα που δημιουργούν τα γεγονότα, να βυθιστεί στο σύμπαν της ταινίας για να νοιώσει μια αλησμόνητη κινηματογραφική εμπειρία. Ο Vlacil αναδημιουργεί τους φόβους, την αντιμαχόμενη φύση και τις δεισιδαιμονίες ενός πρωτόγονου λαού που δεν διαφέρει και τόσο από τα θηρία. Από την αρχική σκηνή στην οποία μια αγέλη μαύρων λύκων συγκεντρώνεται σε διάταξη επίθεσης στο πανέμορφο χιονισμένο τοπίο, μεταφερόμαστε σε ένα περιβάλλον που δονείται από αδιάπτωτη απειλή.

Ο ηχητικός σχεδιασμός της ταινίας (που πιστώνεται στον πολυγραφότατο τσέχο συνθέτη Zdenek Liska) έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς αναμειγνύονται ετερόκλητοι ήχοι: χορωδιακοί γρηγοριανοί ύμνοι, ήχοι της φύσης και ανθρώπινες κραυγές βασανισμών και θανάτων. O Vlacil δημιουργεί μια συμφωνική παραλλαγή εικόνων και ήχων, βαρβαρότητας και σκληρής ομορφιάς, αλλάζοντας τόνο και ρυθμό από το φρενήρες στο στοχαστικό, από το φρικτό στο ερωτικό, από το αποτρόπαιο στο ελκυστικό. Η παρουσία ζώων και φυτών, οι υφές της πέτρας και του φλοιού των δέντρων, του χιονιού και του βάλτου, προσκολλώνται στο βλέμμα μας, υπερισχύοντας της αφήγησης.

Στο καθηλωτικό οπτικό αποτέλεσμα συμβάλει το ιλιγγιώδες μοντάζ του Miroslav Hajek και η εκπληκτική κινηματογράφηση του Bedrich Batka με ένα ευρύ φάσμα τεχνικών: από χρήση του βάθους πεδίου, σε ακραία κοντινά πλάνα έως αντιπαράλληλες κινήσεις μέσα στο κάδρο και χρήση υποκειμενικής κάμερας.

Η «Μαρκέτα Λαζάροβα» είναι ένα βαθιά απόκοσμο, άλλοτε βάναυσο και άλλοτε εκστατικά υπερβατικό ταξίδι στην προ-πολιτισμένη ανθρώπινη ύπαρξη. Μοιάζει με διαλογισμό με αμιγή κινηματογραφικά μέσα. Στην αρχή της ταινίας η Μαρκέτα τρεμοφέγγει από τρόμο. Η ανεξίτηλα αγγελική φιγούρα της σφυρηλατείται από τις ανταγωνιστικές δυνάμεις της δεισιδαιμονίας και της θρησκείας, της αρχέγονης ζωικής και της ανθρώπινης φύσης, της βίας και του έρωτα. Στο τέλος του ταξιδιού της, το εκτυφλωτικό γέλιο της σηματοδοτεί ένα εξελικτικό βήμα για τη γέννηση ενός νέου, πιο πολιτισμένου είδους ανθρώπου.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

17 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.