Μια αναδρομή στην ιστορία της Ιταλίας, από τη δεκαετία του 1980 έως σήμερα, γύρω από τη ζωή των τεσσάρων φίλων, του Τζούλιο, της Τζέμα του Πάολο και του Ρικάρντο, μέσα από τη διάρκεια σαράντα ετών αγάπης, φιλοδοξιών, επιτυχίας και αποτυχιών.

Σκηνοθεσία:

Gabriele Muccino

Κύριοι Ρόλοι:

Pierfrancesco Favino … Giulio Ristuccia

Micaela Ramazzotti … Gemma

Kim Rossi Stuart … Paolo Incoronato

Claudio Santamaria … Riccardo Morozzi

Emma Marrone … Anna

Nicoletta Romanoff … Margherita Angelucci

Francesco Acquaroli … Sergio Angelucci

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Gabriele Muccino, Paolo Costella

Στόρι: Gabriele Muccino

Παραγωγή: Marco Belardi, Paolo Del Brocco, Raffaella Leone

Μουσική: Nicola Piovani

Φωτογραφία: Eloi Moli

Μοντάζ: Claudio Di Mauro

Σκηνικά: Tonino Zera

Κοστούμια: Patrizia Chericoni

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Gli Anni Piu Belli

Ελληνικός Τίτλος: Όταν Ανθίζει η Νιότη

Διεθνής Τίτλος: The Best Years

Παραλειπόμενα

  • Η ταινία δανείστηκε τον τίτλο της από ένα τραγούδι του 2016, από τον Claudio Baglioni. Το τραγούδι συμπεριλαμβάνεται και στο σάουντρακ. Αρχικά όμως ήταν να ονομαστεί I Migliori Anni, από όπου προέρχεται και ο διεθνής του τίτλος.
  • Επηρεασμένο εν μέρει από το C’ Eravamo Tanto Amati (1974) του Ettore Scola. Για να μην υπάρξει πρόβλημα με τις αρκετές αναφορές, οι παραγωγοί εξασφάλισαν πρώτα τα δικαιώματα.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σπύρος Δούκας

Έκδοση Κειμένου: 15/7/2020

Το ταξίδι τεσσάρων φίλων από την εφηβική ως τη μέση ηλικία καταγράφει μέσα από μια σχεδόν παραμυθική αφήγηση ο Gabriele Muccino («Το Κυνήγι της Ευτυχίας»). Η ταινία καλύπτει μια χρονική περίοδο 40 χρόνων (από το 1980 μέχρι σήμερα), εστιάζοντας στα πιο «σημαντικά» γεγονότα που επηρεάζουν εντονότερα τις ζωές των κεντρικών ηρώων και τις εναλλαγές στις μεταξύ τους σχέσεις. Πρόκειται για μια όμορφα κινηματογραφημένη ρομαντική κομεντί που επιχειρεί με μια καρτποσταλικού τύπου χρωματική παλέτα να φέρει στο προσκήνιο τη νοσταλγία του παρελθόντος και την πορεία προς την ενηλικίωση.

Το έργο προσπαθεί ίσως σε υπερβολικό βαθμό να σταθεί και ως στοχασμός πάνω στο πέρασμα του χρόνου μέσα από τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων του και τις σταδιακές αλλαγές που βιώνουν. Το ίδιο το σενάριο, όμως, παρά τις αγνές του προθέσεις, οδηγείται σύντομα σε βεβιασμένες ευκολίες και γραφικότητες, τις οποίες ο Muccino προσπαθεί να καλύψει με μια άκρως ρομαντικοποιημένη σκηνοθετική ματιά. Τον προδίδει όμως η ανομοιομορφία ύφους που τα τακτικά χρονικά περάσματα επιφέρουν ως συνέπεια. Τα φλάσμπακ από το παρελθόν που εμφανώς χρησιμοποιούνται για να «δέσει» καλύτερα το σύνολο, μοιάζουν κι αυτά αχρείαστα και περιττά, εντείνοντας μόνο το συγκινησιακό φορτίο.

Εντέλει, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι πως η θεματική προσέγγιση είναι επιφανειακή, από τη στιγμή που θυσιάζεται πλήρως ο ρεαλισμός για χάρη της αισθητικής, και συνεπώς το όλο εγχείρημα μοιάζει ξαναζεσταμένο και παλιομοδίτικο. Οι χαρακτήρες και οι ερμηνείες πάντως έχουν μια γοητεία που θα κρατήσει τον θεατή, αν και το σενάριο είναι αρκετά ανοικονόμητο, και τα ατέλειωτα χρονικά άλματα αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα κουράσουν. Ίσως μια ευχάριστη καλοκαιρινή θέαση, αλλά όχι κάτι περισσότερο.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.