Ο Ρατζίβ αναγκάζεται να παρατήσει τα πάντα ώστε να εκπληρώσει την τελευταία και παράξενη επιθυμία του πατέρα του: να ταξιδέψει στο Βαρανάσι για να σώσει την ψυχή του. Το ταξίδι που ακολουθεί αναγκάζει τους δύο άντρες να επανασυνδεθούν ο ένας με τον άλλον και με τον κόσμο γύρω τους.

Σκηνοθεσία:

Shubhashish Bhutiani

Κύριοι Ρόλοι:

Adil Hussain … Rajiv

Lalit Behl … Daya

Geetanjali Kulkarni … Lata

Palomi Ghosh … Sunita

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Shubhashish Bhutiani, Asad Hussain

Παραγωγή: Sanjay Bhutiani, Sajida Sharma

Μουσική: Tajdar Junaid

Φωτογραφία: David Huwiler, Michael McSweeney

Μοντάζ: Manas Mittal

Σκηνικά: Avyakta Kapur

Κοστούμια: Shruti Wadetiwar

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Mukti Bhawan

Ελληνικός Τίτλος: Η Σωτηρία της Ψυχής

Εναλλακτικός Τίτλος: Hotel Salvation

Κύριες Διακρίσεις

  • Ειδική μνεία στην ταινία και τον Adil Hussain στα εθνικά βραβεία της Ινδίας.
  • Βραβείο Biennale College Cinema στο φεστιβάλ Βενετίας.

Παραλειπόμενα

  • Ντεμπούτο στις μεγάλου μήκους ταινίες για τον Shubhashish Bhutiani.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 3/7/2018

Ο κυκλώνας που ακούει στο όνομα Μπόλιγουντ έχει επικρατήσει τόσο πολύ στην παγκόσμια αντίληψη του τι σημαίνει σε γενικές γραμμές το ινδικό σινεμά (μην ξεχνάμε και τη σαρωτική οσκαρική νίκη του άμεσα επηρεασμένου από αυτήν τη σχολή “Slumdog Millionaire”) που οι πιο φεστιβαλικοί και σινεφιλικοί τίτλοι περνούν ελαφρώς στα ψιλά, εκτός αν λόγω υψηλής καλλιτεχνικής αξίας κάποιοι εξ αυτών κάνουν ένα έστω μικρό «μπαμ» στους κύκλους που θα έχουν την τύχη να τους προσέξουν.

Ο Shubhashish Bhutiani στο μεγάλου μήκους ντεμπούτο του πετυχαίνει έναν αξιοσημείωτο συνδυασμό που δεν πετυχαίνουν όλοι, ποσώς στα πρώτα τους βήματα μάλλον: εξυπηρετεί ένα παγκόσμιας απήχησης χαμηλόφωνο και ανθρωποκεντρικό σινεμά που έχει ακόλουθους σε όλη την υφήλιο και ριζώνει στον Ozu (ένα εξαιρετικά αντιπροσωπευτικό σύγχρονο παράδειγμα αποτελεί το “An” της Naomi Kawase), ταυτόχρονα όμως έχει μια ξεκάθαρα ινδική ταυτότητα και ιδιοσυγκρασία που δεν περιορίζεται μόνο στο γεωγραφικό πλαίσιο της ιστορίας αλλά επεκτείνεται και στη νοοτροπία της αφήγησης και στο πώς αναπτύσσονται οι χαρακτήρες. Επιπλέον, πρόκειται για προσβάσιμο κινηματογράφο νοηματικά και σε ύφος παρά την ποικιλία των θεματολογικών πτυχών και τους αργότερους από το μέσο όρο ρυθμούς, όχι όμως απλοϊκό ή κοινότοπο σε επίπεδο ουσίας: αντιθέτως, ειδικά όσον αφορά το πεδίο της σύγκρουσης γενεών στο οποίο ανήκει το φιλμ, αποφεύγονται πολλές από τις παγίδες και τα κλισέ που υπάρχουν συνήθως εκεί. Εύστοχα ο διαχωρισμός που γίνεται μεταξύ των συμπεριφορών του τρυπτύχου παππού, πατέρα και κόρης δεν είναι αυτός του τετριμμένου διπόλου προόδου εναντίον συντήρησης. Εξαιρώντας την τελευταία που ανήκει σε διαφορετικό μήκος κύματος ως εκπρόσωπος του νέου, ηλικιακά και σε επίπεδο κοσμοθεωρίας, οι δύο άρρενες πρωταγωνιστές είναι σύνθετες προσωπικότητες, τόσο με περιθώρια ανεκτικότητας σε συγκεκριμένα ζητήματα όσο και άκαμπτοι και αυστηροί σε κάποια άλλα. Είναι οι λεπτομέρειες στην περιγραφή των χαρακτήρων που κάνουν τη διαφορά και λειτουργούν τόσο ως κοινωνιολογική κριτική με οξυδέρκεια όσο και ως μικρές ψυχολογικές μελέτες: ο ηλικιωμένος Daya, μέρος μιας τότε Ινδίας που έκανε επτά δεκαετίες πριν τα πρώτα της δειλά βήματα ως ανεξάρτητη πλέον χώρα, περνά την αυστηρότητα που κατά πάσα πιθανότητα είχαν εισπράξει οι γονείς του από την πολιτική κατάσταση που αντιμετώπιζαν και στο δικό του γιο, το Rajiv και κατά συνέπεια ο ίδιος στην κόρη του. Όμως είναι ο πρώτος που μέσω της πνευματικότητας (και όχι δια του πιο περιορισμένου όρου της θρησκευτικότητας) θα έρθει σε μια βαθύτερη συνειδητοποίηση και θα κατανοήσει καλύτερα την οικογένειά του. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο δεύτερος, απομακρυσμένος από την ουσία της εθνικής του κουλτούρας, προσκολλημένος στα εθιμοτυπικά, έχοντας εγκαταλείψει τη διανοητικότητα για μια πιο πεζή, υλιστική ύπαρξη, όντας σε ένα σημείο-καμπή στη μέση της παραδοσιοκρατικής αντίληψης της γενιάς του πατέρα του και την πιο απελευθερωμένη του παιδιού του.

Όλα αυτά συνοδεύονται από μια γεμάτη αυτοπεποίθηση σκηνοθεσία, τόσο ως προς την καθοδήγηση των ηθοποιών όσο και ως προς την τοποθέτηση και κίνηση της κάμερας, με τον Bhutiani να γνωρίζει πότε να κάνει την έστω μικρή στυλιστική υπέρβαση και πότε να εστιάσει στους ερμηνευτές αφήνοντας κατά μέρος τη λατρεία της εικόνας. Ειδική μνεία αξίζει και η μουσική του Tajdar Junaid την οποία διατρέχει μια επιρροή από Gustavo Santaolalla. Οι επιπρόσθετες αρετές θα σήμαιναν λίγα αν το σενάριο δεν αγαπούσε τους ήρωές του και κατ’ επέκταση την ανθρώπινη φύση όσο το κάνει. Η διαδρομή που διανύουν είναι βαθιά θεραπευτική και λυτρωτική και αυτό μεταδίδεται με περίσσεια ευκολία στο θεατή, και αν αυτός βιώνει μια συναισθηματική ανύψωση κατά τη θέαση είναι επειδή τα πάντα εδώ λειτουργούν στο να αφουγκραστεί ουσιαστικά τον ψυχισμό των ηρώων, των οποίων τα συμπλέγματα και οι νευρώσεις ακουμπούν μεν σε πολλά από όσα διακρίνουν το εθνοτικό τους υπόβαθρο, στον πυρήνα τους όμως είναι πανανθρώπινα. Μακάρι όσα ακολουθήσουν για το σκηνοθέτη να διακρίνονται από παρόμοια σοφία και καλοψυχία.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

15 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.