Βερολίνο, αρχές 1930. Η τοπική κοινωνία αναστατώνεται από την ύπαρξη ενός τρομακτικού σίριαλ κίλερ, που σκοτώνει μόνο παιδιά. Ο «δράκος» αυτός καταφέρνει και ξεφεύγει συνέχεια και ο αριθμός των παιδιών που εξαφανίζονται μεγαλώνει. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ποιος μπορεί να είναι, αλλά ο δολοφόνος έχει ένα χαρακτηριστικό: σφυρίζει πάντα έναν συγκεκριμένο σκοπό από ένα κομμάτι κλασικής μουσικής. Στο μεταξύ, η υποψία πλανάται στον αέρα και οι άνθρωποι ψάχνουν ανάμεσά τους τον στυγνό δολοφόνο. Η αστυνομία κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια να εντοπίσει τον δολοφόνο, φρουρεί κάθε δρόμο και ερευνά τις συνοικίες σπιθαμή προς σπιθαμή. Παράλληλα, ο υπόκοσμος της περιοχής αποφασίζει να αναλάβει δράση.

Σκηνοθεσία:

Fritz Lang

Κύριοι Ρόλοι:

Peter Lorre … Hans Beckert

Otto Wernicke … επιθεωρητής Karl Lohmann

Gustaf Grundgens … ο διαρρήκτης

Ellen Widmann … Κα Beckmann

Inge Landgut … Elsie Beckmann

Theodor Loos … επιθεωρητής Groeber

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Thea von Harbou, Fritz Lang

Παραγωγή: Seymour Nebenzal

Φωτογραφία: Fritz Arno Wagner

Μοντάζ: Paul Falkenberg

Σκηνικά: Emil Hasler, Karl Vollbrecht

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: M – Eine Stadt Sucht einen Morder

Ελληνικός Τίτλος: Ο Δράκος του Ντίσελντορφ

Διεθνής Τίτλος: M

Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Μ, ο Δολοφόνος [επανέκδοσης]

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Ο Δράκος του Λονδίνου (1951)

Σεναριακή Πηγή

  • Άρθρο: του Egon Jacobson.

Παραλειπόμενα

  • Πρώτη ομιλούσα ταινία του Fritz Lang, που έμελλε να γίνει μία από τις πλέον κλασικές του. Για κάποιους κριτικούς, θεωρείται το απόγειο του.
  • Ο Lang έβαλε αγγελία το 1930 στην εφημερίδα, αναγγέλλοντας ότι η επόμενη του ταινία θα ονομάζεται Δολοφόνος Ανάμεσα μας, και θα αφορά έναν δολοφόνο παιδιών. Άμεσα άρχισε να δέχεται απειλητικά γράμματα, αλλά και του αρνήθηκε η πρόσβαση για γύρισμα στα Staaken Studios. Όταν ο Lang πήγε στο αφεντικό του στούντιο να μάθει τους λόγους του αποκλεισμού του, πληροφορήθηκε ότι εκείνος ήταν μέλος του ναζιστικού κόμματος, και ότι το κόμμα του δεν ενέκρινε μια τέτοια ιστορία. Έτσι, ο γερμανός σκηνοθέτης προτίμησε να πάει στη Nero-Film, και να αφήσει την κραταιά UFA.
  • Για να κάνει έρευνα για το φιλμ, ο δημιουργός πέρασε 8 ημέρες μέσα σε ψυχιατρικό ινστιτούτο, όπου συνάντησε κάποιους δολοφόνους παιδιών, μαζί με αυτούς και τον διαβόητο Peter Kurten (γνωστός ως «βαμπίρ του Ντίσελντορφ»). Πάνω στην ιστορία αυτού βάσισε και το βασικό μέρος του στόρι, αν και το 1963 αρνήθηκε κάτι τέτοιο, λέγοντας ότι έκανε χρήση της ιστορίας πολλών εγκληματιών της εποχής.
  • Ο Lang χρησιμοποίησε αληθινούς ανθρώπους του υποκόσμου για κομπάρσους. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, 25 από αυτούς συνελήφθησαν από την αστυνομία.
  • Η αρχική βερσιόν καταχωρήθηκε από το Ομοσπονδιακό Αρχείο Κινηματογράφου της Γερμανίας, αλλά εκεί υπήρχαν μονάχα 96 από τα αρχικά 117 λεπτά διάρκειας. Η αποκατάσταση έγινε το 2000 στην Ολλανδία, με τη Janus Films να παρουσιάζει μια εκδοχή των 109 λεπτών.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Χάρης Καλογερόπουλος 

Έκδοση Κειμένου: 25/7/2011

Βερολίνο, αρχές του 1930, με το ναζιστικό κόμμα ανερχόμενο. Το Ντίσελντορφ αναστατώνεται από έναν κατά συρροή δολοφόνο μικρών κοριτσιών. Όχι μόνο η αστυνομία αλλά και ο υπόκοσμος ψάχνουν πυρετωδώς να τον βρουν γιατί η παρουσία των οργάνων της τάξης εμποδίζει τις παράνομες δουλειές της νύχτας.

Η ταινία του Λανγκ είναι τόσο καινοτόμος και πολυεπίπεδη που εντυπωσιάζει. Για παράδειγμα: 1) Εισάγει στο είδος του θρίλερ και μάλιστα με κατά συρροή δολοφόνο και καταγράφει διεξοδικά τις μεθόδους, ντετεκτιβικές και σήμανσης. 2) Εγγράφει απολύτως ελλειπτικά (δεν υπάρχει ούτε μια αναφορά σε πρώτο επίπεδο στους ναζί) το κλειστοφοβικό, μικροαστικό κλίμα μια εποχής όπου οι άνθρωποι ζουν υπό το κράτος μιας απροσδιόριστης απειλής και ως προς αυτό, αποτελεί την απαρχή μιας φιλμογραφίας που θα καταλήξει στην Λευκή Κορδέλα του Χάνεκε. 3) Με παράλληλο μοντάζ, παρομοιάζει την εξουσία της αστυνομίας με εκείνη του υπόκοσμου ως δυο πολιτικές δυνάμεις που κινούν την κοινωνία ως διωστήρας-στρόφαλος, κάτι που εισάγει επίσης σε μια άλλη φιλμογραφία που θα καταλήξει στον Νονό του Κόπολα. 4) Προσγειώνει τον εξπρεσιονισμό σε ένα πεδίο πιο «ρεαλιστικό», αν και ο ρεαλισμός δεν έχει ακόμη συγκροτηθεί στην τέχνη του σινεμά – μόλις ένα χρόνο πριν είχε γεννηθεί ο ομιλών. 5) Κάνει ομαλό πέρασμα από τον βωβό στον ομιλούντα χρησιμοποιώντας τους διαλόγους μόνο εκεί που είναι απαραίτητο, εκμεταλλευόμενος οπτικά και τις δυο περιόδους. 6) Καταφέρνει να συνδυάσει το δράμα με τη σάτιρα – πολλές σκηνές, ακόμα και πολύ δραματικές, έχουν ένα διαβολικό μαύρο χιούμορ, ο ήρωας (Πίτερ Λόρι) είναι πιο πολύ ένας τραγικός παλιάτσος παρά ένας αιμοβόρος δράκος. Αναλόγως διακωμωδεί και την αστυνομία. Τα κόλπα διάρρηξης στο κτίριο που είναι εγκλωβισμένος ο δράκος μοιάζουν με απαρχή ταινιών όπως τα Ocean’s. 7) Στον μονόλογο του δράκου εισάγεται η ιδέα της ψυχοπάθειας που υπερβαίνει την κατηγοριοποίηση του ανθρώπου με ηθικά κριτήρια.

Η τελική σεκάνς με το λαϊκό δικαστήριο μπορεί να φαίνεται αναληθοφανής (στην πραγματική ζωή, οι κακοποιοί απλά θα τον έβγαζαν από τη μέση για να επανέλθουν οι δρόμοι στην «ομαλή» τους λειτουργία), αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είμαστε ακόμη στην εποχή που οι φιλολογικές υπερβολές (μεταφορές, συμβολισμοί, αλληγορίες, κοινωνικός διδακτισμός του 19ου αιώνα) ακόμη επηρεάζουν την τέχνη. Άλλωστε, ο όχλος των παράνομων που δικάζει τον Μπέκερ συμβολίζει τον ίδιο τον λαό που βρίσκεται σε κατάσταση λανθάνουσας αποκτήνωσης. Η επιθυμία τους για εκτέλεση του δράκου είναι μια ανεξέλεγκτη δίψα για αίμα, που προκαλεί η κοινωνική σκοτεινιά. Οι παρατηρήσεις που μπορεί να κάνει κανείς είναι ατέλειωτες. Όσοι δεν το έχουν δει, είναι ευκαιρία να το απολαύσουν στην μεγάλη οθόνη.

Βαθμολογία:

0: Κακή 🥔 | 1: Μέτρια 👎 | 2: Ενδιαφέρουσα 🆗 | 3: Καλή 👍 | 4: Πολύ Καλή ⭐ | 5: Αριστούργημα 💎

Γκαλερι φωτογραφιων

19 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.