Για περισσότερο από δέκα χρόνια οι γονείς της, ο Άντι και η Βίκυ, ζουν μια διαρκή καταδίωξη, απελπισμένοι να κρύψουν την κόρη τους, Τσάρλι, από μια σκιώδη ομοσπονδιακή υπηρεσία που θέλει να εκμεταλλευτεί το πρωτοφανές χάρισμά της για τη δημιουργία πυρκαγιάς σαν χρήση όπλου μαζικής καταστροφής. Ο Άντι έχει διδάξει την Τσάρλι διάφορους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκτονώνει τη δύναμή της, η οποία προκαλείται από θυμό ή από πόνο. Αλλά καθώς η Τσάρλι γίνεται 11 ετών, ο έλεγχος της φωτιάς γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη υπόθεση. Ύστερα από ένα περιστατικό που αποκαλύπτει την τοποθεσία που κρύβεται η οικογένεια, ένας μυστηριώδης πράκτορας αναλαμβάνει την αποστολή να κυνηγήσει την οικογένεια και να παγιδεύσει την Τσάρλι μία για πάντα. Η Τσάρλι όμως έχει διαφορετικά σχέδια…

Σκηνοθεσία:

Keith Thomas

Κύριοι Ρόλοι:

Ryan Kiera Armstrong … Charlene ‘Charlie’ McGee

Zac Efron … Andrew ‘Andy’ McGee

Sydney Lemmon … Victoria ‘Vicky’ McGee

Michael Greyeyes … John Rainbird

John Beasley … Irv Manders

Kurtwood Smith … Δρ Joseph Wanless

Gloria Reuben … αστυνόμος Hollister

Gavin MacIver-Wright … Gavin

Lanette Ware … διευθύντρια Lewis

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Scott Teems

Παραγωγή: Jason Blum, Akiva Goldsman

Μουσική: Cody Carpenter, John Carpenter, Daniel A. Davies

Φωτογραφία: Karim Hussain

Μοντάζ: Timothy Alverson

Σκηνικά: Zosia Mackenzie

Κοστούμια: Aline Gilmore

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Αρνητική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Firestarter
  • Ελληνικός Τίτλος: Πύρινη Οργή

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Firestarter του Stephen King.

Παραλειπόμενα

  • Δεύτερη ανάγνωση του έργου του Stephen King από το 1980, μετά το cult Εξουσία Πυρός του 1984. Πρωταγωνίστρια σε εκείνο ήταν η μικρούλα τότε Drew Barrymore.
  • Ο John Carpenter, που συμμετέχει εδώ μέσω της μουσικής, ήταν αρχικά να σκηνοθετήσει την ταινία του 1984.
  • Το 2017, η Universal Pictures και η Blumhouse Productions ανακοίνωσαν τη δημιουργία ενός νέου Firestarter, με τον Akiva Goldsman ως σκηνοθέτη. Τον επόμενο χρόνο, η θέση του σκηνοθέτη πήγε στον γερμανό Fatih Akin, κάτι που άλλαξε οριστικά στα τέλη του 2019, με τον Keith Thomas ως τελική επιλογή για το πόστο.
  • Ο ρόλος του Ρέινμπερντ επί του βιβλίου αφορούσε ινδιάνο, κάτι που εφαρμόζεται εδώ, κι ενώ το 1984 τον είχε ερμηνεύσει ο George C. Scott.
  • Η ταινία κυκλοφορεί ταυτόχρονα στις αίθουσες και στην πλατφόρμα του Peacock.

Κριτικός: Ορέστης Μαλτέζος

Έκδοση Κειμένου: 11/5/2022

Είναι σπάνια συγκυρία να βλέπεις με παρθένο μάτι μια ταινία βασισμένη σε έργο του παραγωγικότατου και πολυδιασκευασμένου όσο λίγοι συγγραφείς Stephen King, αλλά για μένα το “Firestarter” έτυχε να αποτελεί μια τέτοια περίπτωση αφού δεν είχα πρότερη γνώση του περιεχομένου ούτε της ταινίας του 1984 ούτε του βιβλίου. Και τελικά μακαρίζω την τύχη μου γι’ αυτό, αφού τίποτα δεν προϊδεάζει ότι το σενάριο βασίζεται σε ένα αρκετά γνωστό βιβλίο ενός μετρ του τρόμου, το οποίο αν είχα διαβάσει, θα έφευγα από την αίθουσα όχι μόνο με μια αίσθηση ματαιότητας, αλλά και απογοήτευσης…

Ακόμα και ελάχιστα βιβλία του King να έχει διαβάσει κάποιος, αντιλαμβάνεται ότι ο συγγραφέας βασίζεται πάρα πολύ στο χτίσιμο του περιβάλλοντος των ηρώων του, φροντίζοντας να περάσει στον αναγνώστη μια αρκετά ανεπτυγμένη αίσθηση για την κοινωνική διάστασή του, και αυτό είναι ένα στοιχείο που λίγο-πολύ περιλαμβάνεται πάντα στις κινηματογραφικές διασκευές του, πόσο μάλλον δε σε μια τηλεοπτική σειρά, και τις περισσότερες φορές λειτουργεί ακόμα και αυτόματα αφού μεταφέρει εξίσου και την ξεχωριστή γραφή του King, και δημιουργεί χαρακτήρες. Είναι αδύνατο να καταλάβω τι κίνητρο μπορεί να είχαν ο σκηνοθέτης Keith Thomas και ο σεναριογράφος Scott Teems στην επιλογή μιας προσέγγισης που αγνοεί ολοσχερώς την όποια ανάδειξη τόσο των χαρακτήρων όσο και του κόσμου τους, και να χωθούν με τα μπούνια στην πλοκή. Αν αυτό οφείλεται σε επαγγελματική ανικανότητα ή στο άγχος που προκύπτει από τη δημιουργία μιας ταινίας για ένα αναγνωρισμένο χολιγουντιανό στούντιο του αυστηρού παραγωγού Jason Blum, είναι κάτι που δεν μπορεί να καθοριστεί αποκλειστικά και μόνο από τη θέαση αυτής της ταινίας. Πάντως είναι από τις σπάνιες φορές που θα υποστήριζα με σχετική ασφάλεια ως προς την αντικειμενικότητα της δήλωσης ότι το εγχείρημα εδώ είναι σε κάθε περίπτωση αποτυχημένο.

Η ταινία είναι ένα άβολο μίγμα σκηνοθετικής και σεναριακής αστοχίας. Κανένας χαρακτήρας δεν αντιδρά φυσιολογικά σε όσα συμβαίνουν γύρω του, και κάθε κίνησή τους για να λυθεί το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν φαντάζει μάταιη αφού αρνούνται να αξιοποιήσουν τα όπλα που κατέχουν, στην προκειμένη περίπτωση νοητικές υπερδυνάμεις, κάνοντας το σενάριο να χωλαίνει διαρκώς. Κάποιες ξεκάθαρες εξηγήσεις που δίνονται σαν αιτία όπως η αυτοσυντήρηση και ζητήματα ηθικής, δεν φτάνουν ποτέ στον αποδέκτη και ως εκ τούτου δεν αποτελούν δικαιολογία για τη στάση τους. Δεν αμφιβάλλω ότι το βιβλίο παρέχει ικανοποιητικές αναλύσεις ως προς αυτό, αλλά στην ταινία ακόμα και η έννοια του χαρακτήρα είναι ανύπαρκτη. Αυτό είναι εμφανές περισσότερο από ποτέ στις σκηνές των «κακών» της ιστορίας, που ο χαρακτηρισμός τους ως «σχηματικοί» είναι επιεικής και η ευθύνη βαραίνει τον Thomas και τον Teems εξίσου. Κάθε ατάκα έχει γραφτεί με τρόπο που να στέκει σαν μεμονωμένη σε trailer, άλλοτε σαν τετριμμένη πρόταση γενικότητας και άλλοτε φορτωμένη με κάποια ξεκάθαρη πρόθεση του ομιλούντα, με την ερμηνεία που τη ζωντανεύει να κουβαλά είτε μια βασανισμένη αγωνία (βλέπε Zac Efron) είτε μια σατανική κακία (βλέπε Gloria Reuben) στην πιο άνευρη μορφή της.

Αυτά τα στοιχεία, η σκηνοθεσία τα χειρίζεται θεωρώντας ότι πολλαπλές περίτεχνες γωνίες λήψης και φαντεζί φωτογραφία είναι αρκετά για να προκαλέσουν την όποια άγνωστη αίσθηση θέλει ο υπεύθυνος να προκαλέσει στον θεατή, και αποτελούν αυτή την κεκαλυμμένη νοοτροπία που θέλει κάτι που στο μάτι φαίνεται  επαγγελματικό, να είναι κιόλας, αλλά η αλήθεια απέχει χιλιόμετρα από αυτό. Δεν αρκεί η τεχνική δυνατότητα τού να κινηματογραφείς κάτι σε υπερυψηλή ευκρίνεια, ούτε η εφαρμογή άπειρων ψηφιακών φίλτρων για να πεις ότι έκανες μια κινηματογραφική δουλειά, πόσο μάλλον το να υποστηρίζεις ότι αφηγείσαι μια ιστορία.

Από όλα τα ονόματα των συντελεστών που περνούν από την οθόνη, στην πραγματικότητα αρκούν μόνο δύο για να δηλώσουν αληθώς ότι κάποιοι εργάστηκαν ειλικρινά σε αυτή την ταινία: τα ονόματα του production-designer και του colorist. Αν θέλαμε να δούμε δείγμα δουλειάς τους για να τους προσλάβουμε, το “Firestarter” λειτουργεί άψογα. Αν θέλουμε όμως να δούμε μια ταινία ακόμα και με την πρόθεση να χαραμίσουμε μιάμιση ώρα, είναι ίσως η χειρότερη επιλογή που μπορούμε να κάνουμε…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

21 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

3 Σχόλια

  1. Μήτσος 13 Μαΐου 2022

    Ακόμα ένα αχρείαστο remake που δεν χρειάζεται να το δει κάποιος για να το αξιολογήσει/βαθμολογήσει. Με άριστα το 20, θα του βάλω 1.

  2. Διαμαρτυρόμενος 13 Μαΐου 2022

    Το είδα χθες βράδυ. Κάποιος μου χρωστάει 20 ευρά αλλά που να βρεις το δικιο σου. Κακώς είδα σήμερα την κριτική, έπρεπε να είχα μπει από χθες.

    1. Μήτσος 13 Μαΐου 2022

      Φίλε μου, ας πρόσεχες. Δεν στο λέω ειρωνικά η΄ κοροϊδευτικά, αλλά στις μέρες ελάχιστες ταινίες αξίζει κανείς να τις δει στον κινηματογράφο και η συγκεκριμένη, έκανε μπαμ από 1500 χλμ ότι είναι μία από αυτές!