Στο εγγύς μέλλον, μοτοσικλετιστές συγκρούονται με την αστυνομία στους αχανείς αυτοκινητόδρομους. Ένας αστυνομικός παραιτείται από το σώμα, αλλά επιστρέφει στους δρόμους ως τιμωρός, όταν μια συμμορία σκοτώνει τη γυναίκα του και το παιδί του.

Σκηνοθεσία:

George Miller

Κύριοι Ρόλοι:

Mel Gibson … ‘Mad’ Max Rockatansky

Joanne Samuel … Jessie Rockatansky

Hugh Keays-Byrne … Toecutter

Steve Bisley … Jim ‘Goose’ Rains

Tim Burns … Johnny the Boy

Roger Ward … Fred ‘Fifi’ Macaffee

Geoff Parry … Bubba Zanetti

Jonathan Hardy … αστυνόμος Labatouche

Vincent Gil … Crawford ‘Nightrider’ Montazano

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: James McCausland, George Miller

Στόρι: George Miller, Byron Kennedy

Παραγωγή: Byron Kennedy

Μουσική: Brian May

Φωτογραφία: David Eggby

Μοντάζ: Cliff Hayes, Tony Paterson

Σκηνικά: Jon Dowding

Κοστούμια: Clare Griffin

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Mad Max

Ελληνικός Τίτλος: Μαντ Μαξ: Ο Εκδικητής της Νύχτας

Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Μαντ Μαξ [Home Cinema]

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Μαντ Μαξ Νο 2: Εκδικητής Πέρα από τ’ Νόμο (1981)

Μαντ Μαξ: Απόδραση από το Βασίλειο του Κεραυνού (1985)

Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής (2015)

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο μουσικής, μοντάζ και ήχου στα εθνικά βραβεία της Αυστραλίας. Υποψήφιο σε ακόμα 4 κατηγορίες, μεταξύ αυτών και καλύτερης ταινίας.
  • Ειδικό βραβείο στο φεστιβάλ του Αβοριάζ.

Παραλειπόμενα

  • Πρώτη ταινίας της Αυστραλίας γυρισμένη με αναμορφικούς widescreen φακούς.
  • Με την άμεση cult αποδοχή του, συνέβαλε τα μέγιστα στο να βγει και έξω από την Αυστραλία του τοπικό Νέο Κύμα, που άκμασε τη δεκαετία του 1970 μέχρι τα μέσα των 1980.
  • Ο George Miller, που κάνει εδώ ντεμπούτο μεγάλου μήκους, ήταν γιατρός σε νοσοκομείο του Σίδνεϊ. Εργαζόμενος στα επείγοντα περιστατικά, έβλεπε πολλούς τραυματισμούς και θανάτους όμοιους με αυτούς που έβαλε στο σενάριο. Μεγαλώνοντας και στο Κουίνσλαντ, είχε γίνει μάρτυρας ως έφηβος των θανάτων με αυτοκίνητο τουλάχιστον τριών του φίλων.
  • Ο εργαζόμενος ακόμα σε νοσοκομείο Miller συνάντησε το 1971 τον ερασιτέχνη κινηματογραφιστή Byron Kennedy, σε θερινό κινηματογραφικό σχολείο. Μαζί έκαναν το μικρού μήκους Violence in the Cinema Part 1, που είχε φεστιβαλική επιτυχία. Μετά από κάποια χρόνια είχαν έτοιμο το σενάριο, αλλά δεν ήταν αισιόδοξοι ότι θα βρουν τα χρήματα να γυριστεί, μια και η επίσημη Αυστραλία προωθούσε κυρίως τις καλλιτεχνικές ταινίες. Παρόλα αυτά, με προσεκτική προεργασία, βρέθηκαν λεφτά, τα οποία συμπληρώθηκαν με τους μισθούς τριών μηνών των Kennedy και Miller σε επείγοντα νοσηλευτικά περιστατικά, με τον πρώτο να είναι ο οδηγός και τον δεύτερο να ασκεί την ιατρική.
  • Για τον ρόλο του Μαξ, ο George Miller ήθελε κάποιον Αμερικανό, ώστε η ταινία να βγει από τα σύνορα της χώρας του. Κοιτώντας όμως ξανά προς το μικρό τους μπάτζετ, έριξε τις απαιτήσεις του, και στράφηκε στον άνεργο ηθοποιό James Healey, που αναζητούσε κάτι να παίξει. Διαβάζοντας όμως το σενάριο, αρνήθηκε μια και δεν του άρεσε. Τότε, ο υπεύθυνος του κάστινγκ Mitch Mathews απευθύνθηκε στο Εθνικό Ινστιτούτο Δραματικών Τεχνών, αναζητώντας “τολμηρούς” αποφοίτους. Ανάμεσα σε αυτούς βρέθηκε ο Mel Gibson, που εντυπωσίασε κατά την οντισιόν του. Αυτός ήταν ο δεύτερος του ρόλος στο σινεμά, αλλά πρώτος ως κεντρικός ήρωας.
  • Την τέταρτη ημέρα των γυρισμάτων, η Rosie Bailey, που ερμήνευε τη σύζυγο του Μαξ, τραυματίστηκε σοβαρά με μοτοσυκλέτα, και η παραγωγή καθυστέρησε δύο βδομάδες μέχρι να βρεθεί η Joanne Samuel, η αντικαταστάτρια.
  • Τα γυρίσματα κράτησαν 6 βδομάδες (στη Μελβούρνη και γύρω από αυτήν), με τον Miller να τα περιγράφει ως “αντάρτικο γύρισμα”, μια και έκλειναν δρόμους δίχως άδεια της πολιτείας, δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν γουόκι-τόκι μια και έπεφταν πάνω στη συχνότητα της αστυνομίας, αλλά και με το πέρας Miller και Kennedy κάθονταν και καθάριζαν τους δρόμους.
  • Κόστισε ανάμεσα σε 350-400 χιλιάδες αυστραλιανά δολάρια, αλλά έβαλε παγκοσμίως 100 εκατομμύρια -αμερικανικά- δολάρια. Όχι μόνο είχε γίνει τότε η πλέον εμπορική ταινία όλων των εποχών για την Αυστραλία, αλλά πήρε και το ρεκόρ της πλέον εμπορικής παγκοσμίως σε σχέση με το μπάτζετ της (μέχρι το 1999 και το The Blair Witch Project).
  • Η ειδική έκδοση διαρκεί 93 λεπτά.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Νίκος Ρέντζος

Έκδοση Κειμένου: 18/5/2015

Είναι δυνατόν η πετρελαϊκή κρίση του 1973 να ευθύνεται για τη γέννηση ενός θρύλου του μοντέρνου κινηματογράφου; Κι όμως, ο κόσμος του Μαντ Μαξ πλάστηκε στο μυαλό του ερασιτέχνη κινηματογραφιστή Μπάιρον Κένεντι, ακριβώς εκείνη την εποχή!

Όπως ο ίδιος ο Κένεντι έχει δηλώσει, το εμπάργκο στα καύσιμα από τον αραβικό οργανισμό πετρελαϊκών εξαγωγών το 1973 είχε δημιουργήσει τεράστιο πανικό εκείνη την εποχή στη χώρα του, την Αυστραλία. Ουρές αυτοκινήτων περίμεναν έξω από τα βενζινάδικα και τα επεισόδια ήταν συχνό φαινόμενο, με ακραίες συμπεριφορές. Τότε, ο Κένεντι συνέλαβε την ιδέα ενός βίαιου κόσμου, που έχει οδηγηθεί εκεί από την έλλειψη καυσίμων. Σύντομα η ιδέα παραδόθηκε στον Τζορτζ Μίλερ, ο οποίος μαζί με τον Τζέιμς ΜακΚόσλαντ, έγραψε το σενάριο του Μαντ Μαξ.

Ο άνθρωπος που οπτικοποίησε αυτή την ιδέα ήταν ο ίδιος ο Μίλερ. Το ελάχιστο μπάτζετ δεν στέκεται εμπόδιο στην έμπνευση του Μίλερ, όπως εξάλλου το μπάτζετ δεν στέκεται εμπόδιο ποτέ στους ταλαντούχους σκηνοθέτες. Ένας από αυτούς κι ο Μίλερ, χρησιμοποιεί ό,τι έχει στη διάθεση του και καταφέρνει να δώσει ένα ατόφιο φιλμ, ένα μετα-αποκαλυπτικό γουέστερν, με μηχανές κι αυτοκίνητα αντί για άλογα κι άμαξες. Οι κανόνες του γουέστερν συναντώνται κι εδώ πολύ καθαρά, όμως ο Μίλερ εν αγνοία του δημιουργεί ένα νέο υπο-είδος, αυτό των μετα-αποκαλυπτικών περιπετειών, το οποίο τη δεκαετία του 1980 θα ανθίσει. Δεκάδες b-movies από την Αμερική και κυρίως την Ιταλία θα χρησιμοποιήσουν το φιλμ του Μίλερ ως πρότυπο για να χτίσουν τη δική τους ιστορία.

Ο Μίλερ χρησιμοποιεί εδώ με τέτοιον τρόπο τα αυτοκίνητα, σαν να έχουν κι αυτά λόγο, σαν συμπρωταγωνιστές των ηθοποιών. Τα πλάνα των κυνηγητών είναι εξαιρετικά, και μόνο αν σκεφτείς ότι τραβήχτηκαν 36-37 χρόνια πριν, θα αναγκαστείς να υποκλιθείς στο ταλέντο τόσο του Μίλερ, όσο και των κινηματογραφιστών του, αλλά και των κασκαντέρ. Δύσκολα πράγματα για την εποχή εκείνη!

Στον ρόλο του Μαντ Μαξ βρίσκουμε φυσικά τον νεαρό, άγνωστο τότε, Μελ Γκίμπσον. Ο Γκίμπσον μετά από λίγο καιρό θα γίνει σταρ πρώτου μεγέθους. Εδώ, μοιάζει λίγο πιο σφιγμένος από τον Γκίμπσον που έχουμε γνωρίσει, αλλά δουλεύει αρκετά καλά την εξέλιξη του χαρακτήρα του. Από γλυκός πατέρας και σύζυγος, ο Μαξ πρέπει να μεταμορφωθεί σε ένα πλάσμα «κρύο», γεμάτο οργή και με βλέμμα κενό. Όταν φτάνουμε στις τελευταίες στιγμές του φιλμ, ο Γκίμπσον έχει πετύχει αυτή τη μεταμόρφωση.

Πέρα από τον Μαξ, οι χαρακτήρες που συναντάμε στο φιλμ και που μας κινούν το ενδιαφέρον είναι τρεις. Ο φίλος του Μαξ, Τζιμ Χήνας, ερμηνευμένος από τον πραγματικό πολύ καλό φίλο του Γκίμπσον εκείνη την εποχή, Στιβ Μπίσλεϊ. Ο Φίφι (!), αρχηγός της αστυνομίας, ο οποίος είτε γυρίζει γυμνός από τη μέση και πάνω, είτε φορώντας μόνο το δερμάτινο μπουφάν του από πάνω! Από τη μεριά των κακών ξεχωρίζει για την περίεργη ερμηνεία του ο Χιου Κιζ-Μπιρν, ο οποίος παίζει τον αρχηγό της συμμορίας που κυνηγά τον Μαξ, και φέρει το όνομα Δαχτυλοκόφτης. Ο Μπιρν είναι αρκετά θεατρικός και υπερβολικός σε μερικά σημεία, όμως μέσα στο περίεργο σύμπαν του Μαντ Μαξ, τόσο η ερμηνεία του Μπιρν όσο και των υπόλοιπων φαίνεται να δίνει κάτι παραπάνω στο φιλμ.

Το Μαντ Μαξ είναι ένα φιλμ που κατάφερε να φτιάξει έναν δικό του κόσμο και να επιζήσει μέσα από αυτόν. Επηρεασμένο από τα γουέστερν και τις ταινίες εκδίκησης, θα φτιάξει ένα σύμπαν βίαιο κι άχρωμο, με κακοποιούς σαδιστές και αστυνομικούς αμφιβόλου ήθους. Δεν ήταν λίγες οι κριτικές της εποχής που μιλούσαν για φιλμικό παράδεισο των ρατσιστών και των σαδιστών, «διαβάζοντας» με τελείως άλλον τρόπο το σχόλιο των Μίλερ και ΜακΚόσλαντ πάνω στα αίτια που οδηγούν στη γέννηση της βίας μέσα στην ψυχή των ανθρώπων. Ο άνθρωπος έμαθε να «κινείται» και σε έναν κόσμο που τα καύσιμα είναι λιγοστά, αυτός που δεν «κινείται» μοιάζει να χάνει μέρος της κοινωνικής του υπόστασης.

Το φιλμ του Μίλερ, παρά το ενδιάμεσο κενό, ίσως λόγω της προσπάθειας να γεμίσει τον χρόνο των 90 λεπτών με σκηνές που άλλες φορές προσπαθούν να δείξουν την οικογενειακή ευτυχία του Μαξ κι άλλες προσπαθώντας να μετατρέψουν το φιλμ σε θρίλερ (η σκηνή στο δάσος που κάποιος κυνηγά τη γυναίκα του Μαξ) και να μεταφέρουν τη δράση για λίγο εκτός του αυτοκινητόδρομου, παρά λοιπόν αυτό το «διάλειμμα», δεν χάνει καθόλου από την ωμή δυναμική του. Αυτό το οφείλει στη δυνατή αρχή του και στο ακόμα πιο δυνατό φινάλε του. Φινάλε το οποίο επηρέασε σκηνοθέτες της εποχής του (Κάμερον), αλλά και μελλοντικούς. Ο Τζέιμς Γουαν έχει δηλώσει την εκτίμησή του στο έργο του Μίλερ μέσα από το δικό του δημιούργημα, Saw, εικοσιπέντε χρόνια μετά. Ακόμα και η θρυλική τηλεοπτική σειρά του Ιππότη της Ασφάλτου θα χρησιμοποιήσει πλάνα βγαλμένα μέσα από την ταινία του Μίλερ.

Ο θρύλος του Μαντ Μαξ γεννήθηκε με το τέλος του εμβληματικού φιλμ του Μίλερ. Ενός φιλμ άξιου αναφοράς και προβολής μέχρι σήμερα. Ένα φιλμ ικανό να αποδείξει ότι το όραμα και το μεράκι μπορούν να βγουν νικητές στη μάχη με τον χρόνο και τα εκατομμύρια των μεγάλων προϋπολογισμών.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

34 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.