Δεκαετία του 1960. O Τόνι Λιπ, πορτιέρης από μια ιταλο-αμερικανική γειτονιά του Μπρονξ, προσλαμβάνεται ως οδηγός του Δρ. Ντον Σίρλεϊ, ενός παγκοσμίου φήμης αφροαμερικανού πιανίστα, για να τον συνοδεύσει σε μια περιοδεία από το Μανχάταν στον βαθύ αμερικάνικο Νότο. Θα πρέπει να κινηθούν στηριζόμενοι στο «Πράσινο Βιβλίο», που θα τους υποδείξει τα ελάχιστα καταλύματα, εστιατόρια κτλ που ήταν τότε ασφαλή για τους Αφροαμερικανούς. Συναντούν τον ρατσισμό, διάφορους κινδύνους, αλλά και ανθρωπιά, και αναγκάζονται να βάλλουν στην άκρη τις διαφορές τους και να επιβιώσουν σε μια διαδρομή ζωής.

Σκηνοθεσία:

Peter Farrelly

Κύριοι Ρόλοι:

Viggo Mortensen … Frank ‘Tony Lip’ Vallelonga

Mahershala Ali … Δρ Don Shirley

Linda Cardellini … Dolores Vallelonga

Sebastian Maniscalco … Johnny Venere

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Peter Farrelly, Nick Vallelonga, Brian Hayes Currie

Παραγωγή: Jim Burke, Brian Hayes Currie, Peter Farrelly, Nick Vallelonga, Charles B. Wessler

Μουσική: Kris Bowers

Φωτογραφία: Sean Porter

Μοντάζ: Patrick J. Don Vito

Σκηνικά: Tim Galvin

Κοστούμια: Betsy Heimann

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Green Book
  • Ελληνικός Τίτλος: Το Πράσινο Βιβλίο

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ καλύτερης ταινίας, δεύτερου αντρικού ρόλου (Mahershala Ali) και αυθεντικού σεναρίου. Υποψήφιο για πρώτο αντρικό ρόλο (Viggo Mortensen) και μοντάζ.
  • Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας (κωμωδία/μιούζικαλ), δεύτερου αντρικού ρόλου (Mahershala Ali) και σεναρίου. Υποψήφιο για σκηνοθεσία και πρώτο αντρικό ρόλο (Viggo Mortensen) σε κωμωδία/μιούζικαλ.
  • Βραβείο Bafta δεύτερου αντρικού ρόλου (Mahershala Ali). Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, πρώτο αντρικό ρόλο (Viggo Mortensen) και σενάριο.
  • Καλύτερη ταινία από την Ένωση Παραγωγών Αμερικής.
  • Βραβείο κοινού στο φεστιβάλ του Τορόντο.

Παραλειπόμενα

  • Το περίφημο βιβλίο The Negro Motorist Green Book, γνωστό κι ως The Negro Travelers’ Green Book, εκδόθηκε το 1936 και συνέχισε να εκδίδεται ετησίως ως το 1966. Είχε γραφτεί από έναν έγχρωμο ταχυδρομικό, τον Victor Hugo Green, και βοηθούσε τους έγχρωμους ταξιδιώτες, όπως και τους συνοδούς τους για τις “ιδιαίτερες” καταστάσεις που ίσως συναντούσαν.
  • Πρώτη δραματική ταινία για κάποιον από τους αδελφούς Farrelly.
  • Ο Viggo Mortensen αναγκάστηκε να πάρει 18 με 23 κιλά για να αναλάβει τον ρόλο.
  • Κατά την προώθηση της ταινίας, ο Mortensen προκάλεσε αντιδράσεις όταν χρησιμοποίησε τη λέξη “νέγρος” (nigger), παρότι κατέκρινε τον ρατσισμό. Την επόμενη ημέρα ο ηθοποιός ζήτησε συγνώμη, απολογούμενος ότι έκανε λάθος στη χρήση της λέξης, κι ότι δεν τη χρησιμοποιεί ποτέ του στην καθομιλουμένη.
  • Η ταινία είναι αφιερωμένη στον Λάρι το κοράκι, ένα πουλί που περιφέρονταν στον τόπο των γυρισμάτων, και το οποίο φρόντιζε ο Viggo Mortensen αφού είχε χτυπηθεί από αμάξι.
  • Ο αληθινός Tony Lip εξελίχτηκε σε ηθοποιός, καθιερωμένος σε ρόλους μαφιόζων. Ξεκίνησε από έναν μικρό ρόλο στον Νονό, αλλά έμεινε γνωστός για τη σειρά The Sopranos. Ο γιος του, ο Nick Vallelonga, έχει έναν μικρό ρόλο μαφιόζου με το όνομα Augie αλλά συμμετέχει και στο σενάριο, ενώ εμφανίζονται και άλλα μέλη της οικογένειας Vallelonga.
  • Χωρίς να είναι έντονη η διαμαρτυρία, κάποιοι συγγενείς του Don Shirley παραπονέθηκαν ότι δεν φαίνεται ορθά η σχέση του πιανίστα με την οικογένεια του, αλλά και ούτε προσκλήθηκαν ώστε να έχουν κάποια συμμετοχή με την παραγωγή.
  • Δεύτερη ταινία για τη Universal Pictures που γυρίστηκε σε φόρμα Univisium 2.00:1, μετά το Jurassic World. Μέσα στο 2018, ήταν μόλις τρεις που τη χρησιμοποιήσαν.
  • Έγινε η πέμπτη ταινία στην ιστορία του θεσμού που κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας δίχως να είναι υποψήφιο στη σκηνοθεσία.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 4/1/2019

Στην πρώτη του σκηνοθετική δουλειά για τον κινηματογράφο χωρίς τη βοήθεια του αδερφού του, ουσιαστικά ο Peter Farrelly πάλι απευθύνεται σε μεγάλο κοινό, απλά με διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Η αληθινή ζωή του δίνει στα χέρια μια ιστορία που αντιστρέφει την καλοπροαίρετη μεν, εύκολα παρεξηγήσιμη δε ιδέα πίσω από τον περίφημο «Σωφέρ της Κας Νταίζη» που παρακαλάει να αξιοποιηθεί με τον τρόπο που γίνεται εδώ. Αν θέλει κάποιος να σταθεί ακριβοδίκαια απέναντι στο σύνολο δεν γίνεται να μην παραδεχθεί το πόσο στρογγυλή και ανώδυνη είναι η δραματική πλευρά του φιλμ, το πόσο προβλέψιμη είναι η εξέλιξή του και το πόσο προσπαθεί να βγάλει με το ζόρι μια ανεβαστική συναισθηματικά ατμόσφαιρα στο φινάλε. Αλλά θα ήταν ψέμα ο ισχυρισμός πως το «Πράσινο Βιβλίο» δεν είναι απολαυστικό από την αρχή μέχρι το τέλος, κάτι που οφείλεται κυρίως στο σπαρταριστό χιούμορ και τους γεμάτους ζωηράδα διαλόγους του σεναρίου αλλά και στο πρωταγωνιστικό ντουέτο που δίνει μια άτυπη μονομαχία ως προς το ποια εκ των δύο ερμηνειών θα είναι αυτή που θα αποκομίσει μέχρι το τέλος τις καλύτερες εντυπώσεις. Πρόκειται για κλασικό δείγμα ευρέως αποδεκτής οσκαρικής ταινίας, όπου εκεί που λείπει το βάθος βρίσκονται τόσο μια υψηλή ψυχαγωγική αξία όσο και μηνύματα με αγνές προθέσεις, τα οποία όσο προφανή και να είναι πρέπει να επαναλαμβάνονται από καιρού εις καιρόν για τον μέσο θεατή που μπορεί να διαμορφώνει μέχρι και προσωπικότητα μέσα από αυτό που θα παρακολουθήσει.

Η μεγαλύτερη ευχαρίστηση κατά τη διάρκεια της προβολής πηγάζει από την ερμηνευτική συνεργασία και συνάμα κρυφή αντιπαλότητα μεταξύ Mortensen και Ali στους ρόλους που υποδύονται. Ο πρώτος ειδικά φαίνεται να το διασκεδάζει αποτελώντας ουσιαστικά την πηγή ενέργειας ολόκληρης της ταινίας συμπαρασύροντας τον ρυθμό με την άψογη ιταλοαμερικάνικη προφορά του και τη χειμαρρώδη εξωστρέφειά του αλλά παράλληλα προσδίδοντας στις σοβαρότερες σκηνές την αναγκαία βαρύτητα ώστε να μην εγκλωβίσει τον χαρακτήρα του στα στεγανά μιας καρικατούρας. Ο δεύτερος έχει μια σαφώς δυσκολότερη αποστολή να ολοκληρώσει μιας και ο ήρωάς του κουβαλάει τη μερίδα του λέοντος της δραματουργίας. Το δικό του πορτραίτο είναι διαφορετικό από εκείνο του συμπρωταγωνιστή του: ξετυλίγεται πιο αργά και σταδιακά, χαρακτηρίζεται από μια μεγαλύτερη λεπτότητα όσον αφορά τους μανιερισμούς και τον τρόπο χειρισμού της ομιλίας και του σώματος η οποία γίνεται όλο και πιο πολύ κατανοητή σαν επιλογή όσο προχωράει η πλοκή. Το κλειδί της όλης εμπειρίας είναι το πώς αποτυπώνεται η αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο ανδρών: σε αντίθεση με άλλα παραδείγματα όπως τον «Άνθρωπο της Βροχής» κανένα εκ των δύο προσώπων δεν αποτελεί μια «σταθερά» που θα βοηθήσει το άλλο να αλλάξει, ίσα ίσα που η επικοινωνία και η μεταστροφή των δύο ατόμων που βγαίνει από αυτήν λειτουργούν τόσο αρμονικώς αμφίπλευρα ώστε να προκύπτει πραγματικά μια σχεδόν τέλεια αλληλοσυμπλήρωση.

Ο συνήγορος του διαβόλου θα έλεγε πως μια ταινία που διαδραματίζεται τη δεκαετία του ’60 και κατά τη διάρκεια της οποίας ο κόσμος γύρισε ανάποδα για τα δικαιώματα των Αφροαμερικανών θα έπρεπε να είναι κάτι διαφορετικό, πιο εδραιωμένο σε έναν κοινωνικό ρεαλισμό από μια δραμεντί της οποίας ο στόχος είναι να στείλει το κοινό στο σπίτι του με ένα χαμόγελο ύστερα από το πέρας της θέασης. Το ότι λείπουν σχεδόν οι γωνίες είναι ένα σοβαρό θέμα. Αυτό αποδυναμώνει τον αντίκτυπο του τελικού αποτελέσματος, όμως η αξία του έστω αυτονόητου ηθικού διδάγματος παραμένει ως προς το ότι θα βρει απήχηση κυρίως στην ανήλικη μερίδα του κοινού που ενδέχεται να έρθει έτσι σε πρώτη επαφή με ένα σινεμά κοινωνικού προβληματισμού. Δεν πρόκειται για κινηματογράφο που ανακαλύπτει τον τροχό σε επίπεδο νοηματικής κι αισθητικής, ωστόσο η δημιουργία του Farrelly είναι αδιαμφισβήτητα ένα όμορφο δείγμα χολιγουντιανού επαγγελματισμού κατασκευαστικά και καλοκάγαθου ιδεαλισμού πολιτικά αποτελώντας ένα στιβαρό πακέτο αμερικάνικου κινηματογράφου που μπορεί να μιλήσει με ευκολία σχεδόν σε όλους.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

13 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.