Δείτε πού προβάλλεται η ταινία:

Η Νάνσυ Στόουκς είναι μια συνταξιούχος εκπαιδευτικός, η οποία λαχταρά λίγη δράση και σεξ. Καλό σεξ. Και έχει ένα πλάνο γι’ αυτό… Παρόλο που ο σύζυγός της, ο Ρόμπερτ, παρείχε το σπίτι, την οικογένεια, κάτι που να θυμίζει ζωή, το καλό σεξ δεν ήταν ποτέ στο τραπέζι. Ο ίδιος πλέον δεν βρίσκεται στη ζωή, και η Νάνσυ ετοίμασε ένα σχέδιο: να αναζητήσει την περιπέτεια με τον Λίο Γκράντε, έναν σεξεργάτη. Η Νάνσυ υποδέχεται τον Λίο στο δωμάτιο ενός ανώνυμου ξενοδοχείου. Μοιάζει το ίδιο καλός με τις φωτογραφίες του, αλλά η Νάνσυ ούτε που φανταζόταν πως θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν πέραν της συνεύρεσής τους. Ο Λίο έχει άποψη για τα πάντα, και παρόλο που δεν λέει πάντοτε την αλήθεια, η Νάνσυ νομίζει ότι της αρέσει. Και ακριβώς το ίδιο αισθάνεται και αυτός για εκείνη. Η Νάνσυ αρχίζει να χαλαρώνει, καθώς μεγαλώνει η σεξουαλική της αυτοπεποίθηση. Κατά τη διάρκεια των ραντεβού τους, η δυναμική τους μεταβάλλεται και οι μάσκες πέφτουν.

Σκηνοθεσία:

Sophie Hyde

Κύριοι Ρόλοι:

Emma Thompson … Nancy Stokes

Daryl McCormack … Leo Grande

Isabella Laughland … Becky

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Katy Brand

Παραγωγή: Debbie Gray, Adrian Politowski, Sillentze

Μουσική: Stephen Rennicks

Φωτογραφία: Bryan Mason

Μοντάζ: Bryan Mason

Σκηνικά: Miren Maranon

Κοστούμια: Sian Jenkins

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Good Luck to You, Leo Grande
  • Ελληνικός Τίτλος: Καλή Τύχη Λίο Γκράντε

Παραλειπόμενα

  • Πρώτο κινηματογραφικό σενάριο για την ηθοποιό Katy Brand.
  • Η Emma Thompson δήλωσε για τη γυμνή της εμφάνιση ότι ίσως ήταν ό,τι δυσκολότερο είχε κάνει στην καριέρα της. Παρόλα αυτά, οι σεξουαλικές σκηνές δεν είχαν σύμβουλο, με τους δυο ηθοποιούς να συνεργάζονται αυτοβούλως.
  • Στις ΗΠΑ η ταινία δεν βγήκε στις αίθουσες, μια και η Searchlight Pictures την αγόρασε για το Hulu.
  • Έκανε μεν πρεμιέρα στο φεστιβάλ του Sundance, αλλά την τελευταία στιγμή αυτή έγινε online και όχι με ζωντανό κοινό, λόγω της αύξησης του αριθμού κρουσμάτων της παραλλαγής Ο στις ΗΠΑ.

Κριτικός: Ορέστης Μαλτέζος

Έκδοση Κειμένου: 15/6/2022

Δεν θεωρώ ότι υπάρχουν πολλά πράγματα άξια προς συζήτηση γύρω απ’ αυτή την ταπεινών προδιαγραφών ταινία που σκηνοθέτησε η Sophie Hyde και έγραψε η Katy Brand, τις οποίες αναφέρω από τώρα γιατί όλο το περιεχόμενο αυτού του κειμένου θα περιστρέφεται γύρω από αυτές.

Εν αρχή ην ο λόγος και σε μια σπανιότατη περίπτωση για κινηματογραφική ταινία, πολύ εύκολα μπορεί να θεωρηθεί και το τέλος. Μετά έκπληξης είδα ότι το σενάριο της Brand είναι πρωτότυπο και της αξίζουν πολλά εύσημα αφού κατορθώνει να δημιουργήσει απευθείας για τη μεγάλη οθόνη ένα κείμενο αυστηρών θεατρικών προδιαγραφών, που τόσο σε βάθος θεματικής όσο και διαλόγων τα καταφέρνει ενίοτε καλύτερα από πολλά γνωστά θεατρικά έργα με πολύχρονη πορεία στη σκηνή, και μπορεί να θεωρηθεί αριστούργημα δίπλα σε επιφανειακές απόπειρες γραφής απροκάλυπτης μετριότητας όπως είδαμε πρόσφατα στο “Windfall”.

Ένα δωμάτιο ξενοδοχείου γίνεται το σημείο συνάντησης δύο και μόνο χαρακτήρων, μιας «σφιγμένης» μεσήλικης καθηγήτριας που έχει στερηθεί τον έρωτα και ενός ακομπλεξάριστου σεξεργάτη με ακραίο επαγγελματισμό που οσφραίνεται την ψυχοσύνθεση του εκάστοτε πελάτη για να του προσφέρει την καλύτερη δυνατή εμπειρία. Δεν είναι λίγες οι ιστορίες που περιγράφουν τη σεξουαλική αφύπνιση νεαρών κοριτσιών, αλλά εδώ η Brand καλύπτει το δραματουργικό κενό με μια ιστορία που αναφέρεται σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, και από την αρχή είναι εμφανές ότι το κάνει χωρίς να κουβαλάει κατάλοιπα από περασμένες δεκαετίες. Οι χαρακτήρες της ζουν στο σήμερα, μιλάνε με σύγχρονους όρους και η εκσυγχρονισμένη αντίληψή τους για τον κόσμο, άσχετα από την ηλικία τους, δεν περιορίζεται στην ενημερωμένη τεχνολογία, παγίδα στην οποία πέφτουν πολλά σενάρια.

Αυτή η απελευθερωμένη οπτική της Brand είναι το βασικό στοιχείο που χαρίζει στον θεατή την απόλαυση αυτής της ταινίας, επιτυγχάνοντας τη συνύπαρξη της συναισθηματικής περιγραφικότητας -τυπικό στοιχείο μιας βρετανικής κομεντί- με το εξίσου χαρακτηριστικό στεγνό χιούμορ που όμως προκαλεί αβίαστο γέλιο, πιο συχνά από το κοινώς αποδεκτό.

Για τους παραπάνω λόγους που κάνουν την ταινία να λειτουργεί, μου φαίνονται περίεργες με τον δικό μου αρσενικό τρόπο σκέψης οι επιλογές της Hyde στην κινηματογράφηση του έργου, θυμίζοντάς μου την περίπτωση του “Humpday”, μιας πολύ πρωτότυπης θεματικά ταινίας της Lynn Shelton γύρω από την αντρική σωματική οικειότητα που στα μάτια μου φάνηκε πολύ «θεωρητική» για το περιεχόμενό της, επιστρατεύοντας τη συζήτηση για τη λύση του κεντρικού προβλήματος εις βάρος της βασικής αρχής της «πράξης» που χαρακτηρίζει την κινηματογραφική αφήγηση.

Ανάλογη εντύπωση μού άφησε και ο “Λίο Γκράντε”. Η Hyde επιστρατεύει όσο το δυνατόν λιγότερα κινηματογραφικά εργαλεία για να ζωντανέψει την ιστορία και όχι λόγω ατεχνίας. Στο ίδιο το σκηνικό του δωματίου κυριαρχεί ένα μουντό μπεζ και ένας διάχυτος φωτισμός χωρίς σκιές και διακυμάνσεις -το πιο αντιερωτικό σκηνικό για τη σεξουαλική εμπειρία που θέλει να ζήσει η πρωταγωνίστρια. Μάλιστα, κάνει τα πάντα για να σε απομακρύνει από το να εστιάσεις στο ερωτικό στοιχείο, δείχνοντας τέτοια πίστη στους διαλόγους ώστε να αποφασίσει με μονομανία να ακολουθήσει σκηνοθετικά την πορεία των χαρακτήρων της στην άφεση, κάτι που επιβεβαιώνεται από τη ριζική αλλαγή στιλ του φινάλε. Δυστυχώς, αυτό σκοντάφτει στην ίδια τη σεναριακή δομή, αφού η έλλειψη οποιασδήποτε συναισθηματικής έξαρσης, πέραν κάποιων προσωπικών προστριβών των χαρακτήρων, μέχρι την τελική κορύφωση εκμηδενίζει τις κορυφώσεις των ξεχωριστών σκηνών που αποτελούν το όλον, αφήνοντάς μας να θαυμάζουμε μεν το δάσος σαν σύνολο αλλά όχι τα δέντρα που το αποτελούν, κρατώντας μας σε μια αντίστοιχη απόσταση.

Η Emma Thompson φυσικά είναι ένας ογκόλιθος υποκριτικής, και ο χαρακτήρας που δημιουργεί είναι ζωντανός και πολυεπίπεδος, με τα στοιχεία που αποκαλύπτονται γι’ αυτόν σταδιακά να του χαρίζουν όλο και περισσότερο βάθος, ενώ ο ανερχόμενος Daryl McCormack όχι μόνο στέκεται επάξια αλλά χειρίζεται τις κρυφές ανασφάλειες του ρόλου του με μαεστρία, καθώς αυτός δυσκολεύεται όλο και πιο πολύ να διατηρήσει το άνετο επαγγελματικό του alter-ego.

Δεδομένης όμως και της μικρής διάρκειάς της, η ταινία μοιάζει με μια ψυχοθεραπευτική συνεδρία: σαφώς και χρειάστηκε πολλή ανάλυση για να επιτευχθεί το πολυπόθητο και ζητούμενο breakthrough, όμως πόσες φορές κατά τη διαδικασία δεν θα σκεφτόσασταν να τα παρατήσετε και να φύγετε;

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

14 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.