Ένα γεγονός που απεικονίζεται στον πίνακα του Γκόγια «3 Μαΐου 1808», ζωντανεύει: Ισπανία, 1808. στρατιώτες του Ναπολέοντα εκτελούν μια ομάδα επαναστατών, που δεν θέλουν τη γαλλική κυριαρχία και την «ελευθερία» που τους επιβάλλεται. Πριν πεθάνουν φωνάζουν «Κάτω η ελευθερία». Μεταφερόμαστε στη σημερινή εποχή. Γαλλία. Παρακολουθούμε μια σειρά από ασύνδετα, παράδοξα, τυχαία, και πολλές φορές κωμικά γεγονότα στη ζωή των αστών. Ένας άντρας φαίνεται να πουλάει πορνογραφικά καρτ-ποστάλ σε κοριτσάκια, τα οποία όμως τελικά απεικονίζουν αξιοθέατα. Στην εξοχή, στρατιώτες επιδίδονται στο κυνήγι αλεπούς. Σε ένα επαρχιακό ξενοδοχείο, μια νοσοκόμα παίζει χαρτιά με μια παρέα καλόγερων, που χρησιμοποιούν εκκλησιαστικά αντικείμενα για μάρκες. Στο ίδιο ξενοδοχείο, άλλοι φιλοξενούμενοι είναι αιμομίκτες και σαδομαζοχιστές. Πίσω στο Παρίσι, ένα κοριτσάκι αγνοείται ενώ βρίσκεται συνέχεια δίπλα στους γονείς του, ένας ελεύθερος σκοπευτής που σκοτώνει περαστικούς αθωώνεται από το δικαστήριο. Ακόμα, σε ένα επίσημο δείπνο σε ένα αστικό σπίτι, οι καλεσμένοι κάθονται πάνω σε λεκάνες τουαλέτας χωρίς να τρώνε και πάνε για φαγητό στον καμπινέ-κουζίνα. Ένας επιθεωρητής της αστυνομίας δέχεται ένα τηλεφώνημα από το φάντασμα της νεκρής αδελφής του, ενώ, αλλού, διαδηλωτές που φωνάζουν «Κάτω η ελευθερία» δέχονται τα πυρά της αστυνομίας…

Σκηνοθεσία:

Luis Bunuel

Κύριοι Ρόλοι:

Adriana Asti … η κυρία με τα μαύρα

Julien Bertheau … ο αρχηγός της αστυνομίας

Jean-Claude Brialy … Κος Foucauld

Adolfo Celi … Δρ Pasolini

Paul Frankeur … ο πανδοχέας

Michael Lonsdale … ο ταβερνιάρης

Pierre Maguelon … αστυφύλακας Gerard

Francois Maistre … καθηγητής

Michel Piccoli … ο υπαρχηγός της αστυνομίας

Claude Pieplu … αστυνομικός επίτροπος

Jean Rochefort … Κος Legendre

Bernard Verley … δικαστής

Milena Vukotic … νοσοκόμα

Monica Vitti … Κα Foucauld

Marie-France Pisier … Κα Calmette

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Luis Bunuel, Jean-Claude Carriere

Παραγωγή: Serge Silberman

Φωτογραφία: Edmond Richard

Μοντάζ: Helene Plemiannikov

Σκηνικά: Pierre Guffroy

Κοστούμια: Jacqueline Guyot

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Le Fantome de la Liberte

Ελληνικός Τίτλος: Το Φάντασμα της Ελευθερίας

Διεθνής Τίτλος: The Phantom of Liberty

Διεθνής Εναλλακτικός Τίτλος: The Specter of Freedom

Παραλειπόμενα

  • Η προτελευταία ταινία του Bunuel, που σκεφτόταν έντονα να αποσυρθεί, είναι μια συλλογή από προσωπικά βιώματα του δημιουργού, τοποθετημένα με σουρεαλιστικό τρόπο και ακανόνιστη αφήγηση ως σκετς.
  • Ο τίτλος είναι αναφορά σε σημείο του Κομουνιστικού Μανιφέστου των Karl Marx και Friedrich Engels (“ένα φάντασμα στοιχειώνει την Ευρώπη, το φάντασμα του κομουνισμού”). Υπάρχει όμως αναφορά και στον Γαλαξία, προηγούμενη ταινία του Bunuel (“και η ελευθερία μου είναι μόνο ένα φάντασμα”).
  • Ο ίδιος ο σκηνοθέτης και ο παραγωγός Serge Silberman εμφανίζονται σε ρόλο θανατοποινιτών.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Χάρης Καλογερόπουλος

Έκδοση Κειμένου: 17/8/2010

Σπονδυλωτή ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ με σουρεαλιστικά περιστατικά που κριτικάρουν τα ήθη και έθιμα της σύγχρονης κοινωνίας. Π.χ., ένα κοριτσάκι εξαφανίζεται στο σχολείο μόνο για λίγη ώρα, κι επειδή είναι κόρη σπουδαίου προσώπου κινητοποιείται και συνεχίζει όλος ο μηχανισμός της αστυνομίας και μετά την εύρεση. Το μέγεθος της έρευνας πρέπει να αντιστοιχήσει στο κοινωνικό μέγεθος του προσώπου. Ή, ένας γιατρός λέει στον κύριο πως έχει καρκίνο κι εκείνος τον χαστουκίζει για την «προσβολή». Ή, σε ομαδικό οργανωμένο κυνήγι συμμετέχει στρατός με άρματα, γιατί ο πόλεμος, βλέπετε, είναι κατά βάθος ένα σπορ κ.λπ.

Πώς προσδιορίζεται άραγε η ελευθερία; Σε ένα πρώτο επίπεδο αντιλαμβανόμαστε την ελευθερία του λόγου και της δράσης σε μια κοινωνία, στον βαθμό που αυτή η κοινωνία μπορεί να το αντέχει ώστε να μη διαλυθεί ως δομή. Πρέπει να έχουμε δικαίωμα στη γνώση, στην εργασία, στην έκφραση και στη δημιουργία, στον έρωτα κ.λ.π., αλλά δεν έχουμε π.χ. δικαίωμα να σπάμε το αμάξι του γείτονα ή να τον εμποδίζουμε να μιλήσει σε μια συνέλευση της πολυκατοικίας, επειδή τον αντιπαθούμε. Είναι η ελευθερία όπως την αντιλαμβάνονται τα συντάγματα των κρατών. Είναι μια παράμετρος που κάθε φορά αντανακλά ανάγκες του κοινωνικού μορφώματος. Δεν είναι ελευθερία όπως την «αισθανόμαστε» ως κατάσταση, αλλά απλά ένας σχεδιασμός επιτρεπτών κινήσεων σε μια σκακιέρα, και αυτό αφορά κάθε κοινωνία και κάθε πολίτευμα. Αλλά στο ψυχικό πεδίο, η ελευθερία εκφράζεται ως ένα υπαρξιακό μέγεθος που ζητά τη διαρκή αύξηση του, ως θραύση των εμποδίων. Το όριο μιας μέγιστης ελευθερίας βρίσκεται στην κατάργηση της συνείδησης και στην επιστροφή στο φυσικό ένστικτο -πραγματικά ελεύθερη μπορεί να είναι η γάτα μας, όχι εμείς. Και επειδή αυτό είναι αδύνατο, ο άνθρωπος διαρκώς παραδέρνει από τη μια φαντασίωση περί ελευθερίας στην άλλη, ανάλογα τις κοινωνικές θεσμίσεις μέσα στις οποίες έχει αναπτυχθεί.

Μπορεί ο Μπουνιουέλ να στοχεύει (σατιρίζοντας) συχνά στην αστική δημοκρατία (που δεν είναι βέβαια δημοκρατία αλλά πολεμικό παιχνίδι εμπόρων, βιομηχάνων και τραπεζιτών-χρηματιστών, μέσα στο οποίο οι «ελευθερίες» είναι λίγο πολύ τα καταναλωτικά καρότα), αλλά στο «Φάντασμα της Ελευθερίας» ίσως άθελά του (κάτι που κατανοώ τώρα πια κι όχι τότε που πρωτοείδαμε την ταινία) κριτικάρει ευρύτερα τα κοινωνικά συστήματα, όλα τα κοινωνικά συστήματα και όχι μόνο την αστο-κρατία, και κριτικάρει από τη σκοπιά ενός αναρχικού -που άλλωστε είναι ως σουρεαλιστής. Οι πολίτες αναζητώντας ψήγματα ελευθερίας ανάμεσα από τις νόρμες, θεωρούν αυτό σωστό ή ηθικό ή ωραίο και εκείνο λάθος, ανήθικο ή άσχημο σύμφωνα με το ιδεολογικό σύστημα μέσα στο οποίο ανατράφηκαν ή σύμφωνα με ένα άλλο με το οποίο θέλουν να το αντικαταστήσουν. Σε όλες τις περιπτώσεις, διασπούν κάθε φυσικό προτσές σε κομμάτια, αντιλαμβανόμενοι το ένα αρνητικό και το άλλο θετικό. Έτσι, κλειδί για την ανάγνωση όλου του έργου αποτελεί η σκηνή όπου η πεπτική λειτουργία έχει αντεστραμμένη αξιολόγηση: αφοδεύουμε ομαδικά σε ευχάριστη ατμόσφαιρα στην τραπεζαρία και αποσυρόμαστε διακριτικά, με κάποια ντροπή, σε μικρές καμπίνες για να φάμε. Είναι τόσο αυθαίρετο όσο και το ανάποδό του που θεωρούμε φυσιολογικό και προφανές.

Ολόκληρο το φιλμ, που είναι ένα συγκαλυμμένο δοκίμιο, στηρίζεται στις ανατροπές-αντιστροφές αυτού που θεωρείται «φυσικό», δεδομένο, λογικό, και ο «σουρεαλισμός» του δεν είναι ποιητικής τάξης αλλά εργαλείο σκέψης. Όσο για το υφολογικό άρωμα της ταινίας, είναι ακαταμάχητα μπουνιουελικό όσο ποτέ. Ο «Κυνόδοντας» του Λάνθιμου (ένα ακόμη δοκίμιο πάνω στη φαντασιακή θέσμιση) βρίσκεται στο ίδιο στοχαστικό πεδίο.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

15 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.