Η Έσθερ είναι στο τέλος της καριέρας της ως βασική σχεδιάστρια μόδας στο εργαστήριο της Dior Avenue Montaigne. Μια μέρα, ένα εικοσάχρονο κορίτσι, η Τζέιντ, της ληστεύει την τσάντα στο μετρό. Αντί να καλέσει την αστυνομία, η Έσθερ αποφασίζει να φροντίσει την Τζέιντ. Βλέπει σε εκείνη την πιθανότητα να της μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις της, την τέχνη της ραπτικής, τον μοναδικό της πλούτο. Στον τρελό κόσμο της Υψηλής Ραπτικής που ο υπέρμετρος ανταγωνισμός είναι καθημερινότητα, η Έσθερ θα ξεπεράσει τον εαυτό της και θα αλλάξει τα στερεότυπα. 

Σκηνοθεσία:

Sylvie Ohayon

Κύριοι Ρόλοι:

Nathalie Baye … Esther

Lyna Khoudri … Jade

Pascale Arbillot … Catherine

Claude Perron … Andree

Soumaye Bocoum … Souad

Adam Bessa … Abdel

Clotilde Courau … Mumu

Farida Ouchani … Manoubia

Virgile Bramly … Hammidouche

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Sylvie Ohayon

Παραγωγή: Olivier Kahn

Μουσική: Pascal Lengagne

Φωτογραφία: George Lechaptois

Μοντάζ: Mike Fromentin

Σκηνικά: Marie Cheminal

Κοστούμια: Charlotte Betaillole

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Haute Couture
  • Ελληνικός Τίτλος: Υψηλή Ραπτική

Παραλειπόμενα

  • Η ιδέα για την ταινία γεννήθηκε όταν η Sylvie Ohayon συνόδευσε μια φίλη της σε οίκο υψηλής ραπτικής για να μεταποιήσει το νυφικό της. Η δεξιοτεχνία της ράφτρας που ανέλαβε τη δουλειά την εντυπωσίασε τόσο, ώστε θέλησε να μεταφέρει αυτή την εμπειρία στον κινηματογράφο. Η Ohayon έδωσε στην ιστορία και αυτοβιογραφικές αποχρώσεις, αντλώντας στοιχεία από τη δική της ανατροφή στο Λα Κουρνέβ και από την εμπειρία της ως μητέρας μιας κόρης που αντιμετώπισε δυσκολίες.
  • Η Sylvie Ohayon έκανε εκτεταμένη έρευνα στους οίκους Dior και Chanel, συζητώντας με πραγματικές ράφτρες για τη δουλειά και τη ζωή τους. Ενδιαφερόταν κυρίως για μικρές τεχνικές λεπτομέρειες που δεν θα έβρισκε σε βιβλία, όπως το λίπασμα της βελόνας ώστε να περνά ευκολότερα μέσα από ορισμένα υφάσματα.
  • Ο οίκος Dior συμφώνησε από την αρχή να συνεργαστεί με την παραγωγή, αφού πρώτα διάβασε το σενάριο, χωρίς να θέσει άλλους όρους. Παρείχε επίσης ρούχα, υλικά και υφάσματα για τα γυρίσματα, χωρίς όμως να συμμετέχει οικονομικά στην παραγωγή.
  • Παρότι η ταινία υποτίθεται ότι εκτυλίσσεται σε ατελιέ του Dior, το ατελιέ που βλέπουμε στην οθόνη δεν είναι το πραγματικό. Η σκηνοθέτις το ανακατασκεύασε κινηματογραφικά, εμπνεόμενη από την αισθητική της εποχής της Pompadour και του Haussmann και θέλοντας να του δώσει την αίσθηση ενός «ναού» ή των Βερσαλλιών. Τα πραγματικά ατελιέ του Dior είναι πολύ πιο λευκά και λειτουργικά, ώστε να αντανακλάται καλύτερα το φως.
  • Τα γυρίσματα των σκηνών στο ατελιέ διήρκεσαν μόλις δύο εβδομάδες. Σύμβουλος ραπτικής ήταν η Justine Vivien, η οποία εργάζεται για το Dior Héritage και τα ατελιέ Haute Couture και είχε προηγουμένως ασχοληθεί με την ιστορική δημιουργία «Francis Poulenc». Η Justine Vivien εκπαίδευσε τις ηθοποιούς στα βασικά της υψηλής ραπτικής σε μόλις τρεις-τέσσερις συναντήσεις.
  • Περίπου δέκα πρώην εργαζόμενες του Dior, ανάμεσά τους και η συνταξιούχος Lydia Nassar, εμφανίστηκαν στην ταινία παίζοντας ουσιαστικά τον εαυτό τους.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 14/6/2022

Ουσιαστικά η Sylvie Ohayon στήνει εδώ ένα μοντέρνο παραμύθι σε αστικό φόντο, με φαινομενικά ρεαλιστική ματιά λόγω της εστίασης στο κοινωνικό κομμάτι. Παράλληλα, γίνεται εμφανές πως ό,τι ξεδιπλώνεται στην οθόνη κουβαλάει κι ένα ειδικό προσωπικό φορτίο για την ίδια, δηλαδή είναι κι ένα δημιουργικό στοίχημα. Είναι διπλό το κρίμα λοιπόν γι’ αυτούς τους λόγους που το τελικό αποτέλεσμα ελάχιστα λειτουργεί.

Με το βασικό πρόβλημα να βρίσκεται στο σενάριο, το οποίο παρότι υποτίθεται πως εδράζεται σε ένα πιο ρεαλιστικό πλαίσιο από τα στάνταρ ενός Χόλιγουντ για παράδειγμα, διέπεται στην πραγματικότητα από αβάσταχτη αφέλεια στο πώς σκιαγραφεί ψυχοσυνθέσεις και συγκυρίες, που κάνει και τον κεντρικό άξονα της σχέσης μεταξύ των δύο πρωταγωνιστριών εξαιρετικά μη πειστικό. Η αλληλεπίδραση ανάμεσά τους μοιάζει περισσότερο με το πώς θα φανταζόταν ένα νέο άτομο για τον εαυτό του έναν ιδανικό μέντορα που θα τον στήριζε (ακόμη και οι όποιες εντάσεις τελικά δρουν με τρόπο τέτοιο που ενισχύουν την αμοιβαία εκτίμηση, δεν είναι επικίνδυνες) παρά με κάτι αληθινό και πολυδιάστατο.

Οι αδυναμίες της γραφής γίνονται φανερές και από τις καταστάσεις που αποτυπώνονται για να «γεμίσει» ο κινηματογραφικός χρόνος, που είναι σχεδόν όλες επιλεγμένες από το πανέρι με τα κλισέ (το σημείο στο οποίο η κεντρική ηρωίδα προσωρινά τα παρατάει λόγω πίεσης, η ερωτικού τύπου παρεξήγηση με το αίσθημα, μια σκηνή ξεσπάσματος μεταξύ άλλων). Υπάρχουν κάποιες στιγμές που εκπέμπουν αυθεντικότητα, με την καθημερινότητα της νεαρής Jade στην γκετοποιημένη γειτονιά ειδικά να προσθέτει πόντους στο σύνολο, αλλά δεν είναι αρκετές.

Ίσως το καλύτερο στοιχείο να είναι το ντουέτο που σκηνοθετεί η Ohayon, που ερμηνευτικά καλύπτει αρκετά από τα κενά που αφήνει το κείμενο σχετικά με τους εν λόγω ρόλους. Η εξαιρετικά έμπειρη Nathalie Baye βγάζει προς τα έξω όλα όσα χρειάζονται για το πορτρέτο της: μια ήρεμη δύναμη ικανή να παρέχει την καλύτερη καθοδήγηση, μια μελαγχολία για τα λάθη του χαρακτήρα της, αλλά και μια ευαλωτότητα. Και η Lyna Khoudri εναλλάσσει έξοχα μια ζωτικότητα, ένα πείσμα κι ένα έντονο ταπεραμέντο με μια ευαισθησία που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια. Είναι ατυχές που οι ηρωίδες τους δεν είναι εξίσου προσεγμένες στο πώς έχουν συλληφθεί από την Ohayon.

Το ανθρωποκεντρικό μήνυμα σχετικά με τις ευκαιρίες που πρέπει να δοθούν στις περιθωριοποιημένες κοινωνικά ομάδες της Γαλλίας είναι καλοδεχούμενο, αλλά δεν αντισταθμίζει από μόνο του τα μειονεκτήματα του φιλμ. Αναγνωρίζει κανείς το φιλότιμο της όλης προσπάθειας, σε γενικές γραμμές, όμως είναι ισχνό δραματουργικά σινεμά, με μια εσφαλμένη αντίληψη για το πώς λειτουργεί ο κόσμος.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

9 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *