Μια μελισσοκόμος στα κακοτράχαλα όρη της Βαλκανικής, Τουρκάλα σε μια περιοχή-χωνευτήρι εθνοτήτων, ζει σ’ ένα πλινθόκτιστο σπίτι με την ανήμπορη, μισότυφλη μάνα της, επιμελούμενη μ’ έναν τρόπο περίτεχνο τις μέλισσες και τις κηρήθρες της. Το μέλι της το πουλάει στα Σκόπια για ένα τσαμπί μπανάνες, μια βεντάλια για τη μάνα της, μια βαφή μαλλιών. Ο ερχομός μιας πολυμελούς οικογένειας νομάδων όμως θα αναστατώσει την ερημιά και τις μέλισσές της.

Σκηνοθεσία:

Tamara Kotevska

Ljubomir Stefanov

Κύριοι Ρόλοι:

Hatidze Muratova … η ίδια

Nazife Muratova … η ίδια

Κεντρικό Επιτελείο:

Παραγωγή: Atanas Georgiev

Μουσική: Foltin

Φωτογραφία: Fejmi Daut, Samir Ljuma

Μοντάζ: Atanas Georgiev

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Φεστιβάλ.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Medena Zemja

Ελληνικός Τίτλος: Στη Γη του Άγριου Μελιού

Διεθνής Τίτλος: Honeyland

Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Η Γη του Μέλιτος [φεστιβάλ]

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας (Βόρεια Μακεδονία) και καλύτερου ντοκιμαντέρ.
  • Χρυσή Αθηνά για ντοκιμαντέρ στο φεστιβάλ Αθηνών.
  • Υποψήφιο για καλύτερο ντοκιμαντέρ στα Ευρωπαϊκά Βραβεία.
  • Βραβείο ντοκιμαντέρ διεθνούς τμήματος, φωτογραφίας και ειδικό βραβείο για ντοκιμαντέρ στο φεστιβάλ Sundance.

Παραλειπόμενα

  • Τα γυρίσματα κράτησαν 3 χρόνια, με τους δημιουργούν να έχουν στο τέλος πάνω από 400 ώρες υλικού.
  • Το πρώτο βραβείο που κέρδισε το φιλμ χρησιμοποιήθηκε για να αγοραστεί ένα νέο σπίτι με ηλεκτρικό και νερό στη Muratova σε κοντινό χωριό, στο οποίο βρίσκονταν συγγενείς και φίλοι της. Εκείνη όμως δεν σταμάτησε να πηγαίνει πίσω στο παλιό της σπίτι και να φροντίζει τις μέλισσες της. Οι δε δύο δημιουργοί ξεκίνησαν μια καμπάνια, στην οποία στέλνονταν βάζα από μέλι ως ευχαριστήριο για δωρεές υπέρ των καθημερινών αναγκών της Muratova και των δικών της.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος

Έκδοση Κειμένου: 19/2/2020

Η Χατίτζε είναι μια μελισσοκόμος τουρκικής καταγωγής που ζει στην καρδιά των ορεινών άγονων εκτάσεων της Βόρειας Μακεδονίας με την υπερήλικη και εν πολλοίς ανήμπορη να αυτοεξυπηρετηθεί μητέρα της. Διάγει βίο μοναχικό, η ερημική όψη του οποίου αλλοιώνεται μόνο από τις τακτικές καταβάσεις της στην εγγύτερη πόλη, χάρη στις οποίες εξασφαλίζει την εμπορία του μέλιτος. Η απόλυτη αρμονία της με το φυσικό περιβάλλον διαταράσσεται όταν η νομαδική πολυμελής οικογένεια των Σαμ -επίσης τουρκικής καταγωγής- καταφθάνει δίπλα στο σπίτι της, και η συμβίωση με τους θορυβώδεις γείτονες αποδεικνύεται για τη Χατίτζε μια ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία.

Στο «Στη Γη του Άγριου Μελιού» δεν συναντά κανείς παραδοσιακή αφήγηση. Η κάμερα των δύο σκηνοθετών είναι αόρατη, απαθανατίζει καθαρές τις στιγμές στη ζωή της Χατίτζε, δεν προκαλεί εξελίξεις με την παρουσία της. Πρόκειται για τη σύγχρονη αποθέωση του direct-cinema: μέσω της «fly on the wall» προσέγγισης, αναβλύζει σε ανόθευτη μορφή η αληθινή όψη του βίου της μελισσοκόμου: η μοναξιά της που κάμπτεται από τη συντροφικότητα των μελισσών, ο χρόνος που κυλά και αρχίζει να αποκαλύπτει το αναπόδραστο φινάλε του, η αρμονική θέση της Χατίτζε μέσα σ’ ένα εύθραυστο μα σοφό οικοσύστημα και ο ρόλος της σε αυτό.

Πρόκειται για έναν άνθρωπο που είναι μέρος του περιβάλλοντός του, και ως τέτοιο ζει εκτός του σύγχρονου πολιτισμού. Μπορεί να μην επέλεξε μια τέτοια ζωή, και οι σκέψεις περί του πώς θα ήταν μια αστική πραγματικότητα να επιστρέφουν στον νου της Χατίτζε, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ζει στη σκιά μιας ματαιωμένης εναλλακτικής: στην καθημερινότητά της υπάρχει τρυφερότητα και πάθος για τις εργασίες της, αγάπη και σεβασμός για την κατάκοιτη μητέρα.

Διαθέτει συναίσθηση της παροδικότητας της παρουσίας της στον πλανήτη, και αυτή η σκέψη την τροφοδοτεί με πείσμα: η Χατίτζε δεν αφιερώνεται στην οικολογική της προσέγγιση επειδή συνειδητοποιήθηκε όψιμα, ερχόμενη σε επαφή με τον τρόμο της επικείμενης καταστροφής του πλανήτη, αλλά επειδή είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι του περιβάλλοντός της: η προστασία του είναι και μια μορφή αυτοπροστασίας που έχει λησμονήσει ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός, εξετάζοντας το περιβάλλον ως τον απρόσιτο «άλλο» και όχι σαν υπερσύνολο του εαυτού του.

Σαν άχρονη παρουσία στην καθημερινότητα της οποίας δεν μπορεί κανείς να εντοπίσει εμφανή σημάδια σύγχρονου πολιτισμού -στο σπίτι της δεν διαθέτει καν ηλεκτρικό-, η Χαντίτσε συγκροτεί ένα αντιφατικό δίπολο με τη νομαδική οικογένεια που καταφθάνει δίπλα της με το αυτοκινούμενο ηχηρό όχημά της. Αλλά η ματιά των δύο δημιουργών αρνείται να εκπέσει σε μανιχαϊστικές αναγνώσεις, και έτσι η οικογένεια των Σαμ δεν εμφανίζεται σαν ενσάρκωση κάποιου παραφυσικού κακού που απειλεί το εύθραυστο οικοσύστημα. Περισσότερο αποτελεί έναν κακό οιωνό δίχως καθαρό πταίσμα, μια προβολή του καπιταλιστικού συστήματος που αναλώνεται σε κοντόφθαλμες αναζητήσεις κέρδους (προς εξυπηρέτηση πάντως αδιαφιλονίκητα σημαντικών αναγκών: την επιβίωση της οικογένειας).

Έτσι, αυτό που πηγάζει από το αντιθετικό μοτίβο δεν είναι μια σχέση «φυσικής» ηρωίδας και αγνωμόνων εμπόρων, αλλά μια συστηματικά επιβεβλημένη -πλήρως δε ακατάλληλη- αντίληψη των φυσικών πόρων υπό τους όρους της αγοράς, της προσφοράς και ζήτησης, δίχως αληθινή επίγνωση του περιορισμένου χαρακτήρα τους. Η σκέψη των Κοτέφσκα και Στεφάνοβ καταδύεται στον πυρήνα της καταστροφικής για τον πλανήτη καπιταλιστικής οπτικής αναφορικά με τη φύση, αυτής δηλαδή που τη βλέπει -με τον έναν ή τον άλλον τρόπο- κυρίαρχα σαν πηγή εσόδων και όχι πρωτίστως σαν υπαίθριο κοινό οίκο που δυνητικά παρέχει τα προς το ζην.

Η Χατίτζε της ταινίας είναι ένα πλάσμα «χωμάτινο» και «πέτρινο»: η ουσία της ύπαρξής της προκύπτει από τη γη και περιμένει να επιστρέψει εκεί. Ο τρόπος που διαβιεί μοιάζει ξεχασμένος από την Ιστορία και τον Χρόνο, ανίκανος να αποτελέσει τροχοπέδη στην πορεία της ανθρωπότητας. Μια στατιστική παραδοξότητα που περιμένει να εκλείψει, κι ας ήταν εκεί από καταβολής κόσμου. Το συγκεκριμένο φιλμ είναι το λυρικό κατευόδιο που της αρμόζει, ένα έργο που αποτυπώνει την πραγματικότητα πιο δραστικά από οποιαδήποτε μυθοπλασία, μια τρυφερή ωδή για έναν άνθρωπο που η σοφία της απλότητάς του αναγνωρίζεται από τα πιο αθώα πλάσματα, τα ζώα και τα παιδιά, αλλά όχι τον σύγχρονο πολιτισμό. Τρία χρόνια γυρισμάτων αφιέρωσαν και τετρακόσιες ώρες υλικού διέθεταν η Ταμάρα Κοτέφσκα και ο Λιούμπομιρ Στεφάνοφ: μοιάζει να έκαναν την καλύτερη δυνατή χρήση του. Το «Στη Γη του Άγριου Μελιού» αφηγείται μια θλιβερή ανθρώπινη ιστορία ενός άοκνου αγώνα που δεν δίνεται με όρους εντυπωσιασμού, αλλά άδολης επαφής με τη φύση, αλλά και μιας αλλαγής που έρχεται και δεν μπορεί κανείς πλέον να την εμποδίσει.

Βαθμολογία:


Κριτικός: Πάνος Αχτσιόγλου

Έκδοση Κειμένου: 20/2/2020

Εξετάζοντας με διακριτικότητα αλλά και διεισδυτική ματιά τους τελευταίους μελισσοκόμους άγριων μελισσών του πλανήτη, το υποψήφιο για Όσκαρ ντοκιμαντέρ από τη Βόρεια Μακεδονία επιμένει πεισματικά να βλέπει την ομορφιά αυτού του κόσμου, η οποία κρύβεται στο κεχριμπαρένιο χρώμα του μελιού αλλά και στα γεμάτα ειλικρίνεια μάτια της πρωταγωνίστριάς του

Σε ένα απομονωμένο και πάμφτωχο χωριό στα βουνά της Βόρειας Μακεδονίας, μια 50χρονη επιβιώνει σε σχεδόν αδύνατες συνθήκες μαζί με την κατάκοιτη μητέρα της, με σχεδόν μόνη ασχολία της τη διαχείρηση και την προστασία των άγριων μελισσιών, τα οποία συντηρεί μέσα σε κουφάλες δέντρων, βράχους και σχισμές από πλιθιές. Επεξεργάζεται με τόση αγάπη και σύνεση το περιεχόμενο τους σε σημείο που το κάνει με γυμνά χέρια («μισό για εμένα και μισό για αυτές» λέει χαρακτηριστικά) και με την πιο βαθιά και ειλικρινή οικολογική διάθεση που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς. Ό,τι ελάχιστο βγάζει, το πουλά στις τοπικές αγορές και πάντα το κάνει με τη λιγότερη δυνατή εκμετάλλευση, σαν να συνεργάζεται πραγματικά με τα συμπαθέστατα έντομα. Όλα πρόκειται να αλλάξουν όμως, όταν δίπλα της θα έρθουν αν κατοικήσουν μια φασαριόζικη οικογένεια νομάδων που εκτρέφει αγελάδες, με τον εκνευριστικό πατριάρχη σύζυγο να εκμεταλλεύεται την καλοσύνη, ίσως και την αφέλεια της πρωταγωνίστριας, προχωρώντας στο ένα λάθος μετά το άλλο και διαταράσσοντας την εύθραυστη οικολογική αλλά και συναισθηματική ισορροπία που με τόσο κόπο και αγάπη έχει θεμελιωθεί.

Έχοντας έντονα αφηγηματικά στοιχεία, το γυρισμένο για τρία ολόκληρα χρόνια φιλμ των Κοτέφσκα και Στεφάνοφ, υποψήφιο για Όσκαρ στην κατηγορία καλύτερου ντοκιμαντέρ, είναι τόσο λιτό αλλά και ενδοσκοπικό, τόσο απλοϊκό στη σύλληψη αλλά τόσο υπέροχα συμβολικό, που μαγεύει και συγκινεί βαθιά. Σε αγγίζει με τη γλύκα και τη ρευστότητά του σαν το υπέροχο μέλι που αναβλύζει από τις κεχριμπαρένιες κερήθρες της Χατιτζέ. Αλλά και σε παγώνει σαν τους ανέμους που χτυπούν τα πλινθόκτιστα, σχεδόν πρωτόγονα σπίτια του μικρού, χαμένου οικισμού στα βουνά των Σκοπίων. Σου γεννά ελπίδα και πίστη στην δύναμη και την καλοσύνη του ανθρώπου και σου την καταστρέφει στην αμέσως επόμενη σκηνή. Τεχνικά αρτιότατο, και έχοντας έναν διαρκή βόμβο από τα μελίσσια στο ηχητικό υπόβαθρο κάθε σκηνής (κάτι που ίσως ξενίζει στην αρχή αλλά τελικά φτάνεις να μην το αντιλαμβάνεσαι), το φιλμ μιλά πανέξυπνα για την δύναμη της αγάπης και του σεβασμού προς το περιβάλλον, συνδυάζοντας ένα ουσιαστικό οικολογικό μήνυμα μέσα σε ένα βαθιά φεμινιστικό αφηγηματικό κέντρο, πλαισιωμένο από σκληρούς αλλά αληθινούς συναισθηματικούς δεσμούς και δεμένο με ένα περιτύλιγμα ανεπιτήδευτου λαογραφικού στοιχείου.

Η «Γη του άγριου μελιού» συνιστά ένα πραγματικό κινηματογραφικό διαμάντι από τη γειτονική χώρα που συγκλονίζει και παράλληλα αποδεικνύει ότι μπορεί κανείς να κάνει μεγάλο σινεμά με τα πιο πενιχρά μέσα. Μπορεί να ταξιδέψει και να βυθίσει στη μαγεία της ιστορίας του ακόμη κι αν αυτά που διαδραματίζονται μπορούν να συμβαίνουν σχεδόν δίπλα σου. Ένα γλυκόπικρο παραμύθι και ταυτόχρονα μια στιβαρή ταινία τεκμηρίωσης, αφύπνισης και ευαισθητοποίησης.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

10 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.