Η πολυπράγμων σκηνοθέτις αντανακλά θέματα όπως η ζωή και ο θάνατος, ξεκινώντας από προσωπικές της εμπειρίες, σημαδεμένη από τον πρόσφατο χαμό της μητέρας της και του συζύγου της, του διάσημου μουσικού Λου Ριντ, αλλά και του αγαπημένου της σκύλου. Πλάι σε αυτά, κοιτάει σε οικογενειακές αναμνήσεις, την παρακολούθηση και τη βουδιστική διδασκαλία.

Σκηνοθεσία:

Laurie Anderson

Κύριοι Ρόλοι:

Laurie Anderson … η ίδια

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Laurie Anderson

Παραγωγή: Laurie Anderson, Dan Janvey

Μουσική: Laurie Anderson

Φωτογραφία: Laurie Anderson, Toshiaki Ozawa, Joshua Zucker-Pluda

Μοντάζ: Melody London, Katherine Nolfi

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Heart of a Dog

Ελληνικός Τίτλος: Η Καρδιά του Σκύλου

Κύριες Διακρίσεις

  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας.

Παραλειπόμενα

  • Σύμφωνα με τη Laurie Anderson, η ταινία γυρίστηκε μέσω iPhone και άλλων μικρών ψηφιακών συσκευών.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Το σάουντρακ της ταινίας εμπεριέχει μουσική της Anderson, αλλά και ηχητικά κομμάτια του φιλμ. Όλες οι συνθέσεις είναι δικές της, εκτός από το κομμάτι που κλείνει την ταινία, το Turning Time Around του Lou Reed.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 16/9/2016

Η Laurie Anderson, χήρα του θρυλικού Lou Reed (στον οποίο αφιερώνει την ταινία), μουσικός και αβανγκάρντ καλλιτέχνης σε αυτή την πολύ ιδιόμορφη και ξεχωριστή πειραματική-ταινία δοκίμιο, πιάνεται από τη σχέση που είχε με τη σκυλίτσα της τη Lolabelle, ένα ρατ τεριέ, μέχρι τον θάνατό της το 2011. Αφηγείται ιστορίες από την καθημερινότητά τους, πώς η Lolabelle ανέπτυξε και καλλιτεχνικές ευαισθησίες φτιάχνοντας με τα πόδια της γλυπτά και πίνακες και παίζοντας μουσική, πώς τυφλώθηκε σταδιακά στο πέρασμα του χρόνου. Ωστόσο, αυτό αποτελεί ένα μόνο κομμάτι των ιστοριών που μοιράζεται με το έργο αυτό, ακολουθώντας ένα δαιδαλώδες συνειρμικό μονοπάτι που συμπεριλαμβάνει μεταξύ άλλων σχόλια της Anderson για τη μετά 11ης Σεπτεμβρίου πολιτική των ΗΠΑ για την εσωτερική ασφάλεια, αναμνήσεις της ίδιας από την παιδική της ηλικία και κυρίως από τη μητέρα της με την οποία διατηρούσε μια απόμακρη σχέση, σκέψεις της σχετικά με τον θάνατο που συνδέονται με όσα γράφει για το θέμα το «Θιβετιανό Βιβλίο των Νεκρών» το οποίο έχει μελετήσει.

Σε αφηγηματικό επίπεδο δεν έχει καμία σχέση με κάποια συμβατική τηλεοπτική δουλειά και ο τρόπος που επιλέγει η Anderson να ξεδιπλώσει την ταινία της σε στιλιστικό κι αισθητικό επίπεδο (λέξεις αναβοσβήνουν στην οθόνη, εικόνες προβάλλονται πάνω από ένα ψηφιακά προστιθέμενο βροχερό τζάμι, πλάνα από την υποκειμενική οπτική γωνία ενός σκύλου, μεταξύ άλλων), δίνουν μια ονειρική διάσταση στη δουλειά της. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, είναι γεγονός πως το φιλμ παρακολουθείται με δυσκολία από ένα σημείο κι έπειτα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Anderson είναι μια εξαιρετικά καλλιεργημένη, έξυπνη κι ευαίσθητη γυναίκα με αξιοθαύμαστη ποικιλία στα σημεία αναφορών της και προικισμένη στην ικανότητά της να συσχετίζει φαινομενικά ασύνδετα πράγματα μεταξύ τους (προξενεί εντύπωση η απόπειρά της να συνδέσει σλόγκαν του αμερικάνικου υπουργείου εσωτερικής ασφάλειας με θεμελιώδεις φράσεις του φιλόσοφου Ludwig Wittgenstein) και πως οι προθέσεις της εδώ προσανατολίζονται σε μια ξεκάθαρη κατεύθυνση ποιητικού στοχασμού. Όμως, μπροστά σε αυτό τον κυκεώνα σκέψεων, ιδεών και ιστοριών (πολύ συχνά ιδιαίτερα προσωπικών και συγκινητικών, όπως αυτή ενός ατυχήματος που είχε σε μικρή ηλικία η Anderson προσπαθώντας να βουτήξει σε μια πισίνα με αποτέλεσμα να σπάσει την πλάτη της και να αναγκαστεί να νοσηλευτεί σε μια πτέρυγα μαζί με άλλα μικρά παιδιά που υπέφεραν κι έκλαιγαν τη νύχτα λόγω των εγκαυμάτων τους, πολλά μάλιστα δεν κατάφερναν να επιζήσουν ανακαλεί η ίδια) υπάρχει συχνά ένα τείχος που εμποδίζει την προσβασιμότητά μας ως θεατές στον πλούσιο κόσμο του μυαλού της και αυτό είναι ο ιδιοσυγκρασιακός τρόπος που αναπτύσσει την ταινία της. Αυτό γίνεται εμφανές ειδικά σε μια υπερβολικά μεγάλη σε διάρκεια σκηνή που απευθύνει οδηγίες για το πώς να συμπεριφερθεί κάποιος κατά τη διάρκεια του μπαρντό (το σύμφωνα με τον βουδισμό ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ θανάτου και μετεμψύχωσης σε ένα καινούριο σώμα), στο οποίο φαντάζεται πως βρίσκεται η Lolabelle. Άλλες φορές κάποιες συνδέσεις που επιχειρεί φαντάζουν αυθαίρετες ή και υπερβολικές (όπως σε μια ανάμνησή της από μια παλιότερη βόλτα της με τη Lolabelle, όπου ένα γεράκι κατευθύνθηκε προς το μέρος της με την πρόθεση να τη σκοτώσει, αλλά ύστερα απομακρύνθηκε όταν συνειδητοποίησε το μεγάλο για το ίδιο μέγεθός της, και τη διαπίστωσή της πως μέσα από αυτήν την εμπειρία η Lolabelle έμαθε να φοβάται τον θάνατο αλλά και να έχει υπόψιν της τον ουρανό τον οποίο δεν πρόσεχε πριν, παραλληλίζοντάς τη με τον φόβο που απέκτησαν οι Νεοϋορκέζοι συμπολίτες της μετά την 11η Σεπτεμβρίου σχετικά με τον ουρανό και πως συνειδητοποίησαν ότι ο τρόμος μπορεί να προέλθει από εκείνο το σημείο που πριν ούτε καν υποψιάζονταν).

Δεν χωράει αμφισβήτηση πως η Anderson έχει βάλει μεγάλο κομμάτι της καρδιάς και του μυαλού της στο πείραμα που ονομάζεται «Η Καρδιά του Σκύλου» και πως επιχείρησε κάτι που ξεφεύγει από τα στεγανά, αλλά κάποιος στενοχωριέται όταν συνειδητοποιεί πως όλος αυτός ο πλούτος συναισθημάτων και ιδεών φαντάζει αποστασιοποιημένος και περιέργως ελιτίστικος.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.