Τη νύχτα της 24ης Αυγούστου του 1944, το μέλλον του Παρισιού είναι στα χέρια του στρατηγού φον Κόλτιτζ, κυβερνήτης της ναζιστικής επαρχίας. Οι διαταγές του από τον Χίτλερ είναι ρητές: να καταστρέψει ολοσχερώς την πόλη. Ο στρατηγός είναι γνωστός ως στρατιωτικός που πάντα υπακούει ρητά σε διαταγές και τα βασικά σημεία του Παρισιού είναι ήδη παγιδευμένα με εκρηκτικά. Το συμβούλιο γύρω από τον φον Κόλτιτζ θα κάνει τα πάντα για να αποστρέψει την καταστροφή. Η νύχτα θα είναι μεγάλη και η τελική απόφαση ιστορική.

Σκηνοθεσία:

Volker Schlondorff

Κύριοι Ρόλοι:

Andre Dussollier … Raoul Nordling

Niels Arestrup … στρατηγός Dietrich von Choltitz

Burghart Klaussner … λοχαγός Werner Ebernach

Robert Stadlober … υπολοχαγός Bressensdorf

Paula Beer … Ingrid

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Cyril Gely, Volker Schlondorff

Παραγωγή: Marc de Bayser, Frank Le Wita

Μουσική: Jorg Lemberg

Φωτογραφία: Michel Amathieu

Μοντάζ: Virginie Bruant

Σκηνικά: Jacques Rouxel

Κοστούμια: Bettina Marx, Mirjam Muschel

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Diplomatie

Ελληνικός Τίτλος: Η Νύχτα Πριν Πέσει το Παρίσι

Διεθνής Τίτλος: Diplomacy

Σεναριακή Πηγή

  • Θεατρικό: Diplomatie του Cyril Gely.

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο σεναρίου στα Cesar. Υποψήφιο για πρώτο αντρικό ρόλο (Niels Arestrup).

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάνος Αχτσιόγλου

Έκδοση Κειμένου: 1/12/2014

Οι ευαίσθητες ιστορικά στιγμές, όπως και οι αποφάσεις που καθόρισαν τις ζωές και τις τύχες πολλών ανθρώπων, ίσως να εξαρτώνται από πολύ λίγους. Ίσως να ήταν προϊόν αυθορμητισμού ή αποτέλεσμα βαθιάς εσωτερικής σύγκρουσης. Η ιστορία, έξαλλου, μέσα στην υποκειμενικότητά της, εγκλωβίζεται σε στιγμές, σε βράδια και συνειδητοποιημένα βλέμματα. Σε οργισμένες εντολές που επιβάλλονται από τη θεσμική ανωτερότητα, ή σε προφορικές αναμετρήσεις, στις οποίες ο κάθε ένας επιτίθεται στον άλλον με όποιο όπλο βρίσκει εκείνη τη στιγμή διαθέσιμο. Ο σουηδός πρέσβης Ραούλ Νόρντλινγκ (Αντρέ Ντισολιέ) εισβάλλει κρυφά στο γραφείο του γερμανού στρατηγού και στρατιωτικού κυβερνήτη του κατακτημένου από τους ναζί Παρισιού Φον Χόλτιτς (Νιλς Άρεστουρπ), έτοιμος να αντιμετωπίσει τους μηχανισμούς της γερμανικής καταστολής, μπαίνοντας σαν μεταλλικό εργαλείο ανάμεσα στα γρανάζια και προσπαθώντας να αποτρέψει μια απόφαση. Ξέρει ότι εκεί που βρίσκεται δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ. Ο σκοπός του είναι άλλος, να τραβήξει την πρίζα. Να σταματήσει τη βία που ανακυκλώνεται, πάντα σε βάρος των αδύνατων, και που αναπαράγεται χωρίς τελειωμό. Να δώσει ένα τέλος στα αντίποινα που χρησιμεύουν σχεδόν πάντοτε ως προσχηματικές δικαιολογίες για περισσότερη καταστροφή. Καταλαβαίνει πολύ καλά ότι ο κύκλος της βίας διακόπτεται με μαρτυρικές αποφάσεις και προσωπικό πόνο. Το διακύβευμα, όμως, είναι πολύ μεγάλο. Βρίσκεται εκεί, έξω από το ανοιχτό παράθυρο του δωματίου το οποίο χρησιμοποιούσε ο Ναπολέων ο Τρίτος ως γκαρσονιέρα. Γνωρίζει ότι αυτό το καλοκαιρινό βράδυ του 1944, το Παρίσι θα παραμείνει η πόλη του φωτός, ή θα μετατραπεί σε φλεγόμενα συντρίμμια.

Ο Βόλκερ Σλέντορφ, ηγετική φιγούρα του νέου γερμανικού σινεμά της δεκαετίας του 1970, επηρεασμένος ξεκάθαρα από τη γαλλική κινηματογραφική σχόλη, σκηνοθετεί ένα ολότελα θεατρικό ντοκιουντράμα (το σενάριο υπογραφεί και διασκευάζει ο ίδιος ο θεατρικός συγγραφέας Σιρίλ Γκέλι) κλεισμένο στους τέσσερις τείχους ενός πολυτελούς δωματίου, αλλά με την ίδια κλειστοφοβική αίσθηση κελιού φυλακής. Η κάμερα ακριβής κι ακούραστη, στενεύει περισσότερο τα πλάνα παρέχοντας μία και μοναδική διέξοδο: το παράθυρο που οδηγεί στις στέγες και τα αιώνια μνημεία του Παρισιού. Ο σκηνοθέτης, υιοθετώντας συνοπτική αφήγηση, επικεντρώνεται στους δύο και σχεδόν μοναδικούς χαρακτήρες του έργου του, στην προσπάθειά του να αναδείξει πώς άνδρες που ανήκουν σε διαφορετικά στρατόπεδα (αν κι ο ένας διατείνεται συνεχώς ότι είναι ουδέτερος) έρχονται εντέλει κοντά και ενώνονται παράξενα με δεσμούς κοινής κουλτούρας και προπαντός αίσθησης της εντιμότητας. Ο διάλογος μεταξύ τους αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο τόσο της εξέλιξης, όσο και της θεματολογίας του φιλμ. Οι συσχετισμοί αλλάζουν διαρκώς, καθώς η διπλωματία κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να υπερισχύσει της στρατιωτικής δράσης. Οι παραδοξότητες μετατοπίζονται σε νέες διαλογικές επιφάνειες, ο ορθολογισμός καταλήγει σε επίκληση στο συναίσθημα και το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι κορυφώνεται, καθώς πρέσβης και στρατηγός στριμώχνουν και στριμώχνονται εναλλάξ, αποπροσανατολισμένοι από τις μηχανορραφίες, τις συζητήσεις και τα διλήμματα πίσω από μια μοιραία απόφαση.

Οι δυο ηθοποιοί (οι οποίοι έχουν υποδυθεί τους ίδιους ρόλους και στη θεατρική παράσταση με πολύ μεγάλη επιτυχία), εκφραστικοί κι απόλυτα γειωμένοι, αποτελούν αδιαμφισβήτητα ένα από τα δυνατά χαρτιά της ταινίας. Από τη μία, ο Ντισολιέ φαντάζει ένας αξιοπρεπέστατος συμβουλάτορας στην αυλή ενός μεσαιωνικού βασιλιά, που δοκιμάζει διαρκώς να τον χειριστεί και να τον κατευθύνει εκεί που θέλει. Οι κομψοί τρόποι μεταμφιέζουν την πονηριά του, καθώς γνωρίζοντας εξαρχής την ευνοϊκότερη θέση του συνομιλητή του, ψάχνει διακριτικά ρήγματα στην αδιαλλαξία και τη μιλιταριστική πειθαρχεία, τονίζοντας εύστοχα τη δυσδιάκριτη άλλα σαφέστατη διαφορά ανάμεσα στις πολεμικές πράξεις και τα εγκλήματα εν μέσω πολέμου. Από την άλλη ο Άρεστουρπ («Προφήτης», «Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα»), στον ρόλο του γερασμένου στρατηγού, παραδίδει ίσως την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του. Απαρνείται γρήγορα τον εύκολο ρόλο του τίμιου ανθρώπου ντυμένου με τη στολή του τέρατος (είναι χαρακτηριστικό ότι δεν μετανιώνει για τις στρατιωτικές πρακτικές του παρελθόντος) και επικεντρώνει την ερμηνευτική του επιδεξιότητα στο βαρύ φορτίο που είναι οι ζωές των στρατιωτών του, αλλά και των αμάχων της μεγάλης πόλης. Η σύγκρουση ξεδιπλώνεται σιγά σιγά καθώς ο ίδιος βρίσκεται μπλεγμένος ανάμεσα στις αυτοκτονικές, χωρίς κανένα στρατηγικό σκοπό, τακτικές των ανωτέρων του και την προσωπική αίσθηση του καθήκοντος. Τα επιχειρήματά του – «η ανθρωπότητα έχει μεγάλες αντοχές», λέει κάποια στιγμή- αποδομούνται πρώτα από τον ίδιο, καθώς η αδιαλλαξία δίνει τη θέση της στον εσωτερικό εγκλωβισμό (χαρακτηριστικός ο πνιγμός του από το βαρύ άσθμα), ενσταλάζοντας υπέροχα συναισθηματική ουσία σε μια πολύ ευαίσθητη ιστορικά στιγμή.

Είναι αλήθεια ότι η ταινία χάνει πολλές φορές την κινηματογραφική της ουσία, μετατρέποντας τη ροή της υπόθεσης σε ένα μεγάλης διάρκειας μονόπρακτο, αφού οι κλεφτές σκηνοθετικές ματιές με μικρές εξωτερικές σκηνές και οι περιστασιακοί πυροβολισμοί, μη όντας τελικά απαραίτητοι, αδυνατούν να απεγκλωβίσουν το εγχείρημα από την έννοια του φιλμαρισμένου θεάτρου. Κανένας άλλος χαρακτήρας δεν μοιάζει νοηματικά απαραίτητος, και η ένταση, παραμένοντας μέσα στο δωμάτιο, δεν διοχετεύεται σωστά. Πέρα από αυτά, όμως, το φιλμ κατορθώνει να γεννήσει ισόποση αναστάτωση κι ανακούφιση, στοχάζοντας πάνω στο νόημα της διπλωματίας, της εξευγενισμένης αντίστασης και της εφιαλτικής αίσθησης για το τι ακριβώς θα μπορούσε να είχε συμβεί, προσφέροντας παράλληλα μια συναρπαστική φραστική μονομαχία ανάμεσα σε δυο μνημειώδεις άνδρες (φέρνοντας στο νου το «Κάποιος θα Τσιμπήσει» και το εξαιρετικό «Τρένο της Λύτρωσης» του Τόμι Λι Τζόουνς), τους οποίους η ιστορία θα ήθελε να ξεχάσει ή θα θυμάται για πάντα.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.