Σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη, το Άμιτι, λίγο πριν την εθνική ημέρα της 4ης του Ιουλίου, ένα νεαρό κορίτσι δέχεται επίθεση από γιγάντιο λευκό καρχαρία. Η πόλη αναστατώνεται, αλλά λόγω της επερχόμενης εορτής κανείς δεν θέλει να λάβει μέτρα με το ρίσκο να χαλάσει το τουριστικό κλίμα. Το κυνήγι του καρχαρία θα περάσει σε ιδιωτικά χέρια. Μια ομάδα σχηματίζεται με μέλη τον τοπικό αρχηγό της αστυνομίας, έναν θαλάσσιο επιστήμονα και έναν βετεράνο ψαρά, με σκοπό να βρουν και να εξοντώσουν το επικίνδυνο θηρίο.

Σκηνοθεσία:

Steven Spielberg

Κύριοι Ρόλοι:

Roy Scheider … αστυνόμος Martin Brody

Robert Shaw … Bartholomew M. Quint

Richard Dreyfuss … Matt Hooper

Lorraine Gary … Ellen Brody

Murray Hamilton … δήμαρχος Larry Vaughn

Carl Gottlieb … Ben Meadows

Jeffrey Kramer … υπαστυνόμος Leonard ‘Lenny’ Hendricks

Susan Backlinie … Christine ‘Chrissie’ Watkins

Chris Rebello … Michael Brody

Jay Mello … Sean Brody

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Peter Benchley, Carl Gottlieb

Παραγωγή: David Brown, Richard D. Zanuck

Μουσική: John Williams

Φωτογραφία: Bill Butler

Μοντάζ: Verna Fields

Σκηνικά: Joe Alves

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Jaws

Ελληνικός Τίτλος: Τα Σαγόνια του Καρχαρία

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Τα Σαγόνια του Καρχαρία Νο 2 (1978)

Τα Σαγόνια του Καρχαρία Νο 3 (1983)

Τα Σαγόνια του Καρχαρία: Η Εκδίκηση (1987)

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Jaws του Peter Benchley.

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ μουσικής, μοντάζ και ήχου. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία.
  • Χρυσή Σφαίρα μουσικής. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία (δράμα), σκηνοθεσία και σενάριο.
  • Βραβείο Bafta μουσικής. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, πρώτο αντρικό ρόλο (Richard Dreyfuss), σενάριο, μοντάζ και ήχο.

Παραλειπόμενα

  • Ο Richard D. Zanuck και ο David Brown, παραγωγοί της Universal Pictures, είχαν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον ακούσει για το μυθιστόρημα του Peter Benchley. Ο δεύτερος είχε προσέξει και στην κριτική του περιοδικού Cosmopolitan τη σημείωση ότι “ίσως θα γίνονταν μια καλή ταινία”. Αφού αποφάσισαν και οι δυο τους να το διαβάσουν την ίδια νύχτα, συμφώνησαν ότι ήταν ό,τι πιο συναρπαστικό είχαν ποτέ διαβάσει. Το 1973 πήραν τα δικαιώματα πριν βγει η πρώτη έκδοση με 175 χιλιάδες δολάρια, αλλά δεν ήταν σίγουροι για το πώς θα γυρίζονταν με τα μέσα της εποχής. Για τη σκηνοθεσία, πρώτα προσέγγισαν τον βετεράνο John Sturges (που είχε κάνει το Ο Γέρος και η Θάλασσα), καταλήγοντας όμως στον Dick Richards, που είχε ένα εντυπωσιακό ντεμπούτο. Αμφότεροι όμως εκνευρίστηκαν από τον σκηνοθέτη, που επέμενε να παρομοιάζει τον καρχαρία με φάλαινα. Την ίδια εποχή, ο 26χρονος Steven Spielberg έψαχνε μια δουλειά και ήθελε τη συγκεκριμένη πολύ. Ο νεαρός σκηνοθέτης παθιάστηκε τόσο διαβάζοντας το βιβλίο, όσο και με την ιδέα ότι έμοιαζε στιλιστικά με το πρώτο του φιλμ, τη Μονομαχία. Άμεσα με την αποπομπή του Richards, οι δύο παραγωγοί υπέγραψαν με τον Spielberg τον Ιούνιο του 1973, κι ενώ ακόμα δεν είχε κάνει καν πρεμιέρα το Εξπρές του Σούγκαρλαντ, που τον “έβαλε στον χάρτη”. Κι όμως, ο Spielberg έπειτα έδειξε διστακτικός μην τυποποιηθεί με την “καταδίωξη”, σκεπτόμενος να αναλάβει αντί αυτού το κωμικό Η Τυχερή Κυρία της 20th Century Fox, με τη Universal να εξασκεί τα δικαιώματα της πάνω στη υπογραφή του για να τον επαναφέρει στην τάξη.
  • Το κυριότερο μέρος του φιλμ γυρίστηκε στο νησάκι Martha’s Vineyard, ανοιχτά της Μασαχουσέτης.
  • Το μπάτζετ που δόθηκε ήταν 3,5 εκατομμύρια δολάρια, ενώ είχε deadline 55 ημέρες για να ολοκληρωθεί. Ο λόγος για τον χρονικό περιορισμό ήταν για τον φόβο ότι μπορεί να μην προλάβαιναν την επικείμενη απεργία των σεναριογράφων. Ήταν όμως η πρώτη μεγάλη ταινία που γυρίζονταν ανοιχτά σε ωκεανό και τα προβλήματα της παραγωγής ήταν μεγάλα, μεταξύ αυτών στους μηχανισμούς των τριών φυσικού μεγέθους μοντέλων καρχαριών. Έτσι, κατέληξαν να κρατήσουν 159 μέρες, με το μπάτζετ να εκτοξεύεται στα 9 εκατομμύρια δολάρια.
  • Παρότι είχε εντολή να προσλάβει γνωστά ονόματα για το καστ, ο Spielberg ήθελε να αποφύγει κάτι τέτοιο. Ο ρόλος του Μπρόντι προσφέρθηκε στον Robert Duvall, αλλά εκείνος ενδιαφέρονταν μονάχα για τον Κουιντ. Ο δε Charlton Heston προσφέρθηκε μόνος του, αλλά ο Spielberg δεν ήθελε μια τόσο ισχυρή περσόνα για σερίφη μιας μικρής πόλης. Προσλαμβάνοντας τελικά τον Scheider, που είχε ακούσει για την ταινία σε πάρτι, είχε ενδοιασμούς, επειδή τον θυμόταν ως σκληρό από τον Άνθρωπο από τη Γαλλία. Κι ενώ βρέθηκε ο Μπρόντι, 9 μέρες πριν την έναρξη των γυρισμάτων, δεν υπήρχε ούτε Κουιντ ούτε Χούπερ. Lee Marvin και Sterling Hayden είχαν πει όχι για τον Κουιντ, αλλά οι δύο παραγωγοί πρότειναν τότε τον Robert Shaw, που είχαν δουλέψει μαζί του στο Κεντρί. Εκείνου όμως δεν του άρεσε το βιβλίο, αλλά αποδέχτηκε τον ρόλο μετά από επιμονή της συζύγου και της γραμματέας του. Για τον Χούπερ, ο σκηνοθέτης ήθελε τον Jon Voight, με επιπλέον υποψήφιους τους Timothy Bottoms, Joel Grey και Jeff Bridges. Εντέλει ήρθε ο Richard Dreyfuss μετά από υπόδειξη του φίλου του Spielberg, George Lucas, που τον είχε στα Νεανικά Συνθήματα. Κι ο Dreyfuss όμως δεν ήθελε να παίξει, μέχρι που απογοητεύτηκε βλέποντας την ερμηνεία του στο Ο Καταφερτζής, και έμεινε με τον φόβο ότι μπορεί να μην ξανάβρισκε δουλειά.
  • Η ταινία έμεινε ως το πρότυπο των καλοκαιρινών μπλοκμπάστερ. Είχε το μεγαλύτερο άνοιγμα όλων των εποχών (πριν έρθει άμεσα ο Πόλεμος των Άστρων), και τα 9 εκατομμύρια δολάρια του μπάτζετ απέφεραν 470,7.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Το περίφημο κλασικό μουσικό θέμα του John Williams που υποδέχεται τον καρχαρία, είναι στην ουσία μια εναλλαγή δύο μόνο νότων (φα και φα δίεση).

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 21/1/2020

Στη μετά-Βιετνάμ, μετά-Γουότεργκεϊτ Αμερική κι εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, ο κόσμος ήταν πανέτοιμος να τρομάξει με κάτι που ελλοχεύει “κάτω από την επιφάνεια”. Αυτή την ψυχολογία αντιλήφθηκε ο ευφυέστατος Στίβεν Σπίλμπεργκ κι έκανε για πρώτη φορά το όνομα του πρωτοσέλιδο. Το ίδιο μάλιστα πράγμα δούλεψε εκ νέου λίγα χρόνια μετά, στο 1941, στην κωμική του φυσικά εκδοχή. Η ταινία είναι ένα υποδειγματικό θρίλερ που σου ξυπνάει πρωτογενείς φόβους, και ταυτόχρονα σε διασκεδάζει αφάνταστα. Εδώ πρωτοεμφανίζεται το καθαρό εμπορικά ύφος του Σπίλμπεργκ, που μπορεί να συνδυάσει την ποιοτική ουσία με τον σεβασμό προς το ευρύ κοινό. Γιατί παρότι μιλάμε για καθαρή ταινία τρόμου, δεν υπάρχουν οι σπλάτερ κωδικοί που είχαν καθιερωθεί εκείνη τη δεκαετία στις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα το φιλμ να είναι ανοιχτό -ελεγχόμενα βέβαια- ακόμα και για παιδικό κοινό.

Τεχνικά σε αυτό το μοντέρνο «Μόμπι Ντικ» όλα λειτουργούν σαν ρολόι. Μοντάζ, ηχοληψία, φωτογραφία… αλλά ειδικά εκείνο το μινιμαλιστικό μουσικό θέμα του Γουίλιαμς που απογειώνει από μόνο του το σασπένς. Μαζί έχουμε ένα καστ εξαιρετικό και με ποικιλία χαρακτήρων, που παντρεύει νέα ονόματα που χτίζουν καριέρα, με έναν Robert Shaw αξιομνημόνευτο. Δεν μπορείς να μιλάς για κάποια κλασική σκηνή εδώ. Κομμάτι προς κομμάτι, σκηνή με σκηνή, όλα κρίνονται ως κλασικά και μνημονεύονται από τους φίλους του εμπορικού -αλλά και μη- κινηματογράφου. Μέχρι και οι μονόλογοι του Κουιντ, που είναι η ψυχή του σεναρίου. Και μπορεί τα σύγχρονα μπλοκμπάστερ να γεννήθηκαν με τη φράση «Σε έναν μακρινό γαλαξία», εδώ όμως τέθηκαν οι υφολογικές τους βάσεις.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

22 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.