Εννέα μεταφραστές από διάφορες χώρες προσλαμβάνονται από έναν μεγαλοεκδότη για να μεταφράσουν το πολυαναμενόμενο τελευταίο βιβλίο μιας μπεστ-σέλερ τριλογίας. Κλείνονται σε ένα πολυτελές οίκημα και πληρώνονται αδρά ώστε να εξασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξει καμία διαρροή. Όταν όμως δημοσιεύονται ξαφνικά οι πρώτες δέκα σελίδες του μυθιστορήματος, η δουλειά γίνεται εφιάλτης. Ένας από αυτούς είναι ο κλέφτης, και ο εκδότης είναι έτοιμος να κάνει ό,τι χρειάζεται για να τον -ή την- αποκαλύψει.

Σκηνοθεσία:

Regis Roinsard

Κύριοι Ρόλοι:

Lambert Wilson … Eric Angstrom

Olga Kurylenko … Katerina Anisinova

Riccardo Scamarcio … Dario Farelli

Sidse Babett Knudsen … Helene Tuxen

Eduardo Noriega … Javier Casal

Μανώλης Μαυροματάκης … Κωνσταντίνος Κεδρηνός

Alex Lawther … Alex Goodman

Anna Maria Sturm … Ingrid Korbel

Frederic Chau … Chen Yao

Maria Leite … Telma Alves

Sara Giraudeau … Rose-Maire Houeix

Patrick Bauchau … Georges Fontaine

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Romain Compingt, Daniel Presley, Regis Roinsard

Παραγωγή: Alain Attal

Μουσική: Jun Miyake

Φωτογραφία: Guillaume Schiffman

Μοντάζ: Loic Lallemand

Σκηνικά: Sylvie Olive

Κοστούμια: Emmanuelle Youchnovski

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Les Traducteurs

Ελληνικός Τίτλος: Οι Μεταφραστές

Διεθνής Τίτλος: The Translators

Παραλειπόμενα

  • Πρώτη διεθνής παραγωγή για τον Μανώλη Μαυροματάκη στον κινηματογράφο.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης 

Έκδοση Κειμένου: 9/3/2020

Βλέποντας κανείς το συγκεκριμένο φιλμ, ανακαλεί τις δεκάδες ταινίες μυστηρίου με απανωτές ανατροπές που ευδοκίμησαν στη δεκαετία του 2000 κυρίως (π.χ. «Άκρως Εμπιστευτικό», «Ταυτότητα»), απότοκα της ριζοσπαστικής επιτυχίας των «Συνήθων Υπόπτων» του 1995. Όπως τα εν λόγω παραδείγματα, οι «Μεταφραστές» φαίνεται να έχουν ως κύριο μέλημά τους μια συνεχή αναθεώρηση της οπτικής των δρώμενων και της θέσης των χαρακτήρων, εν είδει ενός παιχνιδιού με την αντιληπτική ικανότητα του θεατή, το οποίο όμως καταλήγει να κουράζει κάπως μέσα από τη διάθεσή του να εντυπωσιάσει με εύκολο τρόπο.

Αυτό δεν πάει να πει πως το σύνολο δεν διακατέχεται από μια αποτελεσματικότητα σε ψυχαγωγικό επίπεδο. Το αντίθετο, κάτι η γαλλική φινέτσα στους διαλόγους (έστω και με τους μιμητισμούς αμερικανικών γνωρισμάτων στη φόρμα), κάτι η σωστή αίσθηση ρυθμού που εξυπηρετείται ικανοποιητικά από το μοντάζ, κάτι ένα καστ που διέπεται από καλή χημεία, και το τελικό αποτέλεσμα προσφέρει τουλάχιστον αξιοπρεπή διασκέδαση. Βέβαια, η συσσώρευση σεναριακών αναληθοφανειών και απιθανοτήτων, αν και ποτέ δεν ευτελίζει τη μεγάλη εικόνα ανεπανόρθωτα, μια ζημιά την κάνει. Υπάρχει και μια αυταρέσκεια στη γραφή, κάπως αναντίστοιχη με τον πραγματικό δείκτη νοημοσύνης του κειμένου (που δεν ανεβαίνει, όσο κι αν θα το ήθελε, με λογοτεχνικές αναφορές που θα μπορούσαν να κάνουν και όχι ιδιαίτερα μυημένοι στον κόσμο του βιβλίου), που θα περίμενε κανείς περισσότερο σε μια αμερικανική παραγωγή από ό,τι σε μια ευρωπαϊκή. Σε γενικές γραμμές, πάντως, διατηρείται σίγουρα ένα στοιχειώδες επίπεδο ακόμη και στις πιο άστοχες στιγμές.

Το μη ισότιμο μοίρασμα του χρόνου μεταξύ των βασικών ηρώων είναι μεν αναγκαία συνθήκη προκειμένου να υπάρξει ένας πρακτικός διαχωρισμός μεταξύ πρωταγωνιστικών και υποστηρικτικών ρόλων, αλλά προξενεί και κάποιες παρενέργειες. Πιο συγκεκριμένα, αφενός με τον τρόπο που γίνεται αυτός ο διαχωρισμός βάζει τον θεατή στη διαδικασία να υποψιαστεί την τελική ανατροπή, αφετέρου καταλήγει να υποβαθμίζει και μερικούς εκ των καλύτερων ερμηνευτών του καστ (εν προκειμένω τους εξαιρετικούς Sidse Babett Knudsen και τον «δικό μας» Μανώλη Μαυροματάκη που διαθέτει κάποιες από τις πιο αξιομνημόνευτες ατάκες). Όσον αφορά την αποκάλυψη-έκπληξη του φινάλε, το σενάριο κάνει καλή δουλειά στο να αποπροσανατολίσει το κοινό ως προς το να μην εστιάσει στα στοιχεία εκείνα που θα το βοηθούσαν να αποκρυπτογραφήσει με ευκολία το μυστήριο, αν και οι πιο έμπειροι σινεφίλ ενδέχεται να υποψιαστούν τη λύση. Υπάρχει πάντως μια ελαφρότητα στην αφήγηση και την ατμόσφαιρα που συχνά υπονομεύει τις πιο έντονες και δραματικές στιγμές, και κάνει τα διακυβεύματα να μη φαίνονται τόσο σημαντικά. Μοιάζει σαν ο Regis Roinsard να ξεχνάει σε αρκετά σημεία πως η κινηματογραφική διασκέδαση στις καλύτερες στιγμές της δεν είναι αναγκαστικά ανώδυνη…

Ερμηνευτικά, τώρα, πέραν των προαναφερθέντων αξιοσημείωτων παρουσιών της Knudsen και του Μαυροματάκη, ο Lambert Wilson παραδίδει ένα απολαυστικά αντιπαθές πορτρέτο ενός αριβίστα, επιδεικνύοντας δυνατότητες που δεν φαίνεται να έχει ξεδιπλώσει αλλού μέχρι σήμερα. Αλλά και η Maria Leite έχει έναν δυναμισμό που προσθέτει κάτι ενεργητικό στο σύνολο της ομάδας των ηθοποιών, κι εύκολα λόγω των ικανοτήτων της ο χαρακτήρας της συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο αξιομνημόνευτους του φιλμ. Άλλα μέλη του καστ δεν τα καταφέρνουν εξίσου καλά, με τον Alex Lawther για παράδειγμα να φαντάζει κάπως ανεπαρκής να σηκώσει στους ώμους του το μεγάλο και σημαντικό μερίδιο της ιστορίας που του αναλογεί.

Εντέλει, όμως, όσο κι αν υπάρχουν ποιοτικά σκαμπανεβάσματα από τον έναν στον άλλον ερμηνευτή, η αλληλεπίδραση μεταξύ τους καθώς και η ξεχωριστή πινελιά που προσθέτει ο καθένας στον τόνο και το ύφος της ταινίας αποτελεί ίσως το πιο δυνατό χαρτί εδώ πέρα. Ειδικά οι «περπατημένοι» στο είδος του μυστηρίου σίγουρα δεν θα αισθανθούν πως είδαν κάτι που ανανεώνει ριζικά ή ανατρέπει τους κανόνες του, γενικά όμως οι «Μεταφραστές» προσφέρονται για ένα ξεκούραστο -σχεδόν- δίωρο με λίγη αγωνία, λίγη σεναριακή τσαχπινιά και λίγη γαλλική φλυαρία για τη νοστιμιά στο μείγμα.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

17 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.