Μετά την πρεμιέρα της ταινίας του, ο σκηνοθέτης Μάλκολμ και η κοπέλα του, Μαρί, επιστρέφουν στο σπίτι και περιμένουν τις αντιδράσεις των κριτικών. Ξαφνικά, η βραδιά παίρνει αναπάντεχη τροπή, καθώς βγαίνουν στην επιφάνεια αποκαλύψεις για τη σχέση τους, και η αγάπη του ζευγαριού δοκιμάζεται.

Σκηνοθεσία:

Sam Levinson

Κύριοι Ρόλοι:

Zendaya … Marie

John David Washington … Malcolm

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Sam Levinson

Παραγωγή: Ashley Levinson, Sam Levinson, Kevin Turen, John David Washington, Zendaya

Μουσική: Labrinth

Φωτογραφία: Marcell Rev

Μοντάζ: Julio Perez IV

Σκηνικά: Michael Grasley

Κοστούμια: Samantha McMillen, Law Roach

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Malcolm & Marie
  • Ελληνικός Τίτλος: Malcolm & Marie

Παραλειπόμενα

  • Ο Sam Levinson ολοκλήρωσε το σενάριο του μέσα σε 6 ημέρες.
  • Γυρίστηκε το Καλοκαίρι του 2020, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, και κατά το εξαναγκασμένο διάλειμμα της σειράς Euphoria (στην οποία συμμετείχαν οι Levinson, Zendaya). Όσοι συμμετείχαν, βρίσκονταν την ίδια ώρα σε καραντίνα (μαζί και δύο βδομάδες πριν και μετά τα γυρίσματα), κρατώντας όλα τα υγειονομικά πρωτόκολλα.
  • Το Netflix κέρδισε τα δικαιώματα διανομής με 30 εκατομμύρια δολάρια, κερδίζοντας τις HBO, A24 και Searchlight Pictures.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 8/2/2021

Ο Sam Levinson κάνει μια βουτιά πίσω στα τέλη της δεκαετίας του 1960, και αφηγείται μια ιστορία που πατάει από τη μία στο θεατρικό ύφος του Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ, από την άλλη στον Τζον Κασαβέτη, και όλο αυτό με έντονες Νουβέλ Βαγκ πινελιές (ειδικά από το Μια Νύχτα με τη Μοντ). Μπορεί κάτι τέτοιο να μη μπορεί να θεωρηθεί ως η «ανακάλυψη της Αμερικής», αλλά είναι ένα σινεμά που χρειάζονται στις ΗΠΑ για να βρουν μια νέα ταυτότητα στις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες.

Το θέατρο ολοένα και εισβάλει στα κινηματογραφικά πλατό, αυτή τη φορά απελευθερωμένο από τις αγγλικού τύπου ερμηνείες και διαλόγους, και πιο κοντά στο off-Broadway. Αυτό όμως το σινεμά δεν θέλει μονάχα δυνατές και ρεαλιστικές ερμηνείες, θέλει και τρανταχτούς διαλόγους. Η ταινία του Levinson παίρνει πολλά κι από τις δύο αυτές παραμέτρους, αλλά δεν αριστεύει σε καμία.

Ο John David Washington και η Zendaya είναι αξιοπρεπέστατοι σε αυτή τη διαλογική μονομαχία, αλλά υπάρχουν χοντροκομμένα στιγμιότυπα που εύκολα θα τους έκρινες αυστηρά. Ειδικά στο σημείο όπου η δεύτερη προσποιείται-ερμηνεύει για να αποδείξει τον λόγο της, είναι άξιο απορίας που δεν φανερώνονται οι αληθινές προθέσεις της σε κάποιον που είναι σκηνοθέτης. Είναι όμως η όλη τους αύρα, μια σέξι αύρα, που δένει με τα όμορφα πλάνα και το πλούσιο ντεκόρ, που παρέχει στο φιλμ έναν ιδιαίτερο αέρα. Η παραφωνία έρχεται σε μικρά σημεία, και όχι επί του συνόλου, που από μόνο του μπορεί να σε κρατήσει ως το φινάλε ενός φιλμ που κατά τα άλλα μπορεί να χαρακτηριστεί ως «λογοδιάρροια».

Δυστυχώς ναι, όσα ακούγονται από τους δύο ήρωες δεν αναβλύζουν μυρωδιά αληθινού πνευματισμού, αλλά στα πιο τρανταχτά τους κομμάτια, αυτά δηλαδή που αφορούν και πιο γενικές έννοιες, είναι υποκειμενικές απόψεις, που λογικά ανήκουν στα πιστεύω του δημιουργού τους. Μοιάζει με ένα «κατηγορώ» επί της τέχνης και των σχέσεων, που όμως θα έπαιρνε αξία αν δοκιμάζονταν σε έναν πιο ανοιχτό διάλογο από τον συγκεκριμένο. Υπάρχει άποψη, αλλά όχι ουσιαστικός αντίλογος.

Αντίθετα, σε όσα αφορούν τη συναισθηματική σχέση του ζευγαριού, μπορεί μεν να αφορούν τους δυο τους, αλλά έχουν μια μυθοπλαστική δύναμη. Εδώ παίζεται έξυπνα το παιχνίδι «πάρε το μπαλάκι», και βγαίνουν άσοι από το μανίκι του σεναρίου, ώστε το κείμενο να έχει μια ενδιαφέρουσα κίνηση. Βασικό στοιχείο είναι ότι δεν ξεφεύγουν κινηματογραφικά όλες αυτές οι σκηνές, αφού η κάμερα αλλάζει μπαγκράουντ ην κατάλληλη στιγμή, και οι φωτισμοί βρίσκουν τον τρόπο να σε κεντρίσουν σε αυτό που βλέπεις.

Δεν θα ήθελα να κρίνω ως «ψώνιο» τον καθέναν που με υποψιάζει για «δήθεν» τέχνη, αφού στην προκειμένη το ασπρόμαυρο είναι απολαυστικό και ανεβάζει το αποτέλεσμα. Από την άλλη, όσο κι αν μοιάζει οι καταστάσεις να τραβιούνται από τα «μαλλιά», μιλάμε πάντα για λεκτικές κόντρες κι αντιδράσεις μέσα σε όρια φυσιολογικών νεύρων. Βέβαια, αν για μια τέτοιου είδους ταινία ο δημιουργός του αποζητά το ποιοτικά απόλυτο, εκεί ελέγχεται για το ποιόν του και την αυθεντικότητα του (μια λέξη που τονίζεται κι επί του έργου). Μη αυθεντικό, αλλά μια καλή προσπάθεια να αγγιχθεί ένα είδους φτηνού σινεμά που μπορεί να πιάσει τόπο, και γιατί όχι, να σώσει τον συγκεκριμένο (τις ΗΠΑ δηλαδή) που στη μερίδα του λέοντος του φοβάται την κακή κριτική (αξιακή διαχρονικότητα) μόνο και μόνο για να μη χάσει αυτή του θεατή (εφήμερη επιτυχία).

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

13 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.