Η Άντουλα, ένα αθώο κορίτσι από την Τσεχία που δουλεύει σε ένα επαρχιακό εργοστάσιο παπουτσιών, ψάχνει απεγνωσμένα τον έρωτα. Θα πιστέψει πως τον βρήκε στο πρόσωπο του Μίλντα, ενός νεαρού μουσικού από την Πράγα, με τον οποίο έχει μια εφήμερη ερωτική σχέση. Όταν αυτός εξαφανίζεται, η Άντουλα, πεπεισμένη πως πρόκειται για τον έρωτα της ζωής της, αποφασίζει να τον επισκεφτεί απρόοπτα στην Πράγα, ξαφνιάζοντας τον ίδιο και τους γονείς του.

Σκηνοθεσία:

Milos Forman

Κύριοι Ρόλοι:

Hana Brejchova … Andula

Vladimir Pucholt … Milda

Vladimir Mensik … Vacovsky

Ivan Kheil … Manas

Jiri Hruby … Burda

Milada Jezkova … η μητέρα του Milda

Josef Sebanek … ο πατέρας του Milda

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Milos Forman, Jaroslav Papousek, Ivan Passer, Vaclav Sasek

Στόρι: Milos Forman, Jaroslav Papousek, Ivan Passer

Παραγωγή: Doro Vlado Hreljanovic, Rudolf Hajek

Μουσική: Eugen Illin

Φωτογραφία: Miroslav Ondricek

Μοντάζ: Miroslav Hajek

Σκηνικά: Karel Cerny

Κοστούμια: Zdena Snajdarova

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Lasky Jedne Plavovlasky
  • Ελληνικός Τίτλος: Οι Έρωτες μιας Ξανθιάς
  • Διεθνής Τίτλος: Loves of a Blonde
  • Διεθνής Εναλλακτικός Τίτλος: A Blonde in Love
  • Διεθνής Εναλλακτικός Τίτλος: The Loves of a Blonde

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας (Τσεχοσλοβακία).
  • Υποψήφιο για Χρυσή σφαίρα ξενόγλωσσης ταινίας.
  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας.

Παραλειπόμενα

  • Ένα από τα πλέον σημαντικά δείγματα του Τσεχικού Νέου Κύματος, ένα καλλιτεχνικό κίνημα που εκμεταλλεύτηκε μια χαλάρωση που υπήρξε στην κομουνιστική ηγεσία κατά τη δεκαετία του 1960, και κριτίκαρε, συχνά σατιρικά, το καθεστώς.
  • Ο Forman εμπνεύστηκε το στόρι από ένα περιστατικό που είχε συμβεί στην Πράγα, κατά το οποίο μια νεαρή από την επαρχία με μια βαλίτσα στο χέρι τού διηγήθηκε ολόκληρη την προσωπική της ιστορία.
  • Γυρίστηκε σε μια μικρή τσεχική πόλη χωρίς καμία σκηνή σε στούντιο, με σκοπό να είναι όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστική γίνονταν. Επί αυτού, επιστρατεύτηκε μια ημι-ντοκιμαντερίστικη οπτική, πολλοί ερασιτέχνες ηθοποιοί, και ελευθερία για αυτοσχεδιασμό.
  • Η εταιρία παραγωγής Sebor-Bor ενέκρινε αρχικά το τελικό σενάριο, αλλά στη συνέχεια ο επικεφαλής του σεναριακού τμήματος το αποκάλεσε ως ό,τι πιο βαρετό είχε διαβάσει επί χρόνια, και προσπάθησε να πείσει τον Forman να μη χαλάσει με αυτό την καλή φήμη που είχε φτιάξει με την πρώτη του ταινία έναν χρόνο πριν. Παρόλα αυτά, το αφεντικό της εταιρίας, ο Vlastimil Harnach, αποφάσισε να προχωρήσει με την παραγωγή, μια και ήταν μια περίοδος που δεν ήθελε να ακουστεί ότι έκοβε το στούντιο του τη δημιουργική διαδικασία κάποιου σκηνοθέτη.
  • Το καστ αναζητήθηκε μέσα από συγγενείς και φίλους, με την 18χρονη πρωτοεμφανιζόμενη Hana Brejchova να είναι η πρώην κουνιάδα του σκηνοθέτη, και με την οποία ένιωθε μια εμπιστοσύνη.
  • Αρχικός Βασόφσκι ήταν ο συγγραφέας Josef Skvorecky, δίχως πρότερη εμπειρία από υποκριτική. Ενώ όμως τα πήγαινε καλά με τους άλλους δύο συμπρωταγωνιστές του, όταν χρειάζονταν να είναι ανά ζευγάρια, έχανε τον ρυθμό του. Έτσι, ο Forman κατέφυγε στον επαγγελματία Vladimir Mensik.
  • Ο βρετανός σκηνοθέτης Lindsay Anderson επισκέφτηκε τα γυρίσματα, και εντυπωσιάστηκε τόσο με τον διευθυντή φωτογραφίας Miroslav Ondricek, που τον δανείστηκε για δύο του ταινίες (ανάμεσα τους και το Εάν…).
  • Από καθαρή ειρωνεία, μία από τις δεύτερες ηθοποιούς έμελλε να ζήσει κάτι παράλληλο με στο σενάριο με μέλος του συνεργείου κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, και μάλιστα με παραλίγο τραγική κατάληξη.
  • Επί της μονταζιέρας, ο Forman βρέθηκε να έχει στα χέρια του χιλιόμετρα από φιλμ, αναγκαζόμενος να κόψει τεράστιο μέρος του. Ο αμερικανός όμως διανομέας τον πληροφόρησε ότι η ταινία ήταν πολύ μικρής διάρκειας για το αμερικανικό κοινό, κάνοντας τον σκηνοθέτη να γυρίσει εκ νέου κάποιες σκηνές και να της προσθέσει. Αυτές τις σκηνές δεν της είδε ποτέ το τσέχικο κοινό.
  • Οι πολιτικοί λόγοι που έκαναν την κριτική να εκθειάσει τόσο την ταινία στην εποχή της, ήταν αρκετοί για να μην προβληθεί στη Σοβιετική Ένωση.
  • Ανάμεσα στους πολλούς που επηρεάστηκαν από αυτό που έκτοτε ονομάστηκε “Σχολή Φόρμαν”, ο Ken Loach είχε πει ότι η ταινία έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στη δημιουργία του δικού του κινηματογράφου.
  • Το 2019, παρουσιάστηκε μια αποκαταστημένη κόπια στο φεστιβάλ Κανών.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 1/6/2022

Δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς από την τσεχική του περίοδο τον Milos Forman που θα διαπρέψει αργότερα σε αγγλόφωνο έδαφος, αλλά είναι άδικο να τοποθετούμε τις ταινίες του αυτής της περιόδου υψηλότερα από άλλων συντρόφων του του τσεχικού νέου κύματος. Ειδικά εδώ, στην πρώτη του μεγάλη επιτυχία, διακρίνεται ένα σινεμά που διεξάγει μια κινηματογραφική επανάσταση στο τώρα του, αλλά όχι διαχρονικά.

Οι Έρωτες μιας Ξανθιάς ακολουθούν κατά πόδας του γάλλους νεοκυματιστές, και μάλιστα θέτουν και δικούς τους κανόνες που συνθέτουν αυτό που ονομάζουμε δυνατό ανεξάρτητο σινεμά. Τόσο στην οπτική του όσο και τη σύνθεση του σε κάθε λεπτομέρεια, σε γεμίζει με το αίσθημα μιας βιρτουοζιτέ ωμότητας, όπου ο ντοκιμαντεριστικός ρεαλισμός συμβαδίζει με την πεντακάθαρη ταινία μυθοπλασίας. Εδώ θα δεις ως ιστοριοδίφης ένα πλήρες πορτρέτο τού πώς ήταν η τσέχικη κοινωνία σε μια κρίσιμη ιστορικά καμπής της, σε μια εποχή που ανάγκασε αργότερα τα σοβιετικά τανκς να «περάσουν μια βόλτα» για να καταλαγιάσουν τις «ανοιξιάτικες ορέξεις» των ντόπιων «ζιζανίων».

Όλα αυτά αποδίδονται όχι μέσω γενικών περιγραμμάτων, αλλά χαρακτηριστικών όσο και άψογα ψυχογραφημένων χαρακτήρων, που αν καταφέρνουν να σε κερδίσουν μυθοπλαστικά, το κάνουν μέσω των πολλών τους ατελειών παρά των χαρισμάτων τους. Και φυσικά, όλο αυτό είναι μια απλόχερη και καλόκαρδη κωμωδία, που δεν νιώθει ανάγκη να στραφεί στη σάτιρα για να μιλήσει στο επίκεντρο μιας γενικευμένης κατάστασης, κάτι που αργότερα θα τελειοποιήσουν οι βρετανοί ανεξάρτητοι κινηματογραφιστές. Χωρίς να χρειάζεται να το αναγάγουμε σε σύγκριση ποιότητας, μοιάζει αρκετά με ελληνική κοινωνική σάτιρα εκείνης της εποχής, που αντίθετα όμως με τις δικές μας, δεν φέρει αβάστακτο συντηρητισμό επί των νοημάτων της αλλά το ακριβώς αντίθετο.

Εκεί που διαχρονικά χάνει ο Forman σε σχέση με παρόμοιες υπερβάσεις της εποχής εκείνης, είναι ότι το σινεμά του φέρει έναν λαϊκισμό που έρχεται σε αντίθεση με τον σινεφιλικό του εξτρεμισμό. Αυτό γίνεται φανερό επί του σεναρίου, που αν το τοποθετούσες σε μια έγχρωμη και γυρισμένη με στάνταρ στουντίου ταινία, λογικά θα έχανες το κάτω μήνυμα με χαρακτηριστική ευκολία. Θα έμενε πίσω μια φρέσκια ιταλική κωμωδία, που όμως το χιούμορ της δεν θα ήταν εφάμιλλα δυνατό με τα καλύτερα δείγματα της commedia all’italiana. Και σίγουρα, δεν θα είχε αυτό τον αντίχτυπο έξω από τη χώρα της.

Μια κωμωδία λοιπόν που αξίζει τον σεβασμό για τη σινεφιλική της τόλμη, αλλά και με ένα σενάριο που θα σε αιφνιδιάσει τόσο θετικά όσο και αρνητικά με την καλοψυχία και την απλότητα του.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

16 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.