Η ιστορία της Ριάνον, ενός 16χρονου κοριτσιού που ερωτεύεται ένα μυστήριο πνεύμα ονόματι «Α», το οποίο κατοικεί καθημερινά σε ένα διαφορετικό σώμα. Αισθανόμενοι μια ακατανίκητη έλξη, ο «Α» και η Ριάνον συνεργάζονται κάθε μέρα για να βρουν ο ένας τον άλλον, χωρίς να γνωρίζουν ποιόν ή τί θα τους φέρει η επόμενη μέρα. Όσο περισσότερο ερωτεύονται, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούν τις δυσκολίες τού να αγαπάς κάποιον που αλλάζει μορφή κάθε 24 ώρες, κι έτσι η Ριάνον και ο «Α» έρχονται τελικά αντιμέτωποι με την πιο σκληρή απόφαση που έχουν πάρει ποτέ τους.

Σκηνοθεσία:

Michael Sucsy

Κύριοι Ρόλοι:

Angourie Rice … Rhiannon/A

Justice Smith … Justin/A

Jeni Ross … Amy/A

Lucas Jade Zumann … Nathan/A

Jacob Batalon … James/A

Colin Ford … Xavier/A

Owen Teague … Alexander/A

Maria Bello … Lindsey

Michael Cram … Nick

Debby Ryan … Jolene

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Jesse Andrews

Παραγωγή: Anthony Bregman, Peter Cron, Christian Grass, Paul Trijbits

Μουσική: Elliott Wheeler

Φωτογραφία: Rogier Stoffers

Μοντάζ: Kathryn Himoff

Σκηνικά: Matthew Davies

Κοστούμια: Georgina Yarhi

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Every Day
  • Ελληνικός Τίτλος: Κάθε Μέρα Μία Άλλη Μέρα

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Every Day του David Levithan.

Παραλειπόμενα

  • Γυρίστηκε μέσα σε μόλις 25 ημέρες.
  • Στη Βρετανία κόπηκαν μερικά δευτερόλεπτα, ώστε να διαγραφεί “μέθοδος αυτοκτονίας”. Αλλιώς η ταινία θα έπαιρνε “σκληρότερη” καταλληλότητα.
  • Με μπάτζετ 4,9 εκατομμύρια δολάρια, το φιλμ έβγαλε μόνο 10,4. Επιπροσθέτως, όμως, η Orion Pictures είχε δαπανήσει 10 εκατομμύρια δολάρια για την προώθηση, ελπίζοντας σε σημαντικά κέρδη. Ήταν και η πρώτη ταινία που διένειμε μετά την επανεκκίνηση της ως τμήμα της MGM.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 20/2/2018

Το κινηματογραφικό είδος του εφηβικού ρομάντζου μπορεί να φαντάζει ασφυκτικά περιορισμένο δημιουργικά, διαχρονικά όμως έχουν υπάρξει παραδείγματα που έχουν διαψεύσει αυτήν την πεποίθηση. Ήδη στη δεκαετία που διανύουμε έχουν παραχθεί φιλμ που «σπάνε» την παραδοσιακή συνταγή, με άνω του μέσου όρου αποτελέσματα (“The Perks of Being a Wallflower”, “The Spectacular Now”).

Το “Every Day” δυστυχώς δεν ανήκει σε αυτήν την κατηγορία, και το χειρότερο είναι ότι «καίει» μια ιδέα, αυτή της συνεχούς εναλλαγής σωμάτων, που αν αξιοποιούταν σε ένα μεγαλύτερο εύρος, χωρίς τους γεωγραφικούς και ηλικιακούς περιορισμούς που επιβάλλει εδώ το σενάριο, μπορεί να έδινε κάτι πραγματικά σπουδαίο. Απουσιάζουν οι γωνίες, όλα είναι αποστειρωμένα και στρογγυλεμένα για να παρουσιαστούν καταλλήλως σε ένα νεαρό κοινό, ακόμη κι όταν θίγονται θέματα όπως οι αυτοκτονικές τάσεις στην εφηβική ηλικία, καθιστώντας το τελικό προϊόν ανώδυνο και με μια ανεύθυνη στάση ως προς αυτό συγκεκριμένα το ζήτημα που πραγματεύεται. Υπάρχουν κάποια καλόκαρδα ηθικοπλαστικά μηνύματα περί αποδοχής του διαφορετικού σε εξωτερική εμφάνιση ή σεξουαλικό προσανατολισμό για παράδειγμα, που όμως αυτοαναιρείται ελαφρώς κι από την κατάληξη που παίρνει η ιστορία, η οποία φαινομενικά μπορεί να δείχνει σε συνάρτηση με το βασικό της εύρημα ότι δεν ακολουθεί την πεπατημένη του απολύτως ευτυχισμένου τέλους, στην ουσία της όμως είναι άκρως συντηρητική και σε αντίφαση με το πνεύμα που προσπαθεί να ακολουθήσει μέχρις ενός σημείου τουλάχιστον. Δεν βοηθάει και ότι όλοι οι νεαροί ηθοποιοί είναι τουλάχιστον αμήχανοι, κάτι που «χτυπάει» περισσότερο και στην περίπτωση της Angourie Rice που ουσιαστικά κουβαλάει την ταινία και πέρα από κάποιες φευγαλέες στιγμές που δείχνει μια ζωντάνια και μια νεανική δροσιά, συνολικά δείχνει ακόμη άπειρη και άγουρη.

Αν κάποιος ήθελε να δει με μια θετική ματιά το φιλμ θα μπορούσε να δώσει έμφαση ακριβώς σε αυτές του τις ευγενείς προθέσεις απέναντι στο κοινό στο οποίο απευθύνεται σε μια εποχή που σημαντική μερίδα των χολιγουντιανών μπλοκμπάστερ που στοχεύουν αυτές τις ηλικίες αποθεώνουν ψευτοαξίες όπως ο καταναλωτισμός μέσω της γκρίζας διαφήμισης και ο μιλιταρισμός μέσω της προβολής της ισχύος της στρατιωτικής μηχανής των ΗΠΑ που πάντοτε βεβαίως έχει ευγενείς σκοπούς σε αυτές τις ταινίες, όμως αυτό δεν αρκεί για να δοθεί άφεση αμαρτιών στα αρκετά ατοπήματα που υπάρχουν εδώ. Ο σεναριογράφος Jesse Andrews είχε επιδείξει μια πολύ πιο παιχνιδιάρικη διάθεση στο “Me and Earl and the Dying Girl”, στο βιβλίο του οποίου άλλωστε βασιζόταν, και ασχέτως με το αν επρόκειτο για ένα σενάριο με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση από ότι θα του επιτρεπόταν δεδομένης της επιδερμικής ματιάς του, σίγουρα ήταν μια δουλειά με πιο ισχυρή προσωπικότητα από αυτήν εδώ. Ένα δείγμα του πόσο πρόχειρα γραμμένο είναι το κείμενο είναι οι περιφερειακοί χαρακτήρες πέραν των δύο κεντρικών και οι σχέσεις τους με την πρωταγωνίστρια. Ο αντίκτυπός τους στη δραματουργία είναι υποτυπώδης, σχεδόν μηδενικός και οι ηθοποιοί εγκλωβισμένοι στα ασφυκτικά πλαίσια που έχουν δημιουργηθεί για αυτούς τους ήρωες δυστυχώς δεν μπορούν να κάνουν πολλά (μοναδική εξαίρεση οι φιλότιμες προσπάθειες του Michael Cram που καθιστούν το ρόλο του έστω όχι παντελώς εύκολο να λησμονηθεί). Ούτε το ρομάντζο που βρίσκεται στο επίκεντρο πέραν της ιδιαιτερότητας της βασικής ιδέας αποτυπώνεται στην πραγματικότητα με κάποιον τρόπο που να το διαφοροποιεί από ένα τυπικό νεανικό φλερτάκι πασπαλισμένο, αφελώς μάλλον, με μπόλικη αθωότητα.

Γενικά, όλη αυτή η καλοσυνάτη αντιμετώπιση των ηρώων και η καθαρότητα των καταστάσεων σε κάποιο σημείο καταντούν στοιχεία εκνευριστικά γιατί πλάθουν ένα σύμπαν με το οποίο είναι αδύνατη η συναισθηματική σύνδεση επειδή λείπει η αλήθεια από αυτό. Όμως ούτε λειτουργεί το αποτέλεσμα σαν παραμύθι επειδή η δραματουργία ριζώνει σε ένα έστω κακοφτιαγμένο ομοίωμα τυπικής σύγχρονης καθημερινότητας, με το έργο να καταλήγει να στέκεται κάπου στη μέση, αποτυγχάνοντας να αποκτήσει μια συγκεκριμένη ταυτότητα. Δεν πρόκειται για ένα προσβλητικά κακό φιλμ, όμως όσοι έχουν περάσει την ηλικία των δεκαπέντε δύσκολα θα βρουν πολλά θετικά εδώ.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

9 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.