Παρίσι, δεκαετίας του 1930 : Ένα 12χρονο ορφανό αγόρι, ο Χιούγκο Καμπρέ, κατοικεί στις εσωτερικές στοές του σιδηροδρομικού σταθμού στο κέντρο της πόλης, φροντίζοντας τα ρολόγια τού πολυσύχναστου σταθμού και ζει κλέβοντας από τους πάγκους των καταστημάτων που υπάρχουν στον σταθμό. Σταθερή παρέα του, ένα μυστηριώδες ανθρωπόμορφο μηχάνημα που έχει στο κέντρο του μία υποδοχή για ένα κλειδί σε σχήμα καρδιάς, το οποίο αποτελεί και το μόνο πράγμα που του έχει απομείνει από τον πατέρα του. Όταν ο κόσμος του συνδέεται ξαφνικά -σαν τα γρανάζια των ρολογιών που φροντίζει- με ένα εκκεντρικό κορίτσι που λατρεύει τα βιβλία και τις περιπέτειες κι έναν πικρόχολο γέρο, ιδιοκτήτη ενός μικρού καταστήματος παιχνιδιών στο σταθμό, η μυστική ζωή και το πολύτιμο μυστικό του Χιούγκο, που τον συνδέει με το νεκρό πατέρα του, κινδυνεύουν να αποκαλυφθούν. Ένα αινιγματικό σχέδιο, ένα πολύτιμο σημειωματάριο, μια κλειδαριά σε σχήμα καρδιάς, ένα κλεμμένο κλειδί, ένας μηχανικός άνθρωπος και το καλά κρυμμένο μήνυμα του νεκρού πατέρα του Χιούγκο…

Σκηνοθεσία:

Martin Scorsese

Κύριοι Ρόλοι:

Asa Butterfield … Hugo Cabret

Chloe Grace Moretz … Isabelle

Ben Kingsley … Georges Melies

Sacha Baron Cohen … επιθεωρητής Gustave Daste

Ray Winstone … Claude Cabret

Emily Mortimer … Lisette

Helen McCrory … Jehanne D’Alcy

Michael Stuhlbarg … Rene Tabard

Jude Law … Κος Cabret

Christopher Lee … Κος Labisse

Richard Griffiths … Κος Frick

Frances de la Tour … Κα Emile

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: John Logan

Παραγωγή: Johnny Depp, Tim Headington, Graham King, Martin Scorsese

Μουσική: Howard Shore

Φωτογραφία: Robert Richardson

Μοντάζ: Thelma Schoonmaker

Σκηνικά: Dante Ferretti

Κοστούμια: Sandy Powell

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Hugo

Ελληνικός Τίτλος: Hugo

Εναλλακτικός Τίτλος: The Invention of Hugo Cabret [προώθησης]

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: The Invention of Hugo Cabret του Brian Selznick.

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ φωτογραφίας, σκηνικών, ήχου, ειδικών εφέ και ηχητικών εφέ. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, διασκευασμένο σενάριο, μουσική, μοντάζ και κοστούμια.
  • Χρυσή Σφαίρα σκηνοθεσίας. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία (δράμα) και μουσική.
  • Βραβείο Bafta σκηνικών και ήχου. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, μουσική, φωτογραφία, μοντάζ, κοστούμια και μακιγιάζ/κομμώσεις.

Παραλειπόμενα

  • Όταν το 2007 η GK Films πήρε τα δικαιώματα του βιβλίου, ανατέθηκε στον Chris Wedge να το σκηνοθετήσει. Και ο τίτλος θα ήταν Hugo Cabret.
  • Στα φλας-μπακ, βλέπουμε τα σκηνικά και τα κοστούμια στις ταινίες του Georges Melies να είναι πολύχρωμα. Στην πραγματικότητα, ο δημιουργός δούλευε μόνο τους γκρι χρωματισμούς, επειδή οποιαδήποτε άλλο χρώμα μπορεί να έβγαινε άσχημο στο ασπρόμαυρο φιλμ. Όταν το φιλμ φαίνονταν έγχρωμο, ήταν στην πραγματικότητα χρωματισμένο με το χέρι.
  • Ο Ben Kingsley βάσισε την ερμηνεία του στον… Martin Scorsese.
  • Πρώτη ταινία που χαρακτηρίστηκε στις ΗΠΑ με PG για τον Scorsese μετά από 18 χρόνια.
  • Το Hugo ήταν η πρώτη ταινία του Scorsese που γυρίστηκε σε 3D και σε ψηφιακό φιλμ.
  • Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Ο γάλλος πιανίστας Jean-Michel Bernard έγραψε κι αυτός κάποια μουσικά θέματα, αν και το όνομα του δεν συμπεριλήφθηκε στα κεντρικά κρέντιτ.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Χάρης Καλογερόπουλος

Έκδοση Κειμένου: 10/2/2012

O μικρός Χιούγκο ζει στα παρασκήνια των ωρολογιακών μηχανισμών ενός σιδηροδρομικού σταθμού, προσπαθώντας να επισκευάσει ένα ρομπότ-γραφέα που είχε περισώσει ο πατέρας του από πυρκαγιά σε μουσείο, ενώ κλέβει ανταλλακτικά και εργαλεία από ένα μαγαζάκι-αντικερί του σταθμού και βρίσκεται σε διαρκές κυνηγητό με τον επόπτη-χωροφύλακα. Ο μαγαζάτορας αποδεικνύεται ότι δεν είναι άλλος από τον Ζορζ Μελιές, τον πρωτοπόρο του σινεμά του φανταστικού, ο οποίος απογοητευμένος κι άγνωστος πια, ιδιωτεύει με τη γυναίκα του και την μικρή Ιζαμπέλ. Μια μέρα, καθώς ο Μελιές γραπώνει τον Χιούγκο πάνω σε απόπειρα κλεψιάς, βρίσκει στη τσέπη του το σημειωματάριο με σχέδια του δικού του παλιού ρομπότ.

Ο Μάρτιν Σκορσέζε σε ρόλο Σπίλμπεργκ; Ως ένα βαθμό, γιατί οι προθέσεις του είναι πολύ προσωπικές. Πρέπει να έχουμε στο νου ότι ο Σκορσέζε πολλά χρόνια τώρα ασχολείται με την εύρεση και αποκατάσταση παλιών, ξεχασμένων αριστουργημάτων σκηνοθετών, έχει κάνει ντοκιμαντέρ πάνω στην ιστορία του σινεμά κ.λπ.. Εκτός, δηλαδή, από λαμπρός σκηνοθέτης είναι και φανατικός σινεφίλ, κάτι που δεν εξυπακούεται για πολλούς άλλους. Θέμα της ταινίας του είναι πρωτίστως το ίδιο το σινεμά ως μαγεία, αυτό που ήταν στις απαρχές του. Όπως αναφέρεται στο φιλμ, οι αδελφοί Λιμιέρ το παρουσίασαν σε εκθέσεις ως μια οπτική εφεύρεση (που γρήγορα θα πέρναγε η μόδα της!), αλλά ο Μελιές, μάγος και κατασκευαστής μηχανών που εξυπηρετούσαν τα κόλπα του επί σκηνής, θεώρησε το νέο μέσο ως γλώσσα για να αφηγηθεί μοντέρνα και παλιά παραμύθια. Ο Σκορσέζε, μάλιστα, αναπαριστά και στο δικό του αφήγημα το εφέ του τρένου που «έρχεται καταπάνω» στον θεατή (Λιμιέρ, 1895) εκμεταλλευόμενος στο έπακρο το 3D. Είναι σαν να μας λέει ότι στην αυγή της νέας τρισδιάστατης τεχνολογίας δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το σινεμά είναι ένα σύνολο από τρικ και δεν πρέπει να το φοβόμαστε, όπως συνέβη και στην αρχή. Η τέχνη πάντα θα βρίσκει τον τρόπο της.

Το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτίνει αυτόν τον φόρο τιμής είναι μια εικονογραφημένη ιστορία του Μπράιαν Σέλζνικ (2007), από την οποία υπερτονίζει τα «Ντίκενς–Ουγκό» στοιχεία (ο μικρός ορφανός υπό καταδίωξη), ενώ στο δεύτερο μέρος υπερτερούν οι άμεσες σινεφιλικές αναφορές – έως και ένθετα από τον βωβό.

Όχι, δεν είναι μια ενδιαφέρουσα σε πλοκή και συναρπαστική σε ρυθμό περιπέτεια όπως θα ήταν μια ανάλογη από τον Σπίλμπεργκ. Έχει έναν αργό ρυθμό, συχνά αλά Τατί ή Τσάπλιν θα έλεγα, και αντί ενός σασπένς, ο Σκορσέζε μοιάζει να θέλει να δώσει (μέσα από μια πολύ κινητική κάμερα σε τράβελινγκ και μαγευτικά ρετρό σκηνικά της φουτουριστικής περιόδου) την ίδια την μαγεία του μέσου, παρά μέσω αυτής να πει μια ιστορία. Ή, αν θέλετε, είναι ένα μάθημα για το σινεμά ως μαγεία, μέσα από την περίπτωση του Μελιές.

Το κωμικό στοιχείο πέφτει πάνω στον χωροφύλακα (με το παροπλισμένο με μεταλλικό σκελετό, τραυματισμένο από τον πόλεμο πόδι) που ο Σάσα Μπάρον Κοέν αποδίδει εύστοχα, περιορίζοντας τις εκφράσεις του στο μίνιμουμ, ξέροντας πολύ καλά ότι δεν χρειάζεται παρά ένα τόσο δα, για να παράγει το χαμόγελό μας. Ο μικρός Έισα Μπάτερφιλντ, η γνωστή μας από τα Kick-Ass και Άσε το Κακό να Μπει, Κλόε Γκρέις Μόρτεζ, όπως και ο βετεράνος Μπεν Κίνγκσλεϊ, σε άψογες ερμηνείες – αλλά βέβαια δεν είναι μια ταινία ρόλων.

Ο Σκορσέζε είναι ο παππούς που απευθύνεται στα εγγόνια. Δεν τα πολυέπεισε… μέχρι τώρα, έχουν βγει τα μισά έξοδα του αρχικού προϋπολογισμού. Τα σημερινά παιδιά έχουν μάθει σε περίπλοκες ιστορίες με έντονη θριλεροειδή ατμόσφαιρα ή και επικό στοιχείο. Σίγουρα, το σκηνοθετικό κύρος και η οσκαρολογία θα ξαναστείλουν κόσμο στις αίθουσες, αλλά το κέρδος θα παραμείνει καλλιτεχνικό.

Βαθμολογία:


>>>>>>>>> Συνολικές Επισκέψεις: 46 || Επισκέψεις Βδομάδας: 1

Γκαλερι φωτογραφιων

18 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.