
Τα Σαγόνια του Καρχαρία
- Jaws
- 1975
- ΗΠΑ
- Αγγλικά
- Δραματικό Θρίλερ, Θρίλερ, Περιπέτεια, Τέρατα, Τρόμου
- 26 Δεκεμβρίου 1975
Σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη, το Άμιτι, λίγο πριν την εθνική ημέρα της 4ης του Ιουλίου, ένα νεαρό κορίτσι δέχεται επίθεση από γιγάντιο λευκό καρχαρία. Η πόλη αναστατώνεται, αλλά λόγω της επερχόμενης εορτής κανείς δεν θέλει να λάβει μέτρα με το ρίσκο να χαλάσει το τουριστικό κλίμα. Το κυνήγι του καρχαρία θα περάσει σε ιδιωτικά χέρια. Μια ομάδα σχηματίζεται με μέλη τον τοπικό αρχηγό της αστυνομίας, έναν θαλάσσιο επιστήμονα και έναν βετεράνο ψαρά, με σκοπό να βρουν και να εξοντώσουν το επικίνδυνο θηρίο.
Σκηνοθεσία:
Κύριοι Ρόλοι:
Roy Scheider … αστυνόμος Martin Brody
Robert Shaw … Bartholomew M. Quint
Richard Dreyfuss … Matt Hooper
Lorraine Gary … Ellen Brody
Murray Hamilton … δήμαρχος Larry Vaughn
Carl Gottlieb … Ben Meadows
Jeffrey Kramer … υπαστυνόμος Leonard ‘Lenny’ Hendricks
Susan Backlinie … Christine ‘Chrissie’ Watkins
Chris Rebello … Michael ‘Mike’ Brody
Jay Mello … Sean Brody
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Peter Benchley, Carl Gottlieb
Παραγωγή: David Brown, Richard D. Zanuck
Μουσική: John Williams
Φωτογραφία: Bill Butler
Μοντάζ: Verna Fields
Σκηνικά: Joe Alves
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: Jaws
- Ελληνικός Τίτλος: Τα Σαγόνια του Καρχαρία
Άμεσοι Σύνδεσμοι
- Τα Σαγόνια του Καρχαρία Νο 2 (1978)
- Τα Σαγόνια του Καρχαρία Νο 3 (1983)
- Τα Σαγόνια του Καρχαρία: Η Εκδίκηση (1987)
Σεναριακή Πηγή
- Μυθιστόρημα: Jaws του Peter Benchley.
Κύριες Διακρίσεις
- Όσκαρ μουσικής, μοντάζ και ήχου. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία.
- Χρυσή Σφαίρα μουσικής. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία (δράμα), σκηνοθεσία και σενάριο.
- Βραβείο Bafta μουσικής. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, πρώτο αντρικό ρόλο (Richard Dreyfuss), σενάριο, μοντάζ και ήχο.
Παραλειπόμενα
- Ο Richard D. Zanuck και ο David Brown, παραγωγοί της Universal Pictures, είχαν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον ακούσει για το μυθιστόρημα του Peter Benchley. Ο δεύτερος είχε προσέξει και στην κριτική του περιοδικού Cosmopolitan τη σημείωση ότι “ίσως θα γίνονταν μια καλή ταινία”. Αφού αποφάσισαν και οι δυο τους να το διαβάσουν την ίδια νύχτα, συμφώνησαν ότι ήταν ό,τι πιο συναρπαστικό είχαν ποτέ διαβάσει. Το 1973 πήραν τα δικαιώματα πριν βγει η πρώτη έκδοση με 175 χιλιάδες δολάρια, αλλά δεν ήταν σίγουροι για το πώς θα γυρίζονταν με τα μέσα της εποχής. Για τη σκηνοθεσία, πρώτα προσέγγισαν τον βετεράνο John Sturges (που είχε κάνει το Ο Γέρος και η Θάλασσα), καταλήγοντας όμως στον Dick Richards, που είχε ένα εντυπωσιακό ντεμπούτο. Αμφότεροι όμως εκνευρίστηκαν από τον σκηνοθέτη, που επέμενε να παρομοιάζει τον καρχαρία με φάλαινα. Την ίδια εποχή, ο 26χρονος Steven Spielberg έψαχνε μια δουλειά και ήθελε τη συγκεκριμένη πολύ. Ο νεαρός σκηνοθέτης παθιάστηκε τόσο διαβάζοντας το βιβλίο, όσο και με την ιδέα ότι έμοιαζε στιλιστικά με το πρώτο του φιλμ, τη Μονομαχία. Άμεσα με την αποπομπή του Richards, οι δύο παραγωγοί υπέγραψαν με τον Spielberg τον Ιούνιο του 1973, κι ενώ ακόμα δεν είχε κάνει καν πρεμιέρα το Εξπρές του Σούγκαρλαντ, που τον “έβαλε στον χάρτη”. Κι όμως, ο Spielberg έπειτα έδειξε διστακτικός μην τυποποιηθεί με την “καταδίωξη”, σκεπτόμενος να αναλάβει αντί αυτού το κωμικό Η Τυχερή Κυρία της 20th Century Fox, με τη Universal να εξασκεί τα δικαιώματα της πάνω στη υπογραφή του για να τον επαναφέρει στην τάξη.
- Το κυριότερο μέρος του φιλμ γυρίστηκε στο νησάκι Martha’s Vineyard, ανοιχτά της Μασαχουσέτης.
- Το μπάτζετ που δόθηκε ήταν 3,5 εκατομμύρια δολάρια, ενώ είχε deadline 55 ημέρες για να ολοκληρωθεί. Ο λόγος για τον χρονικό περιορισμό ήταν για τον φόβο ότι μπορεί να μην προλάβαιναν την επικείμενη απεργία των σεναριογράφων. Ήταν όμως η πρώτη μεγάλη ταινία που γυρίζονταν ανοιχτά σε ωκεανό και τα προβλήματα της παραγωγής ήταν μεγάλα, μεταξύ αυτών στους μηχανισμούς των τριών φυσικού μεγέθους μοντέλων καρχαριών. Έτσι, κατέληξαν να κρατήσουν 159 μέρες, με το μπάτζετ να εκτοξεύεται στα 9 εκατομμύρια δολάρια.
- Παρότι είχε εντολή να προσλάβει γνωστά ονόματα για το καστ, ο Spielberg ήθελε να αποφύγει κάτι τέτοιο. Ο ρόλος του Μπρόντι προσφέρθηκε στον Robert Duvall, αλλά εκείνος ενδιαφέρονταν μονάχα για τον Κουιντ. Ο δε Charlton Heston προσφέρθηκε μόνος του, αλλά ο Spielberg δεν ήθελε μια τόσο ισχυρή περσόνα για σερίφη μιας μικρής πόλης. Προσλαμβάνοντας τελικά τον Scheider, που είχε ακούσει για την ταινία σε πάρτι, είχε ενδοιασμούς, επειδή τον θυμόταν ως σκληρό από τον Άνθρωπο από τη Γαλλία. Κι ενώ βρέθηκε ο Μπρόντι, 9 μέρες πριν την έναρξη των γυρισμάτων, δεν υπήρχε ούτε Κουιντ ούτε Χούπερ. Lee Marvin και Sterling Hayden είχαν πει όχι για τον Κουιντ, αλλά οι δύο παραγωγοί πρότειναν τότε τον Robert Shaw, που είχαν δουλέψει μαζί του στο Κεντρί. Εκείνου όμως δεν του άρεσε το βιβλίο, αλλά αποδέχτηκε τον ρόλο μετά από επιμονή της συζύγου και της γραμματέας του. Για τον Χούπερ, ο σκηνοθέτης ήθελε τον Jon Voight, με επιπλέον υποψήφιους τους Timothy Bottoms, Joel Grey και Jeff Bridges. Εντέλει ήρθε ο Richard Dreyfuss μετά από υπόδειξη του φίλου του Spielberg, George Lucas, που τον είχε στα Νεανικά Συνθήματα. Κι ο Dreyfuss όμως δεν ήθελε να παίξει, μέχρι που απογοητεύτηκε βλέποντας την ερμηνεία του στο Ο Καταφερτζής, και έμεινε με τον φόβο ότι μπορεί να μην ξανάβρισκε δουλειά.
- Η ταινία έμεινε ως το πρότυπο των καλοκαιρινών μπλοκμπάστερ. Είχε το μεγαλύτερο άνοιγμα όλων των εποχών (πριν έρθει άμεσα ο Πόλεμος των Άστρων), και τα 9 εκατομμύρια δολάρια του μπάτζετ απέφεραν 470,7.
- Τον Σεπτέμβριο του 2022, η ταινία επιστρέφει υπό μορφή RealD 3D.
Μουσικά Παραλειπόμενα
- Το περίφημο κλασικό μουσικό θέμα του John Williams που υποδέχεται τον καρχαρία, είναι στην ουσία μια εναλλαγή δύο μόνο νοτών (φα και φα δίεση).
Κριτικός: Σταύρος Γανωτής
Έκδοση Κειμένου: 21/1/2020
Στη μετά-Βιετνάμ, μετά-Γουότεργκεϊτ Αμερική κι εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, ο κόσμος ήταν πανέτοιμος να τρομάξει με κάτι που ελλοχεύει “κάτω από την επιφάνεια”. Αυτή την ψυχολογία αντιλήφθηκε ο ευφυέστατος Στίβεν Σπίλμπεργκ κι έκανε για πρώτη φορά το όνομα του πρωτοσέλιδο. Το ίδιο μάλιστα πράγμα δούλεψε εκ νέου λίγα χρόνια μετά, στο 1941, στην κωμική του φυσικά εκδοχή. Η ταινία είναι ένα υποδειγματικό θρίλερ που σου ξυπνάει πρωτογενείς φόβους, και ταυτόχρονα σε διασκεδάζει αφάνταστα. Εδώ πρωτοεμφανίζεται το καθαρό εμπορικά ύφος του Σπίλμπεργκ, που μπορεί να συνδυάσει την ποιοτική ουσία με τον σεβασμό προς το ευρύ κοινό. Γιατί παρότι μιλάμε για καθαρή ταινία τρόμου, δεν υπάρχουν οι σπλάτερ κωδικοί που είχαν καθιερωθεί εκείνη τη δεκαετία στις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα το φιλμ να είναι ανοιχτό -ελεγχόμενα βέβαια- ακόμα και για παιδικό κοινό.
Τεχνικά σε αυτό το μοντέρνο «Μόμπι Ντικ» όλα λειτουργούν σαν ρολόι. Μοντάζ, ηχοληψία, φωτογραφία… αλλά ειδικά εκείνο το μινιμαλιστικό μουσικό θέμα του Γουίλιαμς που απογειώνει από μόνο του το σασπένς. Μαζί έχουμε ένα καστ εξαιρετικό και με ποικιλία χαρακτήρων, που παντρεύει νέα ονόματα που χτίζουν καριέρα, με έναν Robert Shaw αξιομνημόνευτο. Δεν μπορείς να μιλάς για κάποια κλασική σκηνή εδώ. Κομμάτι προς κομμάτι, σκηνή με σκηνή, όλα κρίνονται ως κλασικά και μνημονεύονται από τους φίλους του εμπορικού -αλλά και μη- κινηματογράφου. Μέχρι και οι μονόλογοι του Κουιντ, που είναι η ψυχή του σεναρίου. Και μπορεί τα σύγχρονα μπλοκμπάστερ να γεννήθηκαν με τη φράση «Σε έναν μακρινό γαλαξία», εδώ όμως τέθηκαν οι υφολογικές τους βάσεις.
Βαθμολογία:
![]()
![]()
Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης
Έκδοση Κειμένου: 24/8/2025
Η ταινία «Jaws» (1975) αποτελεί κορυφαίο σταθμό στην ιστορία του κινηματογράφου · ένα αριστούργημα που ξεπερνά τα στενά όρια ενός φιλμ τρόμου ή περιπέτειας και αναδεικνύει βαθύτερες πολιτισμικές, ψυχολογικές και κοινωνικές συγκρούσεις. Ο Steven Spielberg, μόλις 28 ετών τότε, κατόρθωσε να μετατρέψει έναν απειλητικό λευκό καρχαρία σε σύμβολο του άγνωστου και της ανθρώπινης ύβρεως απέναντι στη φύση.
Η ταινία ξεκινά με μια εμβληματική λήψη: την υποκειμενική οπτική του καρχαρία, με τον τίτλο «JAWS» να εμφανίζεται άμεσα, σαν προμήνυμα της επόμενης λείας. Η καινοτόμα για την εποχή κίνηση της κάμερας, συνδυασμένη με τις περίφημες «Variations» του John Williams, βυθίζει τον θεατή στην ατμόσφαιρα, προετοιμάζοντάς τον για το επικείμενο δράμα και σκιαγραφώντας το «προφίλ» του θαλάσσιου τέρατος. Όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί, η μηχανική δυσλειτουργία του καρχαρία αποδείχθηκε δημιουργική ευλογία: η απουσία της πλήρους εικόνας του ενίσχυσε το σασπένς, με τη μουσική του Williams να γίνεται η πραγματική «φωνή» του θηρευτή. Οι βαθιές νότες και η σταδιακή επιτάχυνση προδίδουν κάθε φορά την αόρατη απειλή. Ακολουθεί μια γενική λήψη με μια ομάδα εφήβων γύρω από μια μικρή φωτιά στην παραλία · μια φωτιά ανεπαρκής να αποδιώξει τη σκοτεινή δύναμη της θάλασσας.
Η αφήγηση εγκαινιάζεται με μια σκηνή που συνδέει τη σεξουαλικότητα με τον θάνατο -δύο θεμελιώδεις έννοιες που διαπερνούν την ταινία. Από την πρώτη στιγμή, ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι η απειλή δεν είναι μόνο φυσική, αλλά και υπαρξιακή.
Σκηνοθετικά, ο Spielberg δανείζεται τεχνικές του Hitchcock, μετατρέποντας τον φόβο σε ψυχολογικό σασπένς μέσω της μουσικής και της περιορισμένης παρουσίας του καρχαρία. Η χρήση της υποκειμενικής κάμερας, τα γυρίσματα σε φυσικά περιβάλλοντα και η φειδωλή εμφάνιση του τέρατος δημιουργούν ρεαλισμό και ένταση που υπερβαίνουν τα όρια του είδους.
Οι τρεις κεντρικοί χαρακτήρες -ο σερίφης Martin Brody (Roy Scheider), ο σκληροτράχηλος ψαράς Quint (Robert Shaw) και ο θαλάσσιος βιολόγος Matt Hooper (Richard Dreyfuss)- συνθέτουν ένα τρίγωνο κοινωνικών και ψυχολογικών συμβολισμών: τη σύγκρουση παλαιού και νέου κόσμου, την αντίθεση επιστήμης και ανδρισμού, αλλά και την ανθρώπινη αναζήτηση νοήματος μπροστά στο άγνωστο.
Η ταινία αγγίζει επίσης το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας και της κοινωνικής ευθύνης. Ο δήμαρχος προσωποποιεί τον κυνισμό του συστήματος που θυσιάζει την ασφάλεια στο όνομα του κέρδους. Η εμμονή στη διατήρηση των παραλιών ανοιχτών για την εορτή της 4ης Ιουλίου -κορυφαία στιγμή τουριστικής και οικονομικής σημασίας- αναδεικνύει την προτεραιότητα του κέρδους έναντι της ανθρώπινης ζωής. Η κοινότητα του Amity, μικρογραφία της σύγχρονης κοινωνίας, μετατρέπεται έτσι σε θύμα των ίδιων της των επιλογών.
Ο καρχαρίας δεν λειτουργεί απλώς ως θηρίο, αλλά ως συμβολική ενσάρκωση μιας ανεξέλεγκτης φύσης που αντιστέκεται στην ανθρώπινη επιβουλή. Η θάλασσα παρουσιάζεται ως εύθραυστο οικοσύστημα, το οποίο ο άνθρωπος διαταράσσει για βραχυπρόθεσμο όφελος. Από αυτή την οπτική, η επιθετικότητα του καρχαρία εκλαμβάνεται ως οικολογική «δικαιοσύνη», ως αντίδραση της φύσης απέναντι στην ύβρη του ανθρώπου.
Το «Jaws» αντηχεί μεγάλες λογοτεχνικές παραδόσεις, από το «The Old Man and the Sea» του Ernest Hemingway έως το «Moby-Dick» του Herman Melville. Η καταδίωξη του καρχαρία μοιάζει με πάλη απέναντι σε μια ανυπέρβλητη δύναμη, που ξεπερνά την ανθρώπινη κατανόηση και έλεγχο.
Η κληρονομιά της ταινίας είναι πολυεπίπεδη: καθιέρωσε το θερινό blockbuster, ανανέωσε το κινηματογραφικό λεξιλόγιο του τρόμου και μετουσίωσε το σασπένς σε κοινωνικό και οικολογικό σχόλιο. Η εμβληματική μουσική, οι σκηνές ανθολογίας και η φιγούρα του καρχαρία ως αόρατης αλλά ακαταμάχητης δύναμης ενσωματώθηκαν στην παγκόσμια κουλτούρα, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονικότητά της.
Σε τελική ανάλυση, το «Jaws» δεν είναι απλώς μια συναρπαστική περιπέτεια τρόμου · είναι μια κινηματογραφική παραβολή για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, για τα όρια της εξουσίας και την ύβρη της κοινωνίας απέναντι στις δυνάμεις που δεν μπορεί να δαμάσει.
Για πολλούς, το «Jaws» έχει και μεταφυσικές προεκτάσεις, καθώς προβάλλει «τον αγώνα της θάλασσας ενάντια στη γη, έναν αγώνα αιώνιο», ανεβάζοντας την ταινία σε ανώτερο επίπεδο από ένα απλό φιλμ τρόμου. Από την άλλη, δεν λείπουν οι επικριτές που το θεωρούν «παιδιάστικο». Εκείνοι, ωστόσο, μοιάζουν να παραβλέπουν τη σοβαρότητα της παιδικής φαντασίας, όπως υπενθύμιζε και ο Freud: «Δεν υπάρχει τίποτα πιο σοβαρό από ένα παιδί που παίζει».
Βαθμολογία:
![]()
0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα


Κριτικός: 









