Σε ένα μικρό ψαροχώρι της Ιταλίας, ο Μάριο, ένας νέος της εποχής, ψάχνει να βρει την ταυτότητά του. Οι συνθήκες της εποχής είναι πολύ δύσκολες, αφού σε αυτή τη μικρή γωνιά της ιταλικής υπαίθρου ο πολιτισμός δεν έχει κάνει ακόμα την εμφάνισή του. Ο Μάριο, αν και γιος ψαρά, με την πενιχρή του μόρφωση πιάνει δουλειά στο ταχυδρομείο της περιοχής, με μοναδική αποστολή να μεταφέρει την προσωπική αλληλογραφία του εξόριστου χιλιανού ποιητή Πάμπλο Νερούδα. Μέσα από τη σχέση του με τον ποιητή, ο αγράμματος γιος του ψαρά μεταμορφώνεται σε έναν ώριμο άνθρωπο με δυνατή πολιτική σκέψη και προβληματισμό για τα ζητήματα του φτωχού του τόπου που ταλανίζεται από τις κούφιες υποσχέσεις των μέχρι τότε πολίτικων. Ο ρόλος του μεγάλου ποιητή στη ζωή του Μάριο γίνεται ακόμα σημαντικότερος, όταν ο ίδιος τον βοηθάει να κερδίσει την εκλεκτή της καρδιάς του, Βεατρίκη.

Σκηνοθεσία:

Michael Radford

Massimo Troisi (βοηθητικός)

Κύριοι Ρόλοι:

Massimo Troisi … Mario Ruoppolo

Philippe Noiret … Pablo Neruda

Maria Grazia Cucinotta … Beatrice Russo

Renato Scarpa … Giorgio Serafini

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Anna Pavignano, Michael Radford, Furio Scarpelli, Giacomo Scarpelli, Massimo Troisi

Στόρι: Furio Scarpelli, Giacomo Scarpelli

Παραγωγή: Mario Cecchi Gori, Vittorio Cecchi Gori, Gaetano Daniele

Μουσική: Luis Bacalov

Φωτογραφία: Franco Di Giacomo

Μοντάζ: Roberto Perpignani

Σκηνικά: Lorenzo Baraldi

Κοστούμια: Gianna Gissi

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Il Postino
  • Ελληνικός Τίτλος: Ο Ταχυδρόμος
  • Διεθνής Τίτλος: Il Postino: The Postman
  • Διεθνής Εναλλακτικός Τίτλος: The Postman

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Ardiente Paciencia του Antonio Skarmeta.

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ μουσικής (δράμα). Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, πρώτο αντρικό ρόλο (Massimo Troisi) και διασκευασμένο σενάριο.
  • Βραβείο Bafta σκηνοθεσίας, μουσικής και ξενόγλωσσης ταινίας. Υποψήφιο για πρώτο αντρικό ρόλο (Massimo Troisi) και σενάριο.
  • Βραβείο μοντάζ στα David di Donatello. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, πρώτο αντρικό ρόλο (Massimo Troisi), δεύτερο αντρικό ρόλο (Philippe Noiret), μουσική και φωτογραφία.

Παραλειπόμενα

  • Ο Antonio Skarmeta είχε το 1983 σκηνοθετήσει ο ίδιος το Ardiente Paciencia, από το σενάριο του οποίου προέκυψε το ομώνυμο βιβλίο δύο χρόνια μετά. Στους τίτλους αναγράφεται το βιβλίο και όχι η ταινία ως σεναριακή πηγή. Πρόκειται για μυθοπλαστική εκδοχή κομματιού της ζωής του χιλιανού ποιητή, και όχι κάτι που βασίστηκε σε ιστορικά γεγονότα.
  • Ο Massimo Troisi ήταν που απέκτησε τα δικαιώματα σεναρίου και βιβλίου, και έχοντας παρακολουθήσει το Άλλοι Καιροί, Άλλοι Τόποι (1983) του Michael Radford, επέλεξε να στείλει σε αυτόν μια πρώτη δική του σεναριακή προσέγγιση. Ο βρετανός δημιουργός εντυπωσιάστηκε με τον ενθουσιασμό του Ιταλού, αλλά δεν τον ικανοποίησε το σενάριο. Μαζί με την πρώην φιλενάδα του Troisi, την Anna Pavignano, διέμειναν σε παραλιακό ξενοδοχείο της Σάντα Μόνικα, γράφοντας το σενάριο. Οι βασικότερες αλλαγές που έγιναν ήταν πως άλλαξε η Χιλή των 1970 στην Ιταλία των 1950, αλλά και ο έφηβος ψαράς Μάριο έγινε 40χρονος ταχυδρόμος.
  • Τα κεντρικά γυρίσματα έγιναν στην Προσίντα, που βρίσκεται στον κόλπο της Νάπολης (εκεί πλέον υπάρχει πλατεία με την ονομασία Massimo Troisi). Κάποια επιπλέον έλαβαν χώρα στη νήσο Σαλίνα του συμπλέγματος των Αιολίδων Νήσων. Τα νησιά αυτά θεωρούνταν από τους Έλληνες στην αρχαιότητα η γενέτειρα του θεού Αιόλου, ενώ καταγράφονται ως οι κορυφές του ηφαιστειακού τόξου ανάμεσα στον Βεζούβιο και την Αίτνα. Τα γυρίσματα ολοκληρώθηκαν μέσα σε 11 εβδομάδες, με ένα διάλλειμα μόνο για τον εορτασμό του Πάσχα.
  • Ο Massimo Troisi έπαθε ανακοπή καρδιάς και έχασε τη ζωή του μία ημέρα μετά το πέρας των γυρισμάτων (στο σπίτι της αδελφής του). Καθ’ όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων έχριζε εγχείρησης λόγω χρόνιων ρευματικών προβλημάτων, αλλά την ανέβαλε για να ολοκληρωθεί πρώτα η ταινία. Εντέλει, η μεγαλύτερη επιτυχία στην καριέρα του, συνοδευόμενη από υποψηφιότητα στα Όσκαρ, ήρθε χωρίς να το μάθει ποτέ…
  • Ο Troisi ήταν αρχικά να σκηνοθετήσει μαζί με τον Radford την ταινία (είχε ήδη εμπειρία σκηνοθέτη από 5 ταινίες), αλλά η κακή κατάσταση της υγείας του δεν του το επέτρεψε. Στην αυθεντική, ιταλική εκδοχή, το όνομα του αναφέρεται στη σκηνοθεσία, κάτι όμως που δεν ίσχυσε σε καμία άλλη χώρα που η ταινία πήρε διανομή.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Στο σάουντρακ περιέχονται αποσπάσματα της ποίησης του Νερούδα, διαβασμένα από διάσημα ονόματα. Μεταξύ αυτών: Sting, Miranda Richardson, Wesley Snipes, Julia Roberts, Ralph Fiennes, Glenn Close, Samuel L. Jackson, Willem Dafoe και Madonna.
  • Το 2010, παρουσιάστηκε ομώνυμη όπερα από τον Daniel Catan.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 17/7/2018

Κάποιος που θα επεδίωκε να είναι αυστηρός στην κρίση του απέναντι στον «Ταχυδρόμο», θα μπορούσε να του προσάψει αρκετά: πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ρομαντική φαντασίωση για μεσήλικες, όχι πολύ μακριά από τον τρόπο που η πλειοψηφία των σύγχρονων υπερηρωικών ταινιών αποτελούν τέτοιες για ένα εφηβικό κοινό, πως ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται τις ιδεολογικοπολιτικές προεκτάσεις της ιστορίας του αποτελεί τον ορισμό του απολιτίκ, πως η πολλάκις νοσταλγική του ματιά είναι επιπόλαιη και ουσιαστικά είναι αυτογκόλ για τον υποτιθέμενο αξιακό του πυρήνα, πως το σύνολο των γυναικείων χαρακτήρων είτε είναι γλάστρες είτε γραφικές καρικατούρες…

Όσο κι αν υπάρχουν κάποια ψήγματα αλήθειας μέσα στην υπερβολή των άνωθεν προτάσεων, δεν κρίνονται ως αρκετά ισχυρά για να αναιρέσουν την ουσία: το κύκνειο άσμα της κινηματογραφικής καριέρας του Massimo Troisi (με τα πραγματικά γεγονότα πίσω από την ολοκλήρωση της ταινίας που αφορούν τον ίδιο να αποτελούν τη σπαρακτική πεμπτουσία της προσωπικής θυσίας για την τέχνη, προσδίδοντας και μια άλλη διάσταση σε αυτή την καλλιτεχνική δημιουργία) είναι και μακράν η καλύτερη ταινία στην κατά τα άλλα όχι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη φιλμογραφία του Michael Radford, ένας αξιολάτρευτος ύμνος στο λαϊκό ψυχισμό, την ομορφιά και την απλότητα που ξεχειλίζει από μια αίσθηση του ανεπιτήδευτου και του γνήσιου χάρη στις συνεισφορές των δύο αυτών αντρών: ο μεν παραδίδοντας μια γλυκύτατη, γεμάτη ειλικρίνεια ερμηνεία που με μια πηγαία ταπεινοφροσύνη κερδίζει όχι απλά το ενδιαφέρον αλλά και την αληθινή συμπάθεια του θεατή και βάζοντας την υπογραφή του σε ένα σενάριο λιτό και συνάμα πολύπτυχο, ο δε προσδίδοντας εξίσου μεγάλο βάρος στα εκθαμβωτικά τοπία και στα εκφραστικά πρόσωπα των ερμηνευτών του, με ένα ύφος που ακουμπά ακόμη και στον νεορεαλισμό. Αν και είναι η ακαταμάχητη περσόνα του Troisi αυτή που κουβαλά τον σεναριακό σκελετό, οι στιγμές της αληθινής μαγείας βρίσκονται στην αλληλεπίδρασή του με τον -ντουμπλαρισμένο εδώ- Philippe Noiret, χτίζοντας μια από τις πιο τρυφερές σχέσεις μεταξύ μέντορα και προστατευόμενου της πρόσφατης κινηματογραφικής μνήμης με μια καμουφλαρισμένη ψυχολογική προέκταση, με τον πρώτο να υποδύεται το Εγώ και τον δεύτερο το Υπερεγώ. Η μεταξύ τους αλληλοσυμπλήρωση και χημεία, ο νατουραλισμός και η αμεσότητα του πρώτου με τη χαμηλότονη σοφία κι αρχοντιά του δεύτερου δημιουργούν σπίθες επί της οθόνης, ειδικά όταν γίνεται φανερή η επίδραση του Noiret στη σταδιακή μεταμόρφωση (αλλά όχι μετάλλαξη) του Troisi. Μέσα στο μείγμα βοηθάει για να αποκτήσει το τελικό αποτέλεσμα τη χαρακτηριστική του «γεύση» και το καλόκαρδο, ευγενές και ταυτόχρονα σπαρταριστό χιούμορ που έχει κι αυτό ρίζες στο παρελθόν και πιο συγκεκριμένα στην commedia all’italiana όπως ξεκίνησε αυτή να αναπτύσσεται τέσσερις δεκαετίες πριν την ύπαρξη του συγκεκριμένου φιλμ, ορθώς χωρίς να είναι εξίσου καυστικό μιας και οι προθέσεις εδώ είναι ηθογραφικές και όχι σατιρικές. Αξίζει να σημειωθούν και οι μαγικές, βραβευμένες με Όσκαρ συνθέσεις του Luis Bacalov που εκπέμπουν μια γλυκόπικρη, μελαγχολική αίσθηση ταιριαστή με το κλίμα που επικρατεί στην ταινία.

Άλλο ένα αξιοθαύμαστο γεγονός είναι πως ένας Βρετανός όπως ο Radford κατορθώνει να σκηνοθετήσει με μια γνήσια «ιταλικότητα», ενορχηστρώνοντας τα πάντα με έναν τρόπο που φέρνει στο μυαλό μέχρι και το σινεμά του de Sica, αποδεικνύοντας έτσι ότι έχει μελετήσει σαν καλός μαθητής τους καλλιτεχνικούς του προπάτορες. Η νοοτροπία που υπάρχει τόσο στην πλανοθεσία και τη διεύθυνση των ηθοποιών, όσο και στην καλόπιστη φύση των διαχρονικών μηνυμάτων που υπάρχουν εντός κειμένου παραπέμπει σε έναν κινηματογράφο που δυστυχώς μόνο από «σπόντα» αναβιώνει τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, ο «Ταχυδρόμος», ακόμη και τόσα χρόνια από την πρώτη του προβολή, δεν φαντάζει παρωχημένος σε κανένα του σημείο. Σε τελική ανάλυση, πρόκειται για σινεμά ευρείας κατανάλωσης με την καλή έννοια του όρου, ένα φιλμ που δεν αποκλείει κανέναν, και την ίδια στιγμή προσφέρει συγκινήσεις που δεν είναι αυτονόητο να συναντώνται σε έργα που απευθύνονται στις μάζες.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

13 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.