O Μπεν είναι ένας αλκοολικός που φτάνει στο Λας Βέγκας έχοντας ήδη έχει χάσει τη δουλειά του και όλα του τα υπάρχοντα. Τελευταία του επιθυμία είναι να πεθάνει μέσα σε τέσσερις εβδομάδες καταναλώνοντας απίστευτες ποσότητες αλκοόλ. Εκεί γνωρίζει τη Σέρα, μια πόρνη. Ερωτεύονται κι αποφασίζουν να μείνουν μαζί. Ο μοναδικός όρος είναι να μην του ζητήσει ποτέ να κόψει το ποτό, κάτι στο οποίο εκείνη αρχικά συμφωνεί.

Σκηνοθεσία:

Mike Figgis

Κύριοι Ρόλοι:

Nicolas Cage … Ben Sanderson

Elisabeth Shue … Sera

Julian Sands … Yuri Butsov

Richard Lewis … Peter

Steven Weber … Marc Nussbaum

Emily Procter … Debbie

Valeria Golino … Terri

Thomas Kopache … Κος Simpson

Laurie Metcalf … Κα Van Houten

Graham Beckel … μπάρμαν

R. Lee Ermey … σύνεδρος

Mariska Hargitay … πόρνη

Danny Huston … μπάρμαν

Julian Lennon … μπάρμαν

Carey Lowell … ταμίας τράπεζας

Lucinda Jenney … περίεργη γυναίκα

Ed Lauter … μαφιόζος

Mike Figgis … μαφιόζος

Shawnee Smith … μηχανόβια

Marc Coppola … ντίλερ

Xander Berkeley … κυνικός ταξιτζής

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Mike Figgis

Παραγωγή: Lila Cazes, Annie Stewart

Μουσική: Mike Figgis

Φωτογραφία: Declan Quinn

Μοντάζ: John Smith

Σκηνικά: Waldemar Kalinowski

Κοστούμια: Laura Goldsmith

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Leaving Las Vegas
  • Ελληνικός Τίτλος: Αφήνοντας το Λας Βέγκας

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Leaving Las Vegas του John O’Brien.

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ πρώτου αντρικού ρόλου (Nicolas Cage). Υποψήφιο για σκηνοθεσία, πρώτο γυναικείο ρόλο (Elisabeth Shue) και διασκευασμένο σενάριο.
  • Χρυσή Σφαίρα πρώτου αντρικού ρόλου (Nicolas Cage) σε δράμα. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία (δράμα), σκηνοθεσία και πρώτο γυναικείο ρόλο (Elisabeth Shue) σε δράμα.
  • Υποψήφιο για Bafta πρώτου αντρικού ρόλου (Nicolas Cage), πρώτου γυναικείου ρόλου (Elisabeth Shue) και σεναρίου.
  • Καλύτερη ταινία στα βραβεία Independent Spirit.
  • Βραβείο σκηνοθεσίας και αντρικής ερμηνείας (Nicolas Cage) στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν.

Παραλειπόμενα

  • Ο John O’Brien βάσισε το μυθιστόρημα του του 1990 σε ημιβιογραφικές του μνήμες. Ο συγγραφέας είχε αυτοκτονήσει το 1994 σε ηλικία 33ών ετών. Δύο εβδομάδες πριν, είχε μάθει ότι το βιβλίο του θα γίνονταν ταινία, και είχε προλάβει να υπογράψει την παραχώρηση των δικαιωμάτων.
  • Αντί του συνηθισμένου για τις mainstream ταινίες φιλμ των 35 mm, ο Mike Figgis χρησιμοποίησε αυτό των 16 mm, που ήταν πιο σύνηθες στις ανεξάρτητες ταινίες. Ο αληθινός όμως λόγος που προτιμήθηκε, ήταν πως το μπάτζετ ήταν πολύ χαμηλό.
  • Ο σκηνοθέτης ζήτησε από τους δύο ηθοποιούς του να κάνουν μόνοι τους έρευνα για τους ρόλους τους. Έτσι, ο Cage βρέθηκε να πίνει συνεχώς επί δύο εβδομάδες στο Δουβλίνο, έχοντας έναν φίλο να τον βιντεοσκοπεί ώστε να δει έπειτα τις αντιδράσεις του και τον τρόπο ομιλίας του. Από την άλλη, η Shue ήρθε κοντά σε πόρνες του Λας Βέγκας, μαθαίνοντας από πρώτο χέρι για τη ζωή τους.
  • Το ρολόι Rolex Daytona που φοράει ο Μπεν άνηκε στην πραγματικότητα στον John O’Brien.
  • Συναντώντας προβλήματα με την άδεια γυρισμάτων σε κάποιους δρόμους του Βέγκας, ο Figgis γύρισε στα γρήγορα και με μία λήψη κάποιες από αυτές, ώστε να μη ρισκάρει να έρθει σε επαφή με την αστυνομία.
  • Μια εμφάνιση της Naomi Campbell κόπηκε στο τελικό μοντάζ.
  • Ανάμεσα στους γκεστ ρόλους είναι και οι σκηνοθέτες Bob Rafelson (άντρας στο εμπορικό κέντρο) και Vincent Ward (επιχειρηματίας).
  • Με το μπάτζετ να μην ξεπερνάει τα 4 εκατομμύρια δολάρια, η ταινία αγοράστηκε για τη διανομή της από τη Metro-Goldwyn-Mayer και εισέπραξε 49,8 εκ. δολάρια.
  • Υπάρχει και Unrated-Edition στα 112 λεπτά.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Ο Sting διασκεύασε κι ερμήνευσε για την ταινία το Angel Eyes (Matt Dennis), το My One and Only Love (Vic Damone και Frank Sinatra) και το It’s a Lonesome Old Town (Ben Bernie).
  • Εκτός από τη μουσική που έγραψε ο ίδιος για οικονομία, ο Mike Figgis βρίσκεται στην τρομπέτα και τα πλήκτρα του σάουντρακ.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 23/6/2022

Ελάχιστες αμερικάνικες ταινίες στα χρονικά (sic) αγκάλιασαν αυτό που εννοείται από την κυρίαρχη άποψη στον μέσο πληθυσμό ως «περιθώριο» με τόση αγάπη, αλλά και με τόσο βαθιά κατανόηση της απόγνωσης που το χαρακτηρίζει. Και ακόμη λιγότερες ρομαντικές ιστορίες στον κινηματογράφο εν γένει υπήρξαν τόσο αυθεντικά «καταραμένες» και ριζωμένες πάνω σε τόσο έντονα αυτοκαταστροφικά συναισθήματα, εκτός της επικρατούσας αντίληψης γύρω από τον έρωτα εντός των πλαισίων της έβδομης τέχνης.

Ο Mike Figgis, με βάση μια νουβέλα του πρόωρα χαμένου John O’Brien, παρακολουθεί μαγνητισμένος δύο ήρωες που, μέσα από τα πάθη τους αναδεικνύονται ως οιονεί σύγχρονοι ιερομάρτυρες, που σηκώνουν στις πλάτες τους όλες τις «αμαρτίες» μιας κοινωνίας που τους έχει οδηγήσει στο σημείο στο οποίο βρίσκονται. Υιοθετεί ένα στιλ κινηματογράφησης ποιητικό και αυθόρμητο, παρόμοιο σε νοοτροπία με το τζαζ σάουντρακ που «ντύνει» τις εικόνες, που πότε συντονίζεται απόλυτα στη μόνιμη κατάσταση μέθης του Ben, σε μια συνθήκη ανάμεσα στην παραίσθηση και τον εφιάλτη, πότε βρίσκεται σε μια νυχτερινή εγρήγορση που παρακολουθεί το Λας Βέγκας μ’ ένα μείγμα φόβου και θαυμασμού. Βρίσκει την ομορφιά μέσα στην ασχήμια και τούμπαλιν και δεν δειλιάζει να βυθιστεί στο εσωτερικό σκοτάδι των δύο πρωταγωνιστών του. Και, τελικά, ενορχηστρώνει με μαεστρία μια σύγχρονη τραγωδία, που μπορεί να κλείνει με το συγκεκριμένο φινάλε που έχει επιλεχθεί, αλλά υπονοεί πως ο τρόπος με τον οποίο κατάφεραν να συνδεθούν η Sera και ο Ben αποτελεί τη μεγαλύτερη δυνατή νίκη που θα μπορούσαν να πετύχουν ενάντια σε όλους εκείνους τους παράγοντες που τους κατέστησαν αποσυνάγωγους.

Πέρα από μια σπουδή χαρακτήρων σπάνιου βάθους, το «Αφήνοντας το Λας Βέγκας» είναι ταυτόχρονα και η συμφωνία μιας πόλης, όχι ακριβώς γοητευτικής όπως θα όριζαν κάποιες ευρέως καθιερωμένες συμβάσεις, που όμως στην υπόστασή της φαίνεται να συνοψίζεται η ουσία της αμερικάνικης εμπειρίας. Μια κατασκευή εκτυφλωτικά λαμπερή, που σε απόσταση μέτρων μπορεί να εκθέσει τον περιηγητή της τόσο στη χλιδή όσο και στην εξαθλίωση, η οποία περικλείει εντός της τόσο τον πιο αντιπροσωπευτικό γιάνκικο καθωσπρεπισμό όσο και τον πλέον λούμπεν μικρόκοσμο. Δεν είναι τόσο μια κόλαση επί Γης, όσο ένα καθαρτήριο, που ξεχωρίζει τους προσαρμόσιμους από τους αδύναμους. Είναι από τις περιπτώσεις που η οπτική γύρω από το background της δράσης δεν έχει έναν τουριστικό χαρακτήρα, αντιθέτως, διέπεται από μια ουσιαστική κατανόηση της φύσης του αστικού περιβάλλοντος και της ψυχολογικής επίδρασής του στα πρόσωπα της ιστορίας. Τα πολύ έντονα χρώματα της φωτογραφίας του Declan Quinn (σε φιλμ 16 χιλιοστών) συνεισφέρουν στο να μεταδώσουν στον θεατή την όλη αίσθηση του Λας Βέγκας, με τις εναλλαγές ανάμεσα στην απατηλή ασφάλεια της ημέρας και την υπερβολικά έντονη ζωτικότητα της νύχτας, που κρύβει βεβαίως κινδύνους, να αποβαίνουν καθοριστικές.

Το συγκλονιστικό δίδυμο των Nicolas Cage κι Elisabeth Shue υπαγορεύει τον τόνο και την ψυχή στο όλο εγχείρημα. Αμφότεροι ποτέ δεν υπήρξαν καλύτεροι ερμηνευτικά, τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Η μεν Shue εκπέμπει με εξαιρετικά ισορροπημένη λεπτότητα τόσο την επιμονή και την άνεση ενός ανθρώπου που έχει βρεθεί αντιμέτωπος με όλες τις εκφάνσεις της ζωής όσο και την ευαισθησία και την ευαλωτότητα του μοναχικού ατόμου, αποφεύγοντας τις υπερβολές ακόμη και στις σκηνές που θα ήταν θεμιτές. Ο δε Cage παραδίδει ένα από τα πιο καθηλωτικά πορτρέτα εθισμού στο σινεμά, αλλά πάει πέρα και από αυτόν τον χαρακτηρισμό για να ανυψωθεί στο επίπεδο μιας φιγούρας που αγγίζει σε δραματουργικό μεγαλείο τους αντιήρωες ενός Scorsese ή ενός Lumet, με μια συνέπεια που παραπέμπει στις χρυσές στιγμές της Μεθόδου. Είναι ισοπεδωτικά επώδυνη η κάθοδός του προς το απόλυτο Μηδέν γιατί μοιάζει να μη φιλτράρεται από τον ίδιο τον Cage, που φροντίζει να αγγίξει μια σωματικότητα στην οποία ελάχιστοι συνάδελφοί του έχουν φτάσει σε ολόκληρη την ιστορία του μέσου. Και οι δύο μαζί αλληλεπιδρούν με τέτοια γνησιότητα και πάθος, βγάζουν προς τα έξω μια ενέργεια τόσο ισχυρή ώστε δίνουν τελικά την εντύπωση πως ολόκληρο το άστυ που τους περιβάλλει ποτέ δεν είχε καμία απολύτως σημασία, παρά μόνο το χρονικό διάστημα που έτυχε να πλαισιώσει τη μεταξύ τους επί της οθόνης σχέση.

Στις λεπτομέρειες κρίνεται το ότι το πόνημα του Figgis τελικά δεν φτάνει το απόλυτο σε επίπεδο καλλιτεχνικής ποιότητας (κάπως άσχημα στερεοτυπικός ο ρόλος του Julian Sands). Κατά τα άλλα, πρόκειται για ένα αξέχαστο φιλμ, που μέσα από την παρακμή οδηγεί σ’ έναν απρόσμενο δρόμο προς την κάθαρση, ο οποίος για να γίνει βατός προϋποθέτει να κοιτάξει κανείς την άβυσσο στα μάτια σύμφωνα και με τη γνωστή ρήση.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

26 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.