Το Καλοκαίρι του 1993 και μετά τον θάνατο των γονιών της, η 6χρονη Φρίδα αναγκάζεται να αφήσει τη Βαρκελώνη για την επαρχία της Καταλονίας, για να ζήσει με τη θεία και τον θείο της, τους νέους νόμιμους κηδεμόνες της. Η ζωή στην εξοχή είναι μια πρόκληση. Πέρα από τη συναισθηματική φόρτωση που αισθάνεται, η φύση γύρω της είναι μυστηριώδης, αν όχι επικίνδυνη. Έχει και μια νέα μικρότερη αδελφή, την οποία πρέπει να προσέχει, αλλά και να μάθει να ανταπεξέρχεται στο αίσθημα της ζήλιας. Πράγματι, η ζωή της Φρίδα δεν θα είναι ξανά ποτέ η ίδια.

Σκηνοθεσία:

Carla Simon

Κύριοι Ρόλοι:

Laia Artigas … Frida

Paula Blanco … Cesca

Etna Campillo … Irene

Bruna Cusi … Marga

Jordi Figueras … Blai

David Verdaguer … Esteve

Fermi Reixach … Avi

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Carla Simon

Παραγωγή: Valerie Delpierre

Μουσική: Pau Boigues, Ernest Pipo

Φωτογραφία: Santiago Racaj

Μοντάζ: Didac Palou, Ana Pfaff

Σκηνικά: Monica Bernuy

Κοστούμια: Anna Aguila

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Estiu 1993
  • Ελληνικός Τίτλος: Ένα Αξέχαστο Καλοκαίρι
  • Διεθνής Τίτλος: Summer 1993
  • Εναλλακτικός Τίτλος: Verano 1993 [ισπανικά]

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου δημιουργού και μεγάλο βραβείο για το τμήμα Generation Kplus στο φεστιβάλ Βερολίνου.
  • Υποψήφιο για ευρωπαϊκή ανακάλυψη στα Ευρωπαϊκά Βραβεία.
  • Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, δεύτερου αντρικού ρόλου (David Verdaguer) και νέας ηθοποιού (Bruna Cusi) στα Goya. Υποψήφιο για ακόμα 5, μεταξύ αυτών και καλύτερης ταινίας.
  • Επίσημη πρόταση της Ισπανίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.

Παραλειπόμενα

  • Κινηματογραφικό ντεμπούτο μεγάλου μήκους για την Carla Simon.
  • Η ταινία είναι βασισμένη σε αυτοβιογραφικές εμπειρίες της δημιουργού. Μάλιστα, γυρίστηκε εκεί όπου η Carla Simon μεγάλωσε.
  • Παρότι πέρασαν χίλια κορίτσια από την οντισιόν για τη Φρίδα, η Laia Artigas που πήρε τον ρόλο εμφανίστηκε προτελευταία.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 19/6/2018

Η επίσημη πρόταση της Ισπανίας για την κατηγορία της καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας των περασμένων Όσκαρ δεν είναι ένα φιλμ φτιαγμένο για το συγκεκριμένο θεσμό και τα παρακλάδια του (δεν έφτασε άλλωστε ούτε στην εννιάδα πριν την ανακοίνωση των οριστικών υποψηφιοτήτων), και πολύ καλά κάνει: το θέμα της απώλειας αποτυπωμένο από μια παιδική οπτική γωνία έχει ταλαιπωρηθεί πολύ από τη χολιγουντιανή οπτική (ένα τρανταχτό παράδειγμα αποτελεί το “Extremely Loud & Incredibly Close”) κι επιτέλους εδώ αντιμετωπίζεται με το σεβασμό, την ειλικρίνεια και την ευαισθησία που του αρμόζει, σηματοδοτώντας ένα ελπιδοφόρο ξεκίνημα στη μυθοπλασία μεγάλου μήκους για τη σκηνοθέτιδά του. Άλλωστε ο αυτοβιογραφικός κι επώδυνα βιωματικός χαρακτήρας του φιλμ προσθέτει στην αυθεντικότητα του δράματός του, συγκινώντας με έναν τρόπο που ούτε για μια στιγμή δε δίνει την εντύπωση πως επαιτεί για το δάκρυ, ίσα ίσα που η αφήγηση διέπεται από μια αυτοσυγκράτηση κι ένα νατουραλισμό μακριά από αφύσικα στησίματα και μελοδραματικά σχήματα.

Ίσως το γεγονός πως πρόκειται για μια ελαφρώς βραδυφλεγή δημιουργία ενδέχεται να «πετάξει» κάποιους εκτός, όμως ο τρόπος που η Simón ακολουθεί το ταξίδι της προβολής του μικρού της εαυτού από την άρνηση στη συνειδητοποίηση καταφέρνει σταδιακά να κερδίσει όχι μόνο το ενδιαφέρον αλλά και την καρδιά του θεατή που έχει τις συναισθηματικές του κεραίες τεντωμένες. Τα πλάνα εστιάζουν στους ηθοποιούς, αποφεύγοντας την παγίδα του φολκλορισμού που πάντα καραδοκεί σε ένα φιλμ που εκτυλίσσεται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες με εικόνες που είναι συνυφασμένες με τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο: η θεματολογία δεν προσφέρεται για απόδραση και όμορφα κάδρα, και μόνο επιδοκιμασίες αξίζουν στο ήθος της Simón που πετάει έξω αυτό το κοινό για να μιλήσει σοβαρά για κάτι που αφορά άμεσα την ίδια κι εμμέσως όλους όσους είναι σε επαφή με τον ανθρωπισμό τους. Το σενάριο, προς μεγάλη του τιμή, δεν αντιμετωπίζει το χαρακτήρα του παιδιού με τον καθιερωμένο τρόπο, σαν ένα φάρο άσπιλης αγνότητας και αθωότητας που περιπλανιέται χωρίς βούληση σε μια νέα δεδομένη καθημερινή ζωή. Η μικρή Frida πενθεί με το δικό της τρόπο, προχωρώντας σε πράξεις που δεν μπορούν να ερμηνευθούν με τετριμμένα σχήματα και ταμπέλες και που ταυτόχρονα καθρεφτίζουν την πραγματική παιδικότητα, έναν αυθορμητισμό που δεν φιλτράρεται σε συνδυασμό με ενέργειες που ξεκάθαρα απορρέουν από έναν τραυματισμένο λόγω τραγωδίας ψυχισμό, οι γραμμές όμως με τις οποίες συνδέονται δεν είναι ξεκάθαρα ορατές όπως σε αντίστοιχες ευρύτερης κατανάλωσης ταινίες ενηλικίωσης. Δεν λείπει κι ένα εύστοχο έμμεσο κοινωνικό σχόλιο για την αλλαγή φρουράς των γενεών στην Ισπανία, από τον κοινωνικό συντηρητισμό της εποχής Franco που εκπροσωπείται από τους παππούδες σε μια πιο ελευθεριακή, αλλά και αβέβαιη λόγω του ότι δεν έχει ριζώσει ακόμη σαν νοοτροπία στάση από τους θείους, το οποίο όμως δεν παραμερίζει ή υπονομεύει τον πυρήνα του φιλμ ο οποίος είναι το ψυχογράφημα.

Αν και οι ερμηνείες των ενηλίκων είναι αξιοπρεπέστατες, με την Bruna Cusi ειδικά να παραδίδει ένα πολύ ισορροπημένο κι ολοκληρωμένο πορτραίτο που δεν «καπελώνεται» από το γεγονός πως το επίκεντρο εδώ είναι η κινηματογραφική της ανιψιά, την προσοχή τραβάνε πολύ πιο εύκολα οι εξαιρετικά πηγαίες και φυσικές Laia Artigas και Paula Robles, υπενθυμίζοντας πως όσο κι αν τα εκάστοτε εξ Αμερικής κυρίως πρώιμα ταλέντα εντυπωσιάζουν (π.χ. Haley Joel Osment, Jacob Tremblay), αναπόφευκτα αυτό το πρόωρο «μεγάλωμα» μέσω της ερμηνευτικής τους ωρίμανσης αφαιρεί από την παιδικότητά τους, καθιστώντας το θέαμά τους ελαφρώς άβολο.

Στο “Estiu 1993” αμφότερες οι προαναφερθείσες μικρές σοφά δεν έχουν λάβει τέτοια καθοδήγηση, εκπέμποντας μια αίσθηση ανεπιτήδευτου και κάνοντας τη διαδικασία συναισθηματικής επένδυσης από την πλευρά του θεατή αποτελεσματικότερη. Η σκηνοθέτις έχει μεν κάποιο δρόμο ακόμη για να φτάσει σε ένα πολύ υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο νοηματικά, δύσκολα όμως θα μπορούσε να κάνει πιο φιλότιμο κι ελπιδοφόρο ξεκίνημα, τολμώντας μάλιστα μια ενδοσκόπηση στην οποία λίγοι συνάδελφοί της θα προχωρούσαν.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.