Ένα γεμάτο αγωνία τσούρμο ανέργων περιμένει να ακούσει ένα καλό νέο από τον υπεύθυνο του γραφείου εύρεσης εργασίας. Η τύχη χαμογελά σε κάποιον άνδρα που ονομάζεται Αντόνιο Ρίτσι, ο οποίος επιλέχθηκε από τον δήμο της Ρώμης να εργαστεί ως αφισοκολλητής. Η δουλειά όμως απαιτεί ποδήλατο και ο Ρίτσι δεν έχει πια, το έχει δώσει ενέχυρο. Έτσι, θα πει ψέματα, θα πάρει τη δουλειά και μαζί μια ωραία στολή. Μέχρι αύριο πρέπει να βρει ένα ποδήλατο. Η γυναίκα του έχει τη λύση: δίνει ενέχυρο τα σεντόνια της προίκας της και το ποδήλατο επιστρέφει στην οικογένεια. Πριν ξημερώσει, οι ποδηλάτες-αφισοκολλητές ξεχύνονται στους δρόμους. Ανάμεσά τους κι ο ευτυχισμένος ακόμα Ρίτσι. Την ώρα όμως που ανεβασμένος στη σκάλα του κολλά μια αφίσα που διαφημίζει την τελευταία ταινία της Ρίτα Χέιγουορθ, κάποιοι του κλέβουν το ποδήλατο. Η Ρίτα Χέιγουορθ κοιτά χαμογελαστή από τον τοίχο τον Ρίτσι να κυνηγά απεγνωσμένα τον κλέφτη. Η επιβίωση της οικογένειας, όμως, εξαρτάται από το ποδήλατο. Έτσι, την επόμενη μέρα αρχίζει η αναζήτηση.

Σκηνοθεσία:

Vittorio De Sica

Κύριοι Ρόλοι:

Lamberto Maggiorani … Antonio Ricci

Enzo Staiola … Bruno Ricci

Lianella Carell … Maria Ricci

Gino Saltamerenda … Baiocco

Elena Altieri … η φιλόπτωχος

Vittorio Antonucci … Alfredo Catelli

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Oreste Biancoli, Suso Cecchi D’Amico, Vittorio De Sica, Adolfo Franci, Gherardo Gherardi, Gerardo Guerrieri, Cesare Zavattini

Στόρι: Cesare Zavattini

Παραγωγή: Giuseppe Amato, Vittorio De Sica

Μουσική: Alessandro Cicognini

Φωτογραφία: Carlo Montuori

Μοντάζ: Eraldo Da Roma

Σκηνικά: Antonio Traverso

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Ladri di Biciclette

Ελληνικός Τίτλος: Κλέφτης Ποδηλάτων

Διεθνής Τίτλος: Bicycle Thieves

Διεθνής Εναλλακτικός Τίτλος: The Bicycle Thief

Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Ο Κλέφτης των Ποδηλάτων

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Ladri di Biciclette του Luigi Bartolini.

Κύριες Διακρίσεις

  • Τιμητικό Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας (Ιταλία). Υποψήφιο για διασκευασμένο σενάριο.
  • Χρυσή Σφαίρα ξενόγλωσσης ταινίας.
  • Βραβείο Bafta καλύτερης ταινίας από οποιαδήποτε πηγή προέλευσης.
  • Ειδικό βραβείο επιτροπής στο φεστιβάλ του Λοκάρνο.

Παραλειπόμενα

  • Δεν λείπει από καμία λίστα των μεγαλύτερων έργων όλων των εποχών, και στέκει ως ένα από τα σημαντικότερα δείγματα του ιταλικού νεορεαλισμού. Κι όμως, ο De Sica δεν έβρισκε με τίποτα κεφάλαια να τη γυρίσει, κι έτσι στράφηκε στους φίλους του που ευτυχώς τον βοήθησαν. Από το μυθιστόρημα του ποιητή-καλλιτέχνη Luigi Bartolini δανείστηκε μονάχα τον τίτλο και κομμάτια επί της πλοκής. Ακολουθώντας τις αρχές του νεορεαλισμού, όλα τα γυρίσματα έγιναν εκτός στούντιο, σε δρόμους ή οικήματα, και οι ηθοποιοί ήταν άπαντες ερασιτέχνες. Το τελικό πλάνο δε ήταν ένας φόρος τιμής στον αγαπημένο δημιουργό του σκηνοθέτη, τον Charlie Chaplin.
  • Μεγάλο το μπέρδεμα με τον τίτλο της ταινίας και τη μετάφραση του στα αγγλικά. Επί της ταινίας ο κλέφτης είναι ένας, αλλά ο τίτλος αναφέρεται στον πληθυντικό. Έτσι, η πρώτη μετάφραση που δόθηκε σε ΗΠΑ και Βρετανία ήταν Bicycle Thieves. Μια κριτική στους The New York Times του 1949 αναφέρεται στην ταινία ως The Bicycle Thief, κάτι που έμελλε να καθιερωθεί για χρόνια. Υπάρχει όμως και η άποψη πως αφού ο κεντρικός ήρωας αναγκάζεται και ο ίδιος να κλέψει ένα ποδήλατο, οι κλέφτες ήταν όντως πολλοί. Το όλο βέβαια μπέρδεμα δεν προήλθε από πουθενά αλλού παρά από την απόφαση του De Sica να διατηρήσει τον τίτλο του βιβλίου, αλλά όχι όλη του την πλοκή.
  • Πολύ σημαντική η επιρροή της ταινίας στην μετέπειτα πορεία της έβδομης τέχνης, και ειδικά στον ασιατικό κινηματογράφο, και δη τον ιρανικό (ιρανικό νέο κύμα). Το 1989, ο Maurizio Nichetti παρουσίασε τον Κλέφτη των Σαπουνιών, μια παρωδία της ταινίας, ενώ ο Tim Burton τη χρησιμοποιεί ως βάση για το Η Μεγάλη Περιπέτεια του Πι-Γουί (1985). Άμεση επιρροή άσκησε και σε άλλους μεγάλους δημιουργούς, όπως τους: Satyajit Ray, Ken Loach και Isao Takahata. Τον Φεβρουάριο του 2019, δε, διασκευάστηκε στο Σικάγο ως θεατρικό.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 29/3/2020

Χωρίς την ύπαρξη του ιταλικού νεορεαλισμού, το σίγουρο είναι ότι το σινεμά όπως το γνωρίζουν οι περισσότεροι σήμερα δεν θα είχε την ίδια μορφή. Είναι τόσο μεγάλη αλλά και διακριτική η επιρροή που άσκησε στην έβδομη τέχνη το συγκεκριμένο ρεύμα, είτε άμεσα (π.χ. βρετανικό Νέο Κύμα και κατ’ επέκταση το κοινωνικό σινεμά όπως διαμορφώθηκε στη συγκεκριμένη χώρα) είτε πιο έμμεσα (εν γένει επάνω στον ευρωπαϊκό σινεφίλ κινηματογράφο) που δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί με απόλυτη ακρίβεια, σε μερικές περιπτώσεις δε ακόμη και να εντοπιστεί ως άμεση μορφή έμπνευσης.

Ο «Κλέφτης Ποδηλάτων» μάλλον αποτελεί την κορωνίδα και συνάμα την τελειότερη σύνοψη αυτής της σχολής. Πέραν της κατασκευαστικής τελειότητας του φιλμ, με πλανοθεσία ανωτάτου επιπέδου που εκμεταλλεύεται στο έπακρο τους φυσικούς χώρους και που, παρά τους ασφυκτικούς περιορισμούς του προϋπολογισμού, κατορθώνει να συνθέσει ένα οπτικά αψεγάδιαστο αποτέλεσμα με μια εικονογραφία που θα έβρισκε μιμητές ακόμη και στο Χόλιγουντ εκείνης της εποχής, πρόκειται περί περίπτωσης ριζοσπαστικού αριστουργήματος ως προς το πώς προσεγγίζει το θέμα του.

Ο Antonio του Lamberto Maggiorani (από τις πλέον εμβληματικές ερμηνείες μη επαγγελματία ηθοποιού στη μεγάλη οθόνη όλων των εποχών), παρότι στο πρόσωπό του ενσαρκώνεται μια ολόκληρη κοινωνική πραγματικότητα μιας δύσκολης μεταβατικής περιόδου για την Ιταλία, είναι το αντίθετο άκρο ενός εξιδανικευμένου χαρακτήρα. Επανειλημμένως προχωρά σε σφάλματα κρίσης, δεν είναι σίγουρος ως προς το πώς να διαπαιδαγωγήσει τον γιο του, τον οποίο δεν ξέρει πώς να προστατέψει από την τραγικότητα της συνθήκης στην οποία βρίσκονται και οι δυο τους, ενώ φυσικά καταλήγει να απομυθοποιείται πλήρως μπροστά στα μάτια του εξαιτίας της πράξης απελπισίας στην οποία προβαίνει στο φινάλε. Και είναι λόγω αυτών των άφθονων ατελειών του, που το πορτρέτο του είναι γνήσια ουμανιστικό και αποτελεί έναν αληθινό ύμνο στον αφανή ήρωα της εργατικής τάξης.

Η συγκίνηση που πηγάζει από τα δρώμενα εξακολουθεί και συνεπαίρνει πάνω από εβδομήντα χρόνια μετά την πρώτη προβολή της ταινίας, λόγω της αριστοτεχνικής ισορροπίας που επικρατεί μεταξύ ντοκιμαντεριστικού ρεαλισμού, ο οποίος προσδίδει στο σύνολο μια εξόχως στιβαρή βάση για να κάνει τον θεατή να επενδύσει συναισθηματικά, και κατασκευαστικής και αφηγηματικής τελειομανίας, η οποία ανυψώνει το τελικό αποτέλεσμα σε επίπεδα πολύ υψηλής τέχνης. Η δε αδυσώπητη κριτική επάνω στην τακτική του «διαίρει και βασίλευε» του δυτικού οικονομικού μοντέλου εν γένει, και όχι αποκλειστικά εντός του πλαισίου μιας μεταπολεμικής Ιταλίας που μαζεύει τα συντρίμμια της, που είναι δομημένο με τρόπο τέτοιο ώστε άνθρωποι με κοινά ευρύτερα συμφέροντα να καταλήγουν να είναι εγκλωβισμένοι σε έναν οιονεί θανάσιμο ανταγωνισμό, είναι όχι μόνο υπερβατική εννοιολογικά για το μέσο τη χρονολογία κυκλοφορίας της ταινίας, αλλά και διαχρονική, στον βαθμό που να δύναται να αφυπνίσει έναν λιγότερο υποψιασμένο πνευματικά θεατή που θα έχει την κατάλληλη συναισθηματική νοημοσύνη για να απορροφήσει αυτό που παρακολουθεί.

Μια πολύ σημαντική απόδειξη της τεράστιας αξίας της συγκεκριμένης δημιουργίας είναι και το ότι επιτελεί μια πλειάδα διαφορετικών ρόλων και το κάνει αυτό παίρνοντας άριστα σε όλους εξ αυτών. Είναι ταυτόχρονα ένα παράθυρο με πλήρη θέα σε ένα εξαιρετικά σημαντικό χωροχρονικό σημείο του 20ού αιώνα και μια πάντοτε επίκαιρη κοινωνικοπολιτική παραβολή, μια επώδυνη ιστορία ενηλικίωσης ενός αγοριού που έρχεται αντιμέτωπο με συμπεράσματα που είναι αδύνατο να επεξεργαστεί στην ηλικία όπου βρίσκεται, κι ένα αναλυτικό ψυχογράφημα ενός βιοπαλαιστή που αποτελεί τραγική φιγούρα γιατί λόγω των συνθηκών εντός των οποίων κινείται δεν θα έρθει ποτέ σε κατάσταση αυτεπίγνωσης για τη σημαντικότητα αυτού που εκπροσωπεί με το δράμα του.

Ειδικής μνείας αξίζει το πόσο μαεστρικά διαχειρίζεται τον παράγοντα «συναίσθημα» ο De Sica. Εκεί που το Χόλιγουντ της δεκαετίας του 1940 δεν αντιστεκόταν στον πειρασμό γύρω από μια παρόμοια κεντρική ιδέα ως προς το να ξεπέσει στον μελοδραματισμό ή να προσφέρει ένα λυτρωτικό χαρούμενο τέλος κι ας μην ταίριαζε απολύτως υφολογικά με ό,τι προηγήθηκε, ο σπουδαίος αυτός δημιουργός επιδεικνύει μια αξιοθαύμαστη ωριμότητα ως προς το να αποφύγει παγίδες σαν αυτές που προαναφέρθηκαν αλλά και στο πώς διαχειρίζεται τις λεπτομέρειες γύρω από αυτό τον παράγοντα. Φέρνει την αγάπη στη σχέση μεταξύ πατέρα και γιου σε μια πραγματιστική βάση, δεν την καθιστά ουδέποτε κραυγαλέα και υπερβολική, επιστρατεύει μια λιτότητα, κι εστιάζει σε μικρές χειρονομίες και λεπτές συμπεριφορές για να αναδείξει το τι νιώθουν ο ένας για τον άλλον. Η δε θρυλική έσχατη εικόνα της τελικής σεκάνς, αν και υπό το πρίσμα μιας πρώτης ανάγνωσης έχει ξεκάθαρα πεσιμιστική νοηματική, ουσιαστικά δεν αποκλείει το πρωταγωνιστικό δίδυμο από μια μελλοντική, εκτός οθόνης, αναζήτηση της ευτυχίας που μπορεί να προκύψει από τις εσωτερικές αλλαγές από τις οποίες έχει περάσει. Όλοι αυτοί οι λόγοι και πολλοί άλλοι συμβάλλουν στην αδιαμφισβήτητη ετυμηγορία ότι ο «Κλέφτης Ποδηλάτων» είναι μία από τις λαμπρότερες στιγμές στην υπεραιωνόβια εξέλιξη του μέσου του κινηματογράφου. Βήματα ανάλογης σπουδαιότητας για οποιαδήποτε μορφή τέχνης γίνονται πάρα πολύ αραιά.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

15 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.