Μια παρέα έξι μεγαλοαστών φίλων, ανάμεσά τους ο πρέσβης μιας λατινοαμερικάνικης χώρας, προσπαθούν επανειλημμένα να συναντηθούν για φαγητό, αλλά τα σχέδια τους συνεχώς ματαιώνονται. Κι ενώ αρχικά όλα μοιάζουν να είναι αποτέλεσμα μιας κακής συνεννόησης, τελικά τα εμπόδια που προκύπτουν μοιάζουν ολοένα και πιο περίεργα.

Σκηνοθεσία:

Luis Bunuel

Κύριοι Ρόλοι:

Fernando Rey … Δον Rafael Acosta

Paul Frankeur … Francois Thevenot

Delphine Seyrig … Simone Thevenot

Bulle Ogier … Florence

Stephane Audran … Alice Senechal

Jean-Pierre Cassel … Henri Senechal

Julien Bertheau … μονσινιόρ Dufour

Michel Piccoli … ο υπουργός

Georges Douking … ο κηπουρός

Milena Vukotic … Ines

Claude Pieplu … ο συνταγματάρχης

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Luis Bunuel, Jean-Claude Carriere

Παραγωγή: Serge Silberman

Φωτογραφία: Edmond Richard

Μοντάζ: Helene Plemiannikov

Σκηνικά: Pierre Guffroy

Κοστούμια: Jacqueline Guyot

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Le Charme Discret de la Bourgeoisie

Ελληνικός Τίτλος: Η Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας

Διεθνής Τίτλος: The Discreet Charm of the Bourgeoisie

Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Η Διακριτική Γοητεία της Μπουρζουαζίας [επανέκδοσης]

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας (Γαλλία). Υποψήφιο για αυθεντικό σενάριο.
  • Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα ξενόγλωσσης ταινίας.
  • Βραβείο Bafta πρώτου γυναικείου ρόλου (Stephane Audran) και σεναρίου. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία και σάουντρακ.

Παραλειπόμενα

  • Παρότι είχε ανακοινώσει ότι η Τριστάνα θα ήταν η τελευταία του ταινία, μια κι ένιωθε ότι επαναλαμβάνονταν, ο Bunuel συναντήθηκε με τον Jean-Claude Carriere και έκαναν μια κουβέντα πάνω σε αυτό το θέμα. Έπειτα ο ισπανός δημιουργός είδε τον παραγωγό Serge Silberman, που του είπε εν είδει ανεκδότου ότι είχε ξεχάσει ότι είχε διοργανώσει ένα δείπνο, και είδε ξαφνικά έξι φίλους του στην εξώπορτα του. Αυτό στάθηκε ως έμπνευση για τον Bunuel, με τον Silberman να του δίνει προκαταβολικά 2 χιλιάδες δολάρια για να γράψουν το σενάριο.
  • Το σενάριο τιτλοφορούνταν Bourgeois Enchantment (μπουρζουαζική γοητεία), αλλά ο τελικός τίτλος άλλαξε.
  • Ο σκηνοθέτης άφησε την Delphine Seyrig και τη Stephane Audran να επιλέξουν οι ίδιες ποιο ρόλο θα ήθελαν, ενώ έπειτα έκανε προσαρμογές στο σενάριο για τους ταιριάζει περισσότερο.
  • Ο Jean-Pierre Cassel πέρασε από οντισιόν, αλλά έμεινε έκπληκτος που ο Bunuel τον επέλεξε ρίχνοντας του μονάχα μία ματιά.
  • Για πρώτη φορά, ο Bunuel έκανε χρήση μόνιτορ επί των γυρισμάτων, μπορώντας έτσι επί τόπου να βλέπει τι έχει γυρίσει, κάτι που προσέδωσε στην ταινία έναν διαφορετικό τόνο από τις προηγούμενες του. Μεταξύ των αλλαγών, χρησιμοποιεί ζουμ και travelling λήψεις, αντίθετα με τα στατικά πλάνα και τα close-up που συνήθιζε.
  • Αισθανόμενος πως είχε στα χέρια του μια ιδιαίτερη ταινία, ο Silberman αποφάσισε να μην κρατήσει το φιλμ για το φεστιβάλ των Κανών, αλλά να το βγάλει γρήγορα για να προλάβει τις ημερομηνίες του ξενόγλωσσου Όσκαρ. Βέβαια, ο Bunuel ήταν γνωστό ότι ήταν αντίθετος με τα βραβεία, και αστειευόμενος δήλωσε ότι πλήρωσε 25 χιλιάδες δολάρια για να κερδίσει το αγαλματάκι.
  • Στα κρέντιτ φαίνεται ο ίδιος ο Bunuel να είναι υπεύθυνος για την ηχητική μπάντα μαζί με τον Guy Villette. Περί αυτού ήταν και υποψήφιος στα Bafta. Εκείνη την εποχή, όμως, ήταν ήδη σχεδόν κουφός.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Χάρης Καλογερόπουλος

Έκδοση Κειμένου: 4/8/2010

Η «Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας» του Λουίς Μπουνιουέλ όντως αποτελεί δίπτυχο μαζί με τον «Άγγελο Εξολοθρευτή». Και στις δυο ταινίες οι νευρώσεις των αστών εκφράζονται, «ποιητική αδεία», μέσα από μια διαρκή ματαίωση, μια αναστολή εκπλήρωσης της επιθυμίας, μια ανικανότητα να χειριστούν τα ίδια τους τα προνόμια του πλούτου και της κοινωνικής δύναμης, μάλιστα όχι στη φάση διεκδίκησης αυτών των προνομίων, αλλά στη φάση της απόλαυσης των καρπών. Στο βάθος, η ματαίωση αφορά τον φόβο των αστών μη χάσουν τα κεκτημένα τους. Εν μέρει συνειδητά, εν μέρει ασυνείδητα, νοιώθουν ότι η ταξική πάλη δεν τελειώνει ποτέ και η εκδίκηση παραμονεύει.

Στον «Εξολοθρευτή» αδυνατούν να ολοκληρώσουν το σουαρέ στο μεγαλοαστικό σπίτι του ενός, παγιδευμένοι σαν πρόβατα στο μαντρί, κι ενώ θα αρκούσε να ανοίξουν την πόρτα και να φύγουν, φτάνουν σε κατάσταση απελπισίας τέτοια που επιχειρούν μέχρι και να ανοίξουν τρύπες στον τοίχο. Στην «Κρυφή Γοητεία», πάλι, τα μέλη της παρέας δεν καταφέρνουν να ολοκληρώσουν ένα  δείπνο, απλά ένα δείπνο, αν και κάνουν -ή ονειρεύονται ότι κάνουν- πολλές συναντήσεις-απόπειρες με αυτό τον σκοπό. Η ιδέα για ένα δείπνο είναι εξαιρετική. Τίποτε δεν συμβολίζει πιο καίρια την ευμάρεια και το κοινωνικό στάτους των αστών, από το «καλό δείπνο». Παρακολουθήσαμε αυτή τη σημειολογική εξέλιξη και στην ελληνική κοινωνία από τα 1990 μέχρι τώρα. Ο λεφτάς που κάποτε επεδείκνυε τα φράγκα του στα μπουζούκια της παραλιακής μιμούμενος τον Ωνάση, διανθίζοντας το socializing με ποδοσφαιρολογία, εξελίχθηκε σε μοδάτο που πηγαίνει στα καλά ρεστοράν και πλέον σχολιάζει ότι «βρήκε την κουζίνα του τάδε σεφ λίγο κουρασμένη σε σχέση με την απογείωση που παρουσίασε το καλοκαίρι στη Μύκονο». Στην πραγματικότητα, οι αστοί στους οποίους αναφέρεται ο Μπουνιουέλ δεν διαφέρουν πολύ από τους φραγκάτους ελληνάρες. Δεν είναι οι παλιοί καλλιεργημένοι αστοί του Βισκόντι, όντως γοητευτικοί στην παρακμή τους. Είναι ακριβώς λαμόγια, που λόγω της συνολικής γαλλικής κουλτούρας μέσα στην οποία ζουν και αναπτύσσονται, υιοθετούν τους «καλούς τρόπους», οι οποίοι όμως δεν τους καλύπτουν όταν παρουσιάζεται μια αναποδιά. Τότε ξεβρακώνονται. Άλλοτε πάλι, σε στιγμές σιγουριάς, καλούν τον σοφέρ τους που περιμένει απ’ έξω, τον βάζουν να πιει ένα dry martini και όταν φεύγει θριαμβολογούν πάνω στην ανικατότητά του να το πιει, ως λαϊκός που είναι, «με τον σωστό τρόπο» όπως εκείνοι μόνο ξέρουν. Για αυτούς τους αστούς, το know-how της ευζωίας ταυτίζεται με την «καλλιέργεια» όπως την αντιλαμβάνονται.

Σε αυτή την ταινία του ο μεγάλος ισπανός σκηνοθέτης δεν καταφεύγει ακριβώς στον σουρεαλισμό, προτιμά την ειρωνεία που ξεκινά ήδη από τον τίτλο της ταινίας: η διακριτική γοητεία. «Διακριτική» λόγω των καλών τρόπων, λόγω του ότι όλα σκεπάζονται από κάποιο στυλ, «γοητεία» γιατί οι ήρωες μοιάζουν χαριτωμένοι μέσα από τις μικροαναποδιές… ενώ τελικά δεν είναι ούτε διακριτικοί ούτε γοητευτικοί ούτε χαριτωμένοι, αλλά κωμικές φιγούρες μιας φάρσας που όμως απηχεί το ταξικό δράμα.

Ένας πρέσβης μιας μπανανίας (Δημοκρατία της Μιράντα) που εισάγει, ελέω διπλωματικής ασυλίας κοκαΐνη, οι δυο μεγαλοπιασμένοι γάλλοι φίλοι του που αγοράζουν και πουσάρουν, οι γυναίκες τους (με τη μια να κερατώνει τον σύζυγο με τον πρέσβη) και μια γιαλαντζί new-age χίπισσα του καναπέ νεαρή κουνιάδα, ένας «φιλοσοφημένος» (υποτίθεται) επίσκοπος που πιάνει δουλειά στο σπίτι του ενός ζευγαριού ως… κηπουρός αλλά σκοτώνει έναν ετοιμοθάνατο χωρικό αφού πρώτα τον εξομολογεί, μαθαίνοντας ότι κάποτε είχε σκοτώσει τους δικούς του γονείς, ένας φίλος καραβανάς με την μονάδα του που κατασκηνώνει για στρατιωτικές ασκήσεις έξω από το σπίτι του άλλου ζευγαριού (γιατί, βλέπετε, ο πόλεμος είναι κάτι σαν σπορ…) και μια ακτιβίστρια της Μιράντα που ο πρέσβης την πυροβολεί με κυνηγετικό ως μπεκάτσα απ’ το παράθυρο της πρεσβείας και αργότερα την μπαγλαρώνει με μυστικούς για επιστροφή στην πατρίδα ή ολοκληρωτική εξαφάνιση. Κάποια στιγμή, η αστυνομία τσιμπάει τους τρεις κυρίους για εμπορία ναρκωτικών, αλλά ένα τηλεφώνημα από υπουργό «τακτοποιεί» το θέμα και απαλλάσσονται -μάλιστα, οι εξηγήσεις που δίνονται τηλεφωνικά από τον ανώτερο στον κατώτερο καλύπτονται ηχητικά από τον θόρυβο αεροπλάνου και γραφομηχανής. Μήπως χρειαζόμαστε εξηγήσεις;… είναι οι μικρές λεπτομέρειες που αναδεικνύουν τον Μπουνιουέλ ως μάστορα. Σε αυτό το φιλμ, το βασικό μεταφυσικό καρύκευμα δεν είναι ο καθολικισμός (αγαπημένο του θέμα), αν και τον περιποιείται κι αυτόν με τη στάση του επισκόπου. Κυρίως αντικαθίσταται από μια αόριστη μεταφυσική των ονείρων που οι περισσότεροι βλέπουν, ακόμη και οι στρατιωτικοί (!),  προσδίδοντας στην αφήγηση έναν κωμικό ρομαντισμό. Όλα πολύ εύγλωττα, ξεκάθαρα και καθόλου σουρεαλιστικά. Απλά ο Μπουνιουέλ τα οργανώνει σε ένα ύφος «ψιλό γαζί» ώστε να φαίνονται σουρεαλιστικά. Ψυχή του φιλμ είναι ακριβώς η ειρωνεία. Ενώ οι ήρωες κοντράρονται μεταξύ τους «ιδεολογικά», όλοι βράζουν στο ίδιο καζάνι και κορυφώνεται ο στρουθοκαμιλισμός-παραλογισμός τους. Οι καταστάσεις είναι γελοίες εκ των πραγμάτων, τα σώματα κινούνται στον χώρο και τα πρόσωπα αντιδρούν, πάντα «καθώς πρέπει», σαν να μην μπορούν να δικαιώσουν τις ενέργειες και εκφράσεις τους, αφού αυτά που λένε (υποτίθεται: σκέφτονται) είναι συμβατικές ατάκες, πρετ-α-πορτέ για κάθε περίσταση, Εξου και το ευφυές επαναλαμβανόμενο αλληγορικό μοτίβο όπου οι ήρωές μας περπατούν σε ένα έρημο επαρχιακό δρόμο αμίλητοι, έτσι, χωρίς λόγο, χωρίς προορισμό. Είναι η εικόνα της ζωής τους, μιας ζωής ανερμάτιστης, ζωής «καλοντυμένης» αλλά με ρούχα που δεν φορέθηκαν για να γίνει μια πραγματική συνάντηση μεταξύ τους.

Βαθμολογία:


Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 12/1/2020

Δεν υπάρχει ουσιαστικότερη συμπύκνωση του κινηματογραφικού έργου του Bunuel από την «Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας». Σε μια από τις τελευταίες (και σπουδαιότερες) στιγμές στη φιλμογραφία του, ο σημαντικότερος σκηνοθέτης που αναδείχθηκε ποτέ από την Ισπανία, σε σεναριακή συνεργασία με τον Jean-Claude Carriere, «πυροβολεί» αδιακρίτως εναντίον όλων των συμβόλων του ευρέως εννοούμενου καθωσπρεπισμού. Αστική τάξη, καθολικισμός (και ο χριστιανισμός εν γένει), στρατός, αστυνομία, πολιτικό προσωπικό, κράτος, οικογένεια, όλα αποδομούνται υπό το αιρετικό πρίσμα του Bunuel, ξεγυμνώνοντας διαρκώς τους έξι βασικούς ήρωες που κινούνται στο πλαίσιο αυτών των θεσμών από οποιοδήποτε κοινωνικού τύπου κάλυμμα τους προσφέρει η ιδιότητά τους, φέρνοντάς τους αντιμέτωπους με τους μύχιους φόβους τους που περιλαμβάνουν την απώλεια, την ταπείνωση και, φυσικά, τον θάνατο. Όλα όσα εκπροσωπεί το στάτους των χαρακτήρων αποδυναμώνονται και απομυθοποιούνται μέσω της ενσάρκωσής τους από τους ίδιους, με την ενδελεχή παρουσίαση των άφθονων σκοτεινών τους σημείων (έπαρση, διαφθορά, δειλία, εξουσιομανία, μοχθηρία μεταξύ άλλων) και την ύστερη διακωμώδησή τους. Το δε εύρημα της τοποθέτησης της δραματουργίας σε μια δομή κωμικού βουλεβάρτου, όπου οι παρεξηγήσεις και τα ευτράπελα έχουν τον πρώτο λόγο, αποτελεί μια ιδιοφυή ανατροπή της συγκεκριμένης φόρμας, μιας και μετατρέπει ένα ανώδυνο είδος σε μια ωρολογιακή βόμβα γεμάτη αιχμηρές πολιτικοκοινωνικές τοποθετήσεις. Κοινώς, μετατρέπει μια γαλλική παράδοση συνυφασμένη με την άκακη ψυχαγωγία σε μανιφέστο!

Ο αξιακός καμβάς του Bunuel διαφαίνεται από το ποια βασικά πρόσωπα μένουν στο απυρόβλητό του: η νεαρή γυναίκα που έχει λάβει εντολή να δολοφονήσει τον Acosta λόγω του ανελεύθερου καθεστώτος που υπονοείται ότι έχει επιβάλλει η Γαλλία στη χώρα της, το υπηρετικό προσωπικό της βασικής εξάδας που υπομένει ιώβεια τα καμώματά τους, καθώς και ο επιθεωρητής που προσαγάγει τους πρωταγωνιστές, όπου ως θετικό χαρακτηριστικό αναγνωρίζεται η διάθεσή του για απόδοση δικαιοσύνης και όχι ο γραφειοκρατικός του ρόλος ως όργανο του νόμου βέβαια. Ενώ όμως ένας λιγότερο επιδέξιος κινηματογραφιστής ενδεχομένως θα αναμείγνυε αυτά τα πρόσωπα με τρόπο ανομοιογενώς σοβαροφανή κι επομένως διδακτικό σε ένα σύνολο που έχει ένα ξεκάθαρα σατιρικό προφίλ, εδώ εντάσσονται με αξιοθαύμαστη ομαλότητα στο σύμπαν που πλάθεται, βγάζοντας κι αυτά μια πικρή κωμικότητα που προέρχεται από το γεγονός ότι αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις που καταπνίγονται από το σύστημα στο οποίο συμμετέχουν. Η διαρκής σύγχυση που επικρατεί μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας αποτελεί κι αυτή ένα εξαιρετικά εύστοχο σχόλιο επάνω στη φύση του συστήματος που εξετάζει ο Bunuel, υποδηλώνοντας πως τα χαλαρά όρια μεταξύ τους κρύβουν και ομοιότητες στο πώς λειτουργούν. Εν ολίγοις, διατυπώνεται εμμέσως πως τελικά τα ίδια πρωτόγονα ένστικτα ψυχολογικής και σεξουαλικής φύσης που διαμορφώνουν το υποσυνείδητο κι εκδηλώνονται μέσω των ονείρων, είναι και αυτά που βρίσκονται στη βάση των γενικώς αποδεκτών κανόνων της κοινωνίας. Αυτό κάνει και την όλη προσπάθεια των ηρώων να «πιαστούν» από προσωπεία και ρόλους, που σκοπό έχουν να καλύψουν κάπως τις ορμέμφυτες επιθυμίες τους, κωμικά απεγνωσμένη.

Πού καταλήγει όμως ο στοχασμός του αξεπέραστου αυτού δημιουργού; Η απάντηση ίσως και να βρίσκεται στη σεκάνς που επαναφέρεται συνολικά τρεις φορές κατά τη διάρκεια του φιλμ, και με την οποία κιόλας κλείνει: αυτή που δείχνει τους πρωταγωνιστές να περπατούν αέναα σε έναν αυτοκινητόδρομο καταμεσής της εξοχής. Όσα τους περιβάλλουν υπήρχαν κατά πάσα πιθανότητα πριν από αυτούς και θα εξακολουθήσουν να βρίσκονται εκεί. Οι ίδιοι είναι που σίγουρα δεν θα μπορούν να συνεχίζουν τη διαδρομή τους για πάντα. Και αυτό είναι νομοτελειακό…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

17 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.