Τρεις απεγνωσμένοι πρώην κακοποιοί δέχονται πρόταση για μια δουλειά με μεξικανό αρχιμαφιόζο, και παρότι ξέρουν ότι πρέπει να αρνηθούν, η πληρωμή είναι πολύ υψηλή για να κάνουν πίσω. Αυτό που έχουν να κάνουν είναι να απαγάγουν έναν νεαρό από το κολέγιο που έχει βρει τρόπο να καταληστεύει τον μαφιόζο. Αλλά όλα πάνε στραβά, όταν αναγκάζονται κατά την απαγωγή να σκοτώσουν έναν απροσδόκητο εισβολέα, ο οποίος τελικά είναι ο πατέρας του νεαρού, και φυσικά ο άνθρωπος που περίμενε ο μαφιόζος να εκβιάσει. Τώρα, οι τρεις τους βρίσκονται κρυμμένοι από όλους στο Λος Άντζελες, και ορκισμένοι να μην ξανακάνουν φυλακή, όποιο κι αν είναι το κόστος.

Σκηνοθεσία:

Paul Schrader

Κύριοι Ρόλοι:

Nicolas Cage … Troy

Willem Dafoe … Mad Dog

Christopher Matthew Cook … Diesel

Omar J. Dorsey … Moon Man

Paul Schrader … El Greco

Louisa Krause … Zoe

Melissa Bolona … Lina

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Matthew Wilder

Παραγωγή: Brian Beckmann, Mark Burman, Gary Hamilton, David Hillary

Μουσική: Nicci Kasper, Deantoni Parks

Φωτογραφία: Alexander Dynan

Μοντάζ: Benjamin Rodriguez Jr.

Σκηνικά: Grace Yun

Κοστούμια: Olga Mill

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Dog Eat Dog
  • Ελληνικός Τίτλος: Η Τελευταία Αρπαχτή

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Dog Eat Dog του Edward Bunker.

Παραλειπόμενα

  • Η ταινία έκλεισε το τμήμα Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών στο φεστιβάλ Κανών.
  • Ο Nicolas Cage έδωσε 100 χιλιάρικα από τον μισθό του στον Willem Dafoe, ώστε να τον πείσει να παίξει.
  • Ο σκηνοθέτης δήλωσε πως προσπάθησε να φέρει έναν εκ των Michael Wincott, Michael Douglas, Quentin Tarantino, Martin Scorsese, Nick Nolte, Christopher Walken, Jeff Goldblum και Rupert Everett για τον ρόλο του Έλληνα, αλλά δεν τα κατάφερε. Έπειτα, για να κρατήσει το μπάτζετ χαμηλότερα, αποφάσισε να τον ερμηνεύσει ο ίδιος, κάνοντας μαζί και ερμηνευτικό ντεμπούτο.
  • Γυρίστηκε μέσα σε 25 ημέρες, ενώ πολλοί από το τεχνικό επιτελείο ήταν πρόσφατοι απόφοιτοι σχολών κινηματογράφου.

Κριτικός: Δημήτρης Μπαμπούλης

Έκδοση Κειμένου: 7/2/2017

Μια τριμελής παρέα πρώην φυλακισμένων, οι οποίοι θέλουν να ξεφύγουν από την εμπειρία τους στη φυλακή και να μην επιστρέψουν ποτέ σε αυτήν, προσλαμβάνονται από έναν αρχιμαφιόζο να απαγάγουν την κόρη ενός αντίπαλου μαφιόζου. Όμως, αυτή η δουλειά δεν πρέπει να πάει στραβά γιατί κανείς από τους τρείς δεν θέλει να συλληφθεί ξανά.

Ακόμη μία προσπάθεια του Paul Schrader μετά το 2000 να καταφέρει κάτι καλό στη σκηνοθετική του καριέρα («The Walker», «The Canyons»), η οποία όμως αποδεικνύεται και πάλι φορά άκαρπη. Οι χαρακτήρες δεν αναδιπλώνονται πότε μέσα στην ταινία, σε τέτοιο σημείο που δεν σου προκαλεί κανένα ενδιαφέρον η κατάληξή τους. Η χημεία ανάμεσα στους ηθοποιούς είναι ανύπαρκτη, ενώ η επιστράτευση του Willem Dafoe, για ακόμη μία φορά από τον Schrader, είναι η μόνη που βελτιώνει τη γενικότερα στατική εικόνα της ταινίας, καθώς είναι ο μόνος που παραδίδει μια αξιοπρεπή ερμηνεία (συγκριτικά με τους Nicolas Cage και Matthew Cook που είναι πλήρως αδιάφοροι). Τα σεναριακά κενά αρκετά και επικρατεί μια πληθώρα άσκοπων διαλόγων που με την προσθήκη ασήμαντων για την ταινία πληροφοριών (όπως το πόσα λίτρα νερό χρειάζεται για να φυτρώσει ένα αμύγδαλο), ο Schrader προσπαθεί να τους κάνει περισσότερο ελκυστικούς. Όσον αφορά τη σκηνοθεσία, ο Schrader δοκιμάζει αρκετά «τρικ», τα οποία όμως κάνουν την ταινία ακόμη πιο αποκρουστική στον θεατή, αφού δίνουν την εντύπωση ότι ο σκηνοθέτης έχει δανειστεί στοιχεία από άλλες παλαιότερες κινηματογραφικές επιτυχίες. Όλα αυτά έρχονται να επισκιάσουν το βαρύ όνομα του Paul Schrader, το οποίο παλαιότερα έχει συνδυαστεί με σεναριακά αριστουργήματα όπως το «Οργισμένο Είδωλο» και τον «Ταξιτζή».

Βαθμολογία:


Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 22/10/2017

Ότι ο Πολ Σρέιντερ διάγει μια παρατεταμένη περίοδο, μακριά από τη φόρμα που είχε επιδείξει κατά τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του, μάλλον είναι γνωστό σε όσους ασχολούνται ακόμα με τον σεναριογράφο του «Ταξιτζή». Μα φοβάμαι πως εδώ πιάνει ολότελα πάτο, παρότι η ταινία του φανερώνει κάποια στοιχεία που άλλος θα τα εκμεταλλευόταν με ευκολία. Το μεγαλύτερο αμάρτημα εδώ διεξάγεται εις βάρος των χαρακτήρων των ηρώων, κι ενώ μιλάμε για μια ταινία που επικεντρώνεται σε χαρακτήρες, σε παραλληλισμό με τις καταστάσεις. Αυτό θάβει και τις ερμηνείες ενός καστ δυνατών ονομάτων (άτυχος ο Νίκολας Κέιτζ, που περίμενε επιτέλους να προσθέσει μια καλή ερμηνεία στο παραπαίον εδώ κι έτη βιογραφικό του), με τους ηθοποιούς να μη βρίσκουν ούτε κάποιον σύνδεσμο μεταξύ τους, ώστε να δέσουν οι εμφανίσεις τους. Αυτό που απομένει είναι ένα νιχιλιστικό, ολοσκότεινο κλίμα, που όμως δεν αρκεί από μόνο του να εκφράσει κάτι το ουσιαστικό.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.