Νέα Υόρκη, 1929. Ο ιταλοαμερικανός οικοδόμος Τζερέμιο αναπολεί όσα πέρασε στη ζωή του. Εννιά χρόνια νωρίτερα, είχε παντρευτεί την Ανουνζιάτα, γνωρίζοντας την δια αλληλογραφίας, παρότι ήταν ερωτευμένος με την Κάθλιν, που όμως τον απέρριψε λόγω φτώχιας. Είχε όμως πει ψέματα στην Ανουνζιάτα ότι είχε σπίτι στη Νέα Υόρκη, και βρίσκονταν να ζουν σε ένα ταπεινό χαμόσπιτο, όπου ακόμα και η σκληρή δουλειά του Τζερέμιο δεν αφήνει περιθώριο για οικονομίες. Τα πράγματα θα γίνουν ακόμα πιο δύσκολα με το ξέσπασμα του μεγάλου οικονομικού κραχ. 

Σκηνοθεσία:

Edward Dmytryk

Κύριοι Ρόλοι:

Sam Wanamaker … Geremio

Lea Padovani … Annuziata

Kathleen Ryan … Kathleen

Charles Goldner … Luigi

Bonar Colleano … Julio

William Sylvester … Giovanni

George Pastell … ‘Lucy’

Sidney James … Murdin

Karel Stepanek … Jaroslav

Rosalie Crutchley … η σύζυγος του Julio

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Ben Barzman, John Penn

Παραγωγή: N.A. Bronsten, Rod E. Geiger

Μουσική: Benjamin Frankel

Φωτογραφία: C.M. Pennington-Richards

Μοντάζ: John D. Guthridge

Σκηνικά: Alex Vetchinsky

Κοστούμια: Evelyn Brierley

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Give Us This Day
  • Ελληνικός Τίτλος: Με Ιδρώτα και Αίμα
  • Εναλλακτικός Τίτλος: Christ in Concrete
  • Εναλλακτικός Τίτλος: Salt to the Devil

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Christ in Concrete του Pietro Di Donato.

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο Pasinetti στο φεστιβάλ Βενετίας.

Παραλειπόμενα

  • Μία από τις δύο ταινίες που γύρισε ο Edward Dmytryk στη Βρετανία, μια και το 1947 βρέθηκε στη μαύρη λίστα του μακαρθισμού. Στην ίδια λίστα βρίσκονταν και ο Sam Wanamaker.
  • Ο λόγος που δεν κυκλοφόρησε με τίτλο Christ in Concrete, όπως και το βιβλίο, ήταν επειδή οι βρετανοί λογοκριτές δεν επέτρεπαν τη χρήση του ονόματος του Χριστού ως τίτλο.
  • Ο Pietro Di Donato είχε έρθει πρώτα σε συνομιλίες με τον Roberto Rossellini για μια πιθανή μεταφορά του βιβλίου στην Ιταλία, έχοντας εργαστεί στους τίτλους του Ρώμη  Ανοχύρωτη Πόλη.
  • Η επιτυχία της ταινίας στην Ευρώπη ώθησε την Eagle-Lion Pictures να τη διανείμει και στις ΗΠΑ, ανακοινώνοντας την ως Christ in Concrete. Άμεσα όμως, η πολιτική οργάνωση Αμερικανική Λεγεώνα απαίτησε από τον διανομέα να πάψει κάθε προβολής της, εκβιάζοντας ότι θα μποϊκόταραν πλέον όλες του τις ταινίες. Ακόμα και η προσωρινή αλλαγή τίτλου σε Salt to the Devil δεν ικανοποίησε την οργάνωση, και η ταινία ουσιαστικά εξαφανίστηκε από τις αίθουσες της Αμερικής μέσα σε δύο βδομάδες προβολών σε αίθουσα της Νέας Υόρκης.
  • Η ταινία θεωρούνταν χαμένη, αλλά το 2002 βρέθηκε μια κόπια στο βρετανικό ινστιτούτο κινηματογράφου, και έγινε αποκατάσταση της.

Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου: 22/7/2019

1929, Νέα Υόρκη. Είναι νύχτα και τα σύννεφα τρέχουν απειλητικά πάνω από μια εργατική πολυκατοικία. Η κινούμενη κάμερα του C. Pennington Richards, σε χαμηλό ύψος αλά Ozu, ακολουθεί τα μεθυσμένα βήματα ενός άντρα από τον δρόμο προς τις σκάλες. Οι εξπρεσιονιστικές εικόνες της σκοτεινής πρόσοψης του κτιρίου, πλαισιωμένες από το δραματικά μουσικά μοτίβα του Benjamin Frankel, φαντάζουν ανησυχητικές, σχεδόν μακάβριες. Ο άντρας είναι ο οικοδόμος Geremio (Sam Wanamaker) που επιστρέφει από τη συνάντηση με την ερωμένη του, Kathleen (Kathleen Ryan). Είναι μεθυσμένος και στρυμωγμένος από παντού. Η αναστατωμένη σύζυγος του, Annuziata (Lea Padovani), αρχικά δεν του ανοίγει  και όταν τελικά το κάνει, του ζητά να φύγει. Αυτός την κτυπά. Από τη φασαρία  ξυπνούν τα τρία παιδιά του, και ο Paolo, ο μεγαλύτερος, τραγουδά στον αγαπημένο του πατέρα το «Happy Birthday» δίνοντας του και το δώρο γενεθλίων του. Συντετριμμένος ο Geremio φεύγει, αυτοτραυματίζεται και καταλήγει στο σπίτι της Kathleen.

1920, Νέα Υόρκη. Με μια αναδρομή μαθαίνουμε τα γεγονότα που οδήγησαν τον Geremio σε αυτή τη θλιβερή κατάσταση. Η αφήγηση ξεκινά με την πρόταση γάμου του Geremio στην όμορφη κοπέλα του, Kathleen (Kathleen Ryan). Αυτή τον απορρίπτει, επειδή δεν έχει σταθερή και αξιοπρεπή δουλειά. Όταν ο παλαίμαχος σύντροφος του, Luigi (Charles Goldner), του δείχνει μια φωτογραφία με την οικογένεια του στην Ιταλία, τον πλημμυρίζει η νοσταλγία. Αγχωμένος να αποκτήσει γρήγορα οικογένεια, συμφωνεί να παντρευτεί ένα γλυκό και αθώο κορίτσι, την Annunziata, που του άρεσε στη φωτογραφία. Η μόνη προϋπόθεση της Annunziata για να έρθει στην Αμερική είναι ότι πρέπει ο Geremio να έχει δικό του σπίτι. Για να μη χαλάσει το συνοικέσιο αναγκάζεται να της πει ψέματα. Η συνάντησή τους, ο γάμος τους και το χαρούμενο γλέντι που ακολουθεί προοιωνίζει μια χαρούμενη και ευτυχισμένη ζωή. Όταν αποκαλύπτεται το ψέμα του, η Annunziata τον συγχωρεί και συμφωνούν να κάνουν σκληρές οικονομίες από το πενιχρό μισθό του, ζώντας προσωρινά σε ένα ταπεινό κατάλυμα. Ωστόσο τα χρόνια περνούν και δεν είναι σε θέση να εξοικονομήσουν αρκετά χρήματα για να βγουν από την παρακμή της παραγκούπολης. Όταν μάλιστα η Μεγάλη Ύφεση του 1929 τον αφήνει άνεργο, φαίνεται να γκρεμίζονται τα όνειρα τους για ένα δικό τους σπίτι. Απελπισμένος δέχεται τη θέση επιστάτη σε ένα επικίνδυνο κατασκευαστικό έργο με μειωμένα μέτρα ασφάλειας. Τώρα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην προστασία των συντρόφων του και στην υποταγή στα αδίστακτα αφεντικά του. Αυτό τον οδηγεί σε αλυσιδωτά λάθη τόσο στη δουλειά όσο και στην προσωπική του ζωή. Τη Μ. Παρασκευή, σε μια συνταρακτική δραματουργική κορύφωση που κυριολεκτικά κόβει την ανάσα, η μελανή κυνικότητα της μοίρας θα προκαλέσει  την ιλιγγιώδη, τρομακτική, βασανιστική καταβύθιση του στην άβυσσο.

Με βάση το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του ιταλοαμερικανικού Donato Di Pietro, «Christ in Concrete» (1939), ο  αριστερός σκηνοθέτης Edward Dmytryk δημιούργησε μια συγκλονιστική καταγγελία του καπιταλισμού. Το βιβλίο θεωρείται κλασικό έργο «προλεταριακής μυθοπλασίας» και αποτέλεσε τη βασική πηγή έμπνευσης για το ιταλικό νεορεαλιστικό κίνημα. Το πεδίο αναφοράς του είναι η  ιταλική κοινότητα του Μπρούκλιν, αλλά η ταινία γυρίστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς ο  Dmytryk και πολλοί συντελεστές της ήταν ήδη μέλη της «μαύρης λίστας».

Το φιλμ είναι μοναδικό στην ιστορία του κινηματογράφου, καθώς αποτελεί το αποτέλεσμα της ώσμωσης ανάμεσα στον νιχιλισμό του αμερικανικού νουάρ, τη σοσιαλιστική προοπτική του ιταλικού νεορεαλισμού, αλλά και το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα των Ιταλοαμερικανών. Από τη μια πλευρά ασκεί σκληρή κοινωνική κριτική και διαπνέεται από μια σειρά σοσιαλιστικών ιδεών. Καταγγέλλει την καπιταλιστική εκμετάλλευση και εξυμνεί τις αρετές της συντροφικότητας και της ομαδικής εργασίας. Όταν οι εργάτες αντιμετωπίζουν την ταξική σύγκρουση συλλογικά, αναδεικνύονται περήφανοι, αξιοπρεπείς, σε όλη τη λαμπρότητα τους. Όταν την αντιμετωπίζουν κατά μόνας, αποξενώνονται τόσο ο ένας από τον άλλον όσο και από τον αληθινό εαυτό τους. Παράλληλα θρυμματίζει τον μύθο ότι ένας τίμιος, εργατικός άνθρωπος έχει πρόσβαση στο «αμερικανικό όνειρο». Από την άλλη πλευρά η ταινία είναι και μια θρησκευτική αλληγορία, όπως σημαίνεται και στο εξώφυλλο του βιβλίου με το αγκάθινο στεφάνι γύρω από μια αξίνα και ένα φτυάρι. Υπάρχουν αναφορές στην «αμαρτία», τη «συγχώρεση» και μια αύρα πνευματικότητας στην παρουσία της Annunziata. Άλλωστε, όπως ξεκάθαρα δηλώνει και ο τίτλος, η ταινία πηγαίνει ακόμη πιο μακριά μετατρέποντας τον Geremio σε μια «χριστιανική» φιγούρα που ανεβαίνει τον δικό του Γολγοθά.

Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών είναι αξιομνημόνευτες. Ο Sam Wanamaker είναι ένας συνηθισμένος ιταλός εργάτης του Μπρούκλιν, γήινος, πληθωρικός, παρορμητικός, με  κουσούρια και  αδυναμίες. Δεν είναι ο θετικός ήρωας του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, δεν είναι καν κομμουνιστής. Απλά λαχταράει τη θαλπωρή της οικογένειας, αλλά δεν έχει τα μέσα να της προσφέρει μια καλή ζωή, ανεξάρτητα από πόσες ώρες και κάτω από πόσο επικίνδυνες συνθήκες δουλεύει. Ο Wanamaker εκφράζει έξοχα την πυρακτωμένη απόγνωση του όταν διαψεύδονται τα όνειρα του.

Η Lea Padovani καταφέρνει να μεταδώσει την αίσθηση της εύθραυστης, υπομονετικής και στερημένης γυναίκας που αναγκάζεται να μεγαλώνει τα παιδιά της μέσα στη φτώχεια. Είναι λαμπερή και όμορφη ως νεαρή νύφη, ξεθωριάζει καθώς περνάει ο καιρός και καταλήγει σκυθρωπή και τσακισμένη όταν απομένει μόνη. Η Kathleen Ryan παίζει άψογα τη μοιραία γυναίκα των φιλμ νουάρ, προσθέτοντας μια τρίτη εξαίρετη ερμηνεία σε κλασικές ταινίες μετά τα «Odd Man Out» (1947) του Carol Reed και «The Sound of Fury» (1950) του Cy Endfield.

Ιδιαίτερη μνεία απαιτείται για την ατμοσφαιρική φωτογραφία του C. Pennington Richards, με πλάνα που διαθέτουν θαυμαστή γεωμετρία και πλαστικότητα. Οι εμπνευσμένες γωνίες λήψης και οι συνθέσεις του κάδρου αναδεικνύουν την ποιητική ομορφιά του ασπρόμαυρου και των μορφών. Τα βρώμικα σοκάκια, οι σκοτεινοί διάδρομοι, τα άδεια εργοτάξια αποπνέουν μια αίσθηση όπου εξπρεσιονισμός και νατουραλισμός λιώνουν το ένα μέσα στο άλλο σε  μια μαγευτική σύντηξη.

Το «Give Us This Day» δεν είναι μια τυχαία ταινία. Θυμίζει ένα πανάκριβο κόσμημα πεταμένο στα σκουπίδια. Κουβαλά το βαρύ φορτίο των καλλιτεχνών που κυνηγημένοι από τον σκοταδισμό του μακαρθισμού κατέφυγαν στην Αγγλία για να τη γυρίσουν, θέλοντας να αποδείξουν ότι δεν ήταν διατεθειμένοι να παραδοθούν. Κουβαλά επίσης τη λυσσαλέα πολεμική που δέχτηκε από το καπιταλιστικό κατεστημένο των ΗΠΑ, που την καταδίκασε σε ένα ιδιότυπο πολιτικό καθαρτήριο.

Πάνω από όλα όμως κουβαλά τη μεγάλη καλλιτεχνική της αξία και τη μοναδικότητα της, καθώς αποτελεί ένα σπάνιο και μαγευτικό υβρίδιο νεορεαλισμού, μελοδράματος και φιλμ νουάρ. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα έργο «υπό διωγμό», καθώς αναγκάστηκε να αλλάξει τρεις τίτλους λόγω της λογοκρισίας. Προβλήθηκε μόνο για δύο εβδομάδες σε ένα μικρό σινεμά της Νέας Υόρκης το 1949 και σε ένα μουσείο το 1975, ενώ δεν παίχτηκε ποτέ στην τηλεόραση.

Ο θεματικός πυρήνας αυτής της έξοχης ταινίας συνοψίζεται με υποδειγματική οικονομία σε έναν διάλογο της. Σε μια στιγμή απόγνωσης, ο Geremio θρηνεί για τα χαμένα όνειρα του: «Πού είναι η ομορφιά που κάποτε υπήρχε στη ζωή μου;» «Γιατί έχω φτάσει σε αυτό το σημείο;». Η συμβιβασμένη Kathleen τού απαντά: «Γιατί πάντα ήθελες λίγα περισσότερα. Γιατί δεν παίρνεις τη ζωή σαν ένα παιχνίδι;».

Αδυσώπητος υπαρξισμός, διεισδυτική κοινωνιολογική ανάλυση, αλλά και μεταφυσική παραβολή. Αναρωτιέται μετά κανείς γιατί αυτό το μοναδικό αριστούργημα εξορίστηκε, καταπνίγηκε, εξαφανίστηκε και σχεδόν ξεχάστηκε; Ωστόσο παρέμεινε το αγαπημένο έργο του ίδιου του Dmytryk, και όντας ακόμη και σήμερα εξαιρετικά δυσεύρετο, αποτελεί το «Άγιο Δισκοπότηρο» για τους αφοσιωμένους σινεφίλ.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

8 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *