Δύο ονειροπόλοι -η Μία, μια εμπνευσμένη βιοπαλαίστρια ηθοποιός, και ο Σεμπάστιαν, ένας εμπνευσμένος τζαζίστας- συναντιόνται στο Λος Άντζελες. Γρήγορα ερωτεύονται, και πριν το καταλάβουν βρίσκονται σε ένα σπινθηροβόλο ρομάντζο, με τις ελπίδες και τα οράματα τους πλέον να συνδέονται. Αλλά όπως τους έφερε κοντά, έτσι το Λος Άντζελες είναι ικανό να τους χωρίσει. Καθώς μάχονται να χτίσουν την προσωπικότητα τους μέσα σε έναν τόσο σκληρό ανταγωνισμό που τώρα τους περιβάλλει, η Μία κι ο Σεμπάστιαν ανακαλύπτουν ότι η διατήρηση ισορροπίας τέχνης και αγάπης σε ένα μέρος σαν αυτό, μπορεί να είναι το δυσκολότερο όλων.

Σκηνοθεσία:

Damien Chazelle

Κύριοι Ρόλοι:

Ryan Gosling … Sebastian ‘Seb’ Wilder

Emma Stone … Mia Dolan

John Legend … Keith

Rosemarie DeWitt … Laura Wilder

Finn Wittrock … Greg

Jessica Rothe … Alexis

Sonoya Mizuno … Caitlin

Callie Hernandez … Tracy

J.K. Simmons … Bill

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Damien Chazelle

Παραγωγή: Fred Berger, Gary Gilbert, Jordan Horowitz, Marc Platt

Μουσική: Justin Hurwitz

Φωτογραφία: Linus Sandgren

Μοντάζ: Tom Cross

Σκηνικά: David Wasco

Κοστούμια: Mary Zophres

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: La La Land
  • Ελληνικός Τίτλος: La La Land

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ σκηνοθεσίας, πρώτου γυναικείου ρόλου (Emma Stone), φωτογραφίας, μουσικής, σκηνικών και τραγουδιού (City of Stars). Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, αυθεντικό σενάριο, πρώτο αντρικό ρόλο (Ryan Gosling), μοντάζ, κοστούμια, ήχο, ηχητικά εφέ και τραγούδι (Audition (The Fools Who Dream).
  • Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας (κωμωδία/μιούζικαλ), πρώτου αντρικού ρόλου (Ryan Gosling) και πρώτου γυναικείου ρόλου (Emma Stone) στην ίδια κατηγορία, σκηνοθεσίας, σεναρίου, μουσικής και τραγουδιού (City of Stars).
  • Βραβείο Bafta καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, πρώτου γυναικείου ρόλου (Emma Stone), φωτογραφίας και μουσικής. Υποψήφιο για πρώτο αντρικό ρόλο (Ryan Gosling), σενάριο, μοντάζ, σκηνικά, κοστούμια και ήχο.
  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας. Βραβείο γυναικείας ερμηνείας (Emma Stone).

Παραλειπόμενα

  • Ο δημιουργός έγραψε το σενάριο το 2010, μια εποχή που ήταν τελείως απόμακρο από αυτόν το ενδεχόμενο να παρεισφρήσει στην κινηματογραφική βιομηχανία. Η ιδέα για αυτό του είχε έρθει όταν ακόμα φοιτούσε στο Χάρβαρντ. Χορηγό στην ιδέα είχε τον συμμαθητή του εκεί, Justin Hurwitz, που ανέλαβε εντέλει όλη τη μουσική.
  • Ο Chazelle παρείσφρησε στην πλοκή προσωπικά του βιώματα από την πορεία του στον χώρο. Πιο συγκεκριμένα, η αναφορά γίνεται στην περίοδο που μετακόμισε από την ανατολική ακτή στο Λος Άντζελες, έχοντας κατά νου μια λάθος εικόνα πάνω στο τι θα συναντούσε.
  • Μέσω φίλων, το σενάριο μπόρεσε και βρήκε πρόσβαση στους παραγωγούς Fred Berger και Jordan Horowitz, με τη Focus Features να δέχεται να το αναλάβει με μπάτζετ μόλις ένα εκατομμύριο δολάρια. Το στούντιο όμως απαιτούσε σημαντικές αλλαγές, όπως το να αλλάξει η τζαζ σε ροκ, αλλαγές που ο Chazelle όχι μόνο δεν αποδέχτηκε, αλλά πήρε το σενάριο του και συνέχισε την αναζήτηση. Αυτό που εντέλει έσωσε το σχέδιο του, ήταν η ευκολότερη προώθηση του Χωρίς Μέτρο (Whiplash) στην αγορά, και η άμεση επιτυχία του. Μετά από αυτό, Summit Entertainment, Black Label Media, αλλά και η Lionsgate ως διανομέας αποδέχτηκαν εύκολα τις προτάσεις του.
  • Αρχικά είχε ανακοινωθεί ότι θα πρωταγωνιστούσαν ο Miles Teller και η Emma Watson. Τον Απρίλιο του 2015, αποκαλύφτηκε το νέο ζευγάρι ηθοποιών, με τη Watson να έχει προτιμήσει την Πεντάμορφη και το Τέρας.
  • Η Emma Stone είχε κερδίσει τον ρόλο ουσιαστικά από το 2014 και την πρώτη της εμφάνιση στο Μπρόντγουεϊ με το Καμπαρέ. Κι αυτό ενώ τη βραδιά που έτυχε να τη δουν οι Chazelle και Hurwitz ήταν κρυολογημένη.
  • Το στιλ του φιλμ είναι δάνειο από δύο ταινίες του Jacques Demy, το διάσημο Οι Ομπρέλες του Χερβούργου (1965), και -κυρίως- το Τα Κορίτσια του Ροσφόρ (1968). Αναφορές υπάρχουν και σε κλασικά αμερικανικά μιούζικαλ, όπως το Ένας Αμερικανός στο Παρίσι (1951), ή ακόμα και σε βωβές ταινίες.
  • Οι χορογραφίες ανήκουν στη Mandy Moore, διάσημη κυρίως για τη δουλειά της στα τηλεοπτικά σόου Dancing with the Stars και So You Think You Can Dance.
  • Ο σκηνοθέτης ήθελε να γυρίσει την ταινία σε CinemaScope, αλλά αυτό δεν ήταν δυνατόν να συμβεί, μια και δεν ήταν πλέον διαθέσιμο. Ακόμα κι έτσι, δεν γυρίστηκε ψηφιακά αλλά σε φιλμ, με κάδρο 2.55:1.
  • Στην τελετή των Όσκαρ, κατά την ανακοίνωση της καλύτερης ταινίας, ακούστηκε από τους παρουσιαστές (Warren Beatty & Faye Dunaway) ως νικητής το La La Land. Κι ενώ οι συντελεστές του μιούζικαλ ανέβηκαν στη σκηνή παραλαμβάνοντας το τρόπαιο, αποκαλύφθηκε ότι υπήρξε λάθος στην καρτέλα του νικητή και ότι ο αληθινός νικητής ήταν το Moonlight.
  • Στα 32 του χρόνια, ο Damien Chazelle έγινε ο νεότερος που κέρδισε Όσκαρ σκηνοθεσίας.
  • Με μπάτζετ 30 εκατομμύρια δολάρια, το φιλμ εισέπραξε από τα ταμεία 448,9.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Διασημότερο και πλέον βραβευμένο κομμάτι από την ταινία έμελλε να είναι το City of Stars, τραγουδισμένο από τους δύο πρωταγωνιστές. Αλλά ολόκληρο το σάουντρακ είχε μεγάλη επιτυχία, φτάνοντας στο νούμερο 2 των ΗΠΑ, το νούμερο 1 της Βρετανίας, αλλά και το νούμερο 1 της χώρας μας. Τα τραγούδια που το απαρτίζουν είναι με τη σειρά τα: Another Day of Sun / Someone in the Crowd / Mia & Sebastian’s Theme / A Lovely Night / Herman’s Habit / City of Stars / Planetarium / Summer Montage-Madeline / Start a Fire / Engagement Party / Audition (The Fools Who Dream) / Epilogue / The End.
  • Οι στοίχοι ανήκουν στο δίδυμο Pasek and Paul, εκτός από το Start a Fire (John Legend, Justin Hurwitz, Marius de Vries και Angelique Cinelu).

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 21/12/2016

Η Mia είναι μια νεαρή barista που όμως κάνει όνειρα για τον εαυτό της στο χώρο της υποκριτικής, περνώντας από τη μια απογοητευτική οντισιόν στην επόμενη. Μια βραδιά θα τύχει να ακούσει έξω από ένα μαγαζί το αυτοσχεδιαστικό παίξιμο του Sebastian, ενός πιανίστα της τζαζ, ο οποίος την ίδια στιγμή απολύεται από την ιδιοκτησία λόγω ανυπακοής του ως προς το είδος μουσικής που καλείται να παίξει. Ο ίδιος θα την αποφύγει λόγω της κακής συγκυρίας, αλλά λίγους μήνες αργότερα οι δρόμοι τους θα διασταυρωθούν ξανά σε ένα πάρτι. Είναι η αρχή μιας μεταξύ τους σχέσης που θα περάσει από πολλά στάδια, από προσωπικές αποτυχίες κι επιτυχίες, από ευτυχισμένες και δυστυχισμένες στιγμές.

Γυρισμένο σε εντυπωσιακό σινεμασκόπ που αξιοποιεί στο έπακρο τις εικαστικές φιλοδοξίες του φιλμ, το νέο πόνημα του Damien Chazelle μοιράζεται με το «Χωρίς Μέτρο» μια αγάπη για την τζαζ. Ενώ όμως η συγκεκριμένη ταινία αποτελούσε μια σπουδή επάνω στην ψυχολογική κακοποίηση και την επιδίωξη της τελειότητας τραβώντας την αγάπη αυτή στα άκρα και κάνοντάς τη να πατάει στα χωράφια της εμμονοληψίας, το «La La Land» είναι ξεκάθαρα διαφορετικό σε ύφος, ένα ανάλαφρο μιούζικαλ με πολλές χιουμοριστικές νότες που μεταδίδει χαρά κι αισιοδοξία ως επί το πλείστον, θέλοντας να αποτίσει φόρο τιμής στη χρυσή εποχή του είδους, χωρίς όμως να πατάει αποκλειστικά σε συναισθήματα νοσταλγίας που θα καταστούσε το εγχείρημα και κάπως βολικά βασισμένο σε de-facto αγαπημένες δόξες του παρελθόντος. Για αυτό άλλωστε και η πλοκή εκτυλίσσεται στο Λος Άντζελες του σήμερα.

Κίνηση με ρίσκο επίσης θα μπορούσε να αποκαλέσει κάποιος το γεγονός πως όσα παρακολουθούμε στην οθόνη αποτελούν πρωτότυπο σενάριο, καθιστώντας έτσι το εγχείρημα του Chazelle ακόμη πιο αξιοθαύμαστο αν λάβουμε υπόψιν πως πρόσφατες πολύκροτες παραγωγές μιούζικαλ του Χόλιγουντ ανεξαρτήτως ποιότητας («Εννέα», «Οι Άθλιοι») δεν ξεβολεύονται από την προκάτ κατασκευή της διασκευής προϋπάρχοντος υλικού, συνήθως με την υπογραφή του Μπρόντγουεϊ. Το τελικό αποτέλεσμα δικαιώνει αυτή την επιλογή. Πολύ συχνά ο Chazelle καταφεύγει σε περίτεχνα και εκτενούς χρονικής διάρκειας μονοπλάνα προκειμένου να αναπτύξει τις σεκάνς με μουσικά νούμερα (όπως στην εναρκτήρια σκηνή που βάζει τον θεατή κατευθείαν στο κλίμα της ταινίας) επιδεικνύοντας τη δική του δεξιοτεχνία και την κατασκευαστική αρτιότητα της δημιουργίας του, καταφέρνοντας μια κατάδυση σε ένα κινηματογραφικό σύμπαν που βρίσκεται σε άμεση σύνδεση με όλη αυτήν τη γοητευτική αίσθηση του τεχνητού που εκπέμπει η βιομηχανία του θεάματος (η ετεροαναφορικότητα άλλωστε σε προϊόντα της περισσεύει, με αποκορύφωμα τη σκηνή όπου Sebastian και Mia επισκέπτονται το παρατηρητήριο Γκρίφιθ εμπνευσμένοι ύστερα από μια θέαση του κλασικού «Επαναστάτης Χωρίς Αιτία»). Εδώ να σημειωθεί πως ακόμη κι αν δίνεται σίγουρα επαρκής χρόνος στον Ryan Gosling ώστε να αναπτύξει το χαρακτήρα του στην οθόνη και ο ίδιος δίνει μια αξιόλογη ερμηνεία (για τις ανάγκες του ρόλου μάλιστα έμαθε και πιάνο), στην πραγματικότητα στο επίκεντρο της κάμερας βρίσκεται περισσότερο η Emma Stone, σε έναν ρόλο που ίσως να είναι και ο καλύτερος της ολιγοετούς καριέρας της. Η κάμερα αφοσιώνει περισσότερο χρόνο σε εκείνη, αποτυπώνοντας τις λεπτομερείς εκφράσεις του προσώπου της σε κοντινά, με ζεστά χρώματα από τον Linus Sandgren, επιτρέποντάς της να ξεδιπλώσει κατάλληλα σε μεσαία ή μακρινά πλάνα τις κινήσεις του σώματός της και τις χορευτικές της ικανότητες εκεί που πρέπει. Αυτό το «φλερτ» μεταξύ φακού και ηθοποιού έχει ως τελικό αποτέλεσμα μια ερμηνεία μοναδικής ζωντάνιας κι ενέργειας, σίγουρα από τις σπουδαιότερες της φετινής χρονιάς παραγωγής.

Μπορεί κάποιος κάπως εύκολα να κατηγορήσει το «La La Land» ως μια ταινία χωρίς ιδιαίτερο σημειολογικό βάθος και ανταπόκριση στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, ως ένα ταξίδι απόδρασης που δεν αρμόζει στους φορτισμένους καιρούς που ζούμε. Ίσως όμως αυτή ακριβώς η επιλογή παραμόρφωσης της πεζής καθημερινότητας μέσα από ένα φίλτρο παλιομοδίτικου ρομαντισμού και αγάπης για τη μουσική, ακόμη και της ευτελούς ποπ που συχνά περιφρονεί ο Sebastian, είναι ξεκάθαρα συνειδητή, μια ηχηρή απάντηση στον ισοπεδωτικό κυνισμό (ο οποίος δεν είναι πάντοτε φιλοσοφημένος) που έχει κατακλύσει τη σύγχρονη κινηματογραφική βιομηχανία και όχι μόνο. Ένα εξαιρετικό δείγμα καθαρά ψυχαγωγικού κινηματογράφου.

Βαθμολογία:


Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 9/12/2017

Καμιά φορά, η μεγάλη ταινία έρχεται από το πουθενά, εννοώντας ότι ποιος το περίμενε από έναν τόσο νέο δημιουργό, όπως τον Νταμιέν Σαζέλ, μια τόσο όμορφη δουλειά. Η ταινία που άδικα στερήθηκε το κυριότερο των Όσκαρ (κερδίζοντας όμως συνολικά έξι), είναι ένα έντεχνα στημένο ρομαντικό δράμα που δεν μένει μονάχα σε αυτή του την ιδιότητα. Ακόμα κι αν το σενάριο εμπεριέχει όλη τη συγκεκριμένη τέχνη που έχει ανάγκη ένα ρομάντζο για να ξεχωρίσει, το φιλμ επεκτείνεται στην κατηγορία του μιούζικαλ, παλιού τύπου κιόλας (γαλλικού κι αμερικανικού), με μια μουσική βγαλμένη από τα αστέρια. Πέρα από το μοναδικό «City of Stars», όλες οι μελωδίες απηχούν καλαίσθητα στα αυτιά μας, χωρίς ταυτόχρονα να κολλάνε την εξέλιξη του σεναρίου. Κλου σε όλα αυτά, το ζευγάρωμα Ράιαν Γκόσλινγκ-Έμα Στόουν, με ειδικά τη δεύτερη να προσφέρει μια κλασική ερμηνεία. Δύσκολα πλέον βρίσκεις τόσο καλή αμερικανική ταινία!

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

20 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.