1993. Όταν τρία νεαρά αγόρια δολοφονούνται βάναυσα σε μια μικρή κοινότητα του δυτικού Μέμφις το 1993, οι θάνατοι τους οδηγούν σε σοκ τη μικρή θρήσκα πόλη. Δεν αργεί που τρεις άλλοι νεαροί συλλαμβάνονται κι οδηγούνται σε δίκη, με τους δύο να καταδικάζονται σε ισόβια και ο ένας σε θάνατο. Η δίκη απέδειξε ότι οι φόνοι ήταν μέρος σατανιστικής τελετής. Και οι τρεις, όμως, δήλωναν αθώοι…

Σκηνοθεσία:

Atom Egoyan

Κύριοι Ρόλοι:

Reese Witherspoon … Pamela ‘Pam’ Hobbs

Mireille Enos … Vicki Hutcheson

Colin Firth … Ron Lax

Dane DeHaan … Chris Morgan

Jet Jurgensmeyer … Stevie Branch

Kevin Durand … John Mark Byers

Bruce Greenwood … δικαστής David Burnett

Stephen Moyer … John Fogleman

Elias Koteas … Jerry Driver

Amy Ryan … Margaret Lax

Alessandro Nivola … Terry Hobbs

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Paul Harris Boardman, Scott Derrickson

Παραγωγή: Paul Harris Boardman, Elizabeth Fowler, Clark Peterson, Richard Saperstein, Christopher Woodrow

Μουσική: Mychael Danna

Φωτογραφία: Paul Sarossy

Μοντάζ: Susan Shipton

Σκηνικά: Phillip Barker

Κοστούμια: Kari Perkins

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Devil’s Knot

Ελληνικός Τίτλος: Τα Δεσμά του Διαβόλου

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Paradise Lost: The Child Murders at Robin Hood Hills (1996)

Paradise Lost 2: Revelations (2000)

Paradise Lost 3: Purgatory (2011)

West of Memphis (2012)

Σεναριακή Πηγή

  • Βιβλίο: Devil’s Knot: The True Story of the West Memphis Three της Mara Leveritt.

Παραλειπόμενα

  • Βασίζεται σε αληθινά γεγονότα που σόκαραν τις ΗΠΑ. Η υπόθεση απασχόλησε ξανά τον κινηματογράφο, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το ντοκιμαντέρ West of Memphis και τη σειρά ντοκιμαντέρ Paradise Lost.
  • Κατά τα γυρίσματα, η Reese Witherspoon ήταν 8 μηνών έγκυος.
  • Πρώτη καθαρά αμερικανική παραγωγή για τον Atom Egoyan.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Παναγιώτης Αχτσιόγλου

Έκδοση Κειμένου: 2/6/2014

Η νέα ταινία του Atom Egoyan πραγματεύεται μια ιστορία που συντάραξε και συνεχίζει να αναστατώνει πολλούς. Μια ιστορία ανήκουστης βίας, πόνου, ερωτηματικών κι αμφιβολιών που κρατά ακόμη και σήμερα. Ήταν το όχι και τόσο μακρινό 1993 όταν, σε μια μικρή πόλη του Αρκάνσας στο δυτικό Μέμφις, τρία οχτάχρονα παιδιά εξαφανίζονται για κάποιες ώρες και στη συνέχεια βρίσκονται από την αστυνομία μέσα στο κοντινό δάσος, νεκρά, δεμένα χειροπόδαρα, γυμνά και κακοποιημένα. Όλες οι υποψίες πέφτουν πάνω σε μια ομάδα τριών εφήβων που ζώντας στο κοινωνικό περιθώριο, βιώνοντας τη διαφορετικότητα της εφηβείας, φτάνουν να γίνονται υπόλογοι των ενδυματολογικών τους επιλογών (αναφέρεται διαρκώς στο κατηγορητήριο ότι φορούν μαύρα ρούχα), της μουσικής που ακούν, της έπαρσης και της, φυσιολογικής για την ηλικία, αντιδραστικότητά τους. Οι ίδιοι διακηρύττουν από την αρχή την αθωότητα τους, παρόλα αυτά υφίστανται μια, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, προβληματική καταδίκη και βρίσκονται στη δίνη ενός δικαστικού αγώνα που κράτησε για σχεδόν δεκαοκτώ χρόνια.

Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί το βιβλίο της δημοσιογράφου των Arkansas Times Mara Leveritt για να δομήσει το ομολογουμένως συνταρακτικό σενάριο και να προσπαθήσει με τον γνωστό ποιητικό του τρόπο να αναζητήσει την αλήθεια. Μια αναζήτηση, όμως, που έχει αποτελέσει μέσα στα χρόνια αντικείμενο μελέτης, ατέλειωτων συζητήσεων και ήδη πολλών δυνατών ντοκιμαντέρ. Αυτό δυστυχώς έχει ως αποτέλεσμα να είναι όλο και λιγότεροι αυτοί που δεν γνωρίζουν την πραγματική ιστορία και θα βασιστούν στο φιλμ για να αποκτήσουν γνώση. Εξάλλου και ο ίδιος ο κινηματογραφιστής φαίνεται να παραμένει μπλοκαρισμένος μπροστά στο γεγονός, αλλά και μπροστά στο ίδιο του το δημιούργημα, μην μπορώντας να είναι τόσο καταλυτικός, τόσο αιχμηρός όσο θα έπρεπε. Αντ’ αυτού, προσπαθώντας να στήσει τον καμβά του, αγγίζοντας το συμβάν μέσα από διαφορετικά πρίσματα, αποχρώσεις κι αποκλίσεις, καταφέρνει τελικά να διηγηθεί την ιστορία παγερά, αποστασιοποιημένα και να αφήσει επιδεικτικά εκτός τις αισθήσεις που αποπνέει, το συναίσθημα και την ατομική και συλλογική κατάρρευση, όταν η αλήθεια σοκάρει περισσότερο από τη φαντασία.

Εκεί που η ταινία τα πηγαίνει καλύτερα είναι στην εικονογράφηση και ιδιαίτερα στην τοποθέτηση του σκηνοθέτη απέναντι στις σκοτεινές σκέψεις που κρύβονται, τροφοδοτούνται και τελικά γιγαντώνονται μέσα στο σύνολο, μέσα στο απρόσωπο. Ο Egoyan μοιάζει να ενδιαφέρεται για το «πώς» και όχι για το «γιατί», προσπαθώντας να αποδομήσει στα πιο ενστικτώδη συστατικά την υστερική δίψα για τιμωρία, που πολλές φορές κυριαρχεί έναντι της φρίκης, αναζητώντας τους ακατανόητους λόγους που μια ολόκληρη πόλη θέλει να θυσιάσει τελικά κι άλλα παιδιά, μόνο για να χορτάσει από εκδίκηση. Θέτοντας ξεκάθαρα την άποψη του περί θανατικής ποινής («ξέρεις πολύ καλά την άποψή μου γύρω από όλο αυτό», λέει σε κάποια σκηνή ο πρωταγωνιστής), προσπαθεί να διαχωρίσει την πνευματικότητα από τον θρησκευτικό φανατισμό, τη μεταβολή από τη μεταστροφή των συναισθημάτων και στέκεται έκπληκτος μπροστά στην επιτακτική ανάγκη επούλωσης του τραύματος, ακόμη και με μια εύθραυστη, στερεοτυπική και όχι ουσιαστική απόδοση ευθυνών. Το μεγάλο όμως πρόβλημα της ανάλυσής του είναι ότι προσπαθώντας να τονίσει διαρκώς τη συνέπεια του εγκλήματος στην ήδη εύθραυστη κοινωνία, αφήνει έξω οποιαδήποτε συναισθηματική εμπλοκή του θεατή, ακόμη και στις σκηνές της δίκης. Επιπρόσθετα, δεν μπαίνει καν στις ζωές των υποτιθέμενων θητών, τα πορτραίτα των οποίων είναι τόσο διαθέσιμα και περίπλοκα, για να προσπαθήσει να ακούσει τις κραυγές βοήθειας μιας γενιάς που πνίγεται, που δεν έχει από κάπου να πιαστεί.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τους συγγενείς των θυμάτων. Η Reese Witherspoon, υποδυόμενη τη μάνα με τη ραγισμένη καρδιά, έχει μια εσωτερικότητα, προσπαθεί να αντέξει χτίζοντας την αντίσταση στη φρίκη από μέσα της, αλλά παρόλη την πειστικότητα, η έκταση του ρόλου της φτάνει ως εκεί. Μόνο ίσως στην τελευταία, λυτρωτική σκηνή προσδίδεται η απαραίτητη πολυπλοκότητα που λογικά θα έπρεπε να ορίζει μια κατεστραμμένη, θρηνούσα ψυχή. Ο δε Colin Firth στον πρωταγωνιστικό ρόλο του ιδιωτικού ντετέκτιβ που συνεργάζεται με την υπεράσπιση κι αντιτίθεται στην καταδίκη των εφήβων, παρόλη τη σχετική αξιοπρέπεια που προσδίδει, παραμένει θολός κι εκνευριστικά άχρωμος καθ`όλη τη διάρκεια της ταινίας. Μοιάζει αποστασιοποιημένος, σε μια διαρκή αναζήτηση της ταυτότητάς του, δεν μπορεί να ισορροπήσει και περνά από την απάθεια στον μελοδραματισμό, θυμίζοντας περισσότερο το «Ένας Άντρας Μόνος», με εξαίρεση ίσως τη στιγμή που έκπληκτος αντικρίζει τις φωτογραφίες των πτωμάτων και συνθέτει ένα απόκοσμο κολλάζ φρίκης στο τραπέζι του γραφείου του. Ίσως η επιλογή, του κατά τα άλλα αξιολογότατου βρετανού ηθοποιού, να αποδεικνύεται τελικά ατυχής.

Συνοψίζοντας, το «Τα Δεσμά του Διαβόλου» μοιάζει ανοργάνωτο, με πολλούς βασικούς χαρακτήρες και πολλά εμφατικά σημεία που όμως ζημιώνουν τη δραματουργία, αλλά και τη δραματοποίηση. Παρόλη την περίπλοκη υπόθεση, φαντάζει απρόσμενα γνώριμο και δείχνει να υστερεί σε σχέση με άλλες ταινίες του είδους («Prisoners», «Αμφιβολία», «Αναζητώντας τη Δικαιοσύνη»). Δεν μπαίνει στο τραπέζι τίποτε το ιδιαίτερα καινοτόμο και οι λίγες ανατριχιαστικές εικόνες, που θα ευχόσουν να μην είχες δει, δεν φτάνουν. Μπορεί ο Egoyan να είναι ένας δημιουργός που πολλές φορές έχει αποδώσει την απόγνωση και το βαθιά ψυχικό ανικανοποίητο, εδώ όμως καταφέρνει να μεταφέρει μια σημαντική ιστορία σε ένα λιγότερα σημαντικό φιλμ. Χωρίς να είναι ιδιαίτερα διεισδυτικό ή έστω διορατικό, δεν ξεφεύγει από τη γνωστή μέθοδο αφήγησης, σε σημείο που φτάνεις να μη σε νοιάζει τελικά η ουσία του συμβάντος. Έχοντας μια λαχτάρα να βρίσκεται παντού άμεσα, τελικά κατακερματίζεται και δεν βρίσκεται πουθενά.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

15 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.