Το καλοκαίρι του 1967 ήταν μια κομβική περίοδος της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας, όταν η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με έντονες κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές: την κλιμάκωση της στρατιωτικής εμπλοκής της χώρας στον πόλεμο του Βιετνάμ, και δεκαετίες φυλετικών διακρίσεων. Τα επίκεντρα όλης αυτής της δυσαρέσκειας και της άσβεστης οργής αποδείχθηκαν πως ήταν οι μεγάλες πόλεις της χώρας, με τις συστηματικές προκαταλήψεις τους, τις φυλετικές ανισότητες σε στέγη και παιδεία, και την ολοένα αυξανόμενη ανεργία στις κοινότητες των Αφρο-αμερικανών. Δύο νύχτες μετά την έναρξη της εξέγερσης του Ντιτρόιτ, μια αναφορά για πυροβολισμούς κοντά σε περιοχή της εθνοφυλακής, οδήγησε την αστυνομία του Ντιτρόιτ, την πολιτοφυλακή του Μίσιγκαν, την εθνοφυλακή του στρατού του Μίσιγκαν κι έναν ιδιωτικό φρουρό ασφαλείας να εισβάλουν σε ένα παράρτημα του κεντρικού κτιρίου του ξενοδοχείου Algiers. Περιφρονώντας την επίσημη διαδικασία, πολλοί αστυνομικοί ανέκριναν βίαια τους ενοίκους του ξενοδοχείου, κατασκευάζοντας ένα ιδιότυπο «παιχνίδι θανάτου», σε μια προσπάθεια να τους εκφοβίσουν για να μην ομολογήσουν. Μέχρι το τέλος της νύχτας, τρεις άοπλοι νεαροί πυροβολήθηκαν εν ψυχρώ, και αρκετοί άλλοι άντρες και γυναίκες χτυπήθηκαν βάναυσα. Κανένα όπλο δεν βρέθηκε ποτέ.

Σκηνοθεσία:

Kathryn Bigelow

Κύριοι Ρόλοι:

John Boyega … Melvin Dismukes

Will Poulter … Philip Krauss

Algee Smith … Larry Reed

Jacob Latimore … Fred Temple

Jason Mitchell … Carl Cooper

Hannah Murray … Julie Ann Hysell

Kaitlyn Dever … Karen Malloy

Jack Reynor … Demens

Ben O’Toole … Flynn

John Krasinski … εισαγγελέας Auerbach

Anthony Mackie … Karl Greene

Laz Alonso … John Conyers, Jr.

Gbenga Akinnagbe … Aubrey Pollard, Sr.

Jeremy Strong … εισαγγελέας Lang

Jennifer Ehle … γιατρός

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Mark Boal

Παραγωγή: Kathryn Bigelow, Mark Boal, Matthew Budman, Megan Ellison, Colin Wilson

Μουσική: James Newton Howard

Φωτογραφία: Barry Ackroyd

Μοντάζ: William Goldenberg, Harry Yoon

Σκηνικά: Jeremy Hindle

Κοστούμια: Francine Jamison-Tanchuck

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Detroit
  • Ελληνικός Τίτλος: Detroit: Μια Οργισμένη Πόλη

Παραλειπόμενα

  • Η ταινία κυκλοφόρησε το 2017, ακριβώς 50 χρόνια μετά τα γεγονότα του 1967.
  • Η Kathryn Bigelow χρησιμοποίησε τρεις ή τέσσερις κάμερες ταυτόχρονα, όλες χειροκίνητες και συνεχώς σε κίνηση. Αντί να σχεδιάζει κάθε πλάνο ξεχωριστά, άφηνε τους ηθοποιούς να κινηθούν ελεύθερα μέσα στον χώρο, επιδιώκοντας μια σχεδόν ντοκιμαντερίστικη αίσθηση.
  • Οι σκηνές στο μοτέλ γυρίστηκαν σχεδόν εξολοκλήρου με χρονολογική σειρά.
  • Το Algiers Motel δεν υπάρχει πλέον. Για τις ανάγκες της ταινίας κατασκευάστηκε εξωτερικό σκηνικό στο Μάλντεν της Μασαχουσέτης, ακόμη και η πισίνα δημιουργήθηκε προσωρινά σε χώρο στάθμευσης και αφαιρέθηκε μετά τα γυρίσματα.
  • Η πραγματική επιζήσασα Julie Ann Hysell, μία από τις δύο λευκές γυναίκες που βρίσκονταν στο μοτέλ εκείνο το βράδυ, εργάστηκε ως σύμβουλος στα γυρίσματα για να βοηθήσει στην πιστή αναπαράσταση των γεγονότων.
  • Εμπορική αποτυχία, με κέρδη από τα ταμεία μόλις 24,1 εκατομμύρια δολάρια, κι ενώ ο προϋπολογισμός ήταν 34.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Ο Algee Smith, που υποδύεται τον τραγουδιστή Larry Reed των The Dramatics, έγραψε ο ίδιος το τραγούδι Grow, το οποίο ακούγεται στο σάουντρακ της ταινίας. Στην ερμηνεία του ακούγεται τόσο ο ίδιος όσο και ο Larry Reed.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 15/9/2019

Ό,τι δεν έχει καταφέρει τόσες δεκαετίες η προπαγάνδα τύπου Ράμπο, έρχεται τις δύο τελευταίες η Kathryn Bigelow να το αναπληρώσει. Να δημιουργήσω κι εγώ μια θεωρία συνομωσίας που θα ήθελε την τεχνικά καταρτισμένη σκηνοθέτιδα ως «κινηματογραφικό παρακράτος»; Ακόμα κι αν δεν με νοιάζει να επιβεβαιώσω κάτι τέτοιο, ποιο το νόημα άλλωστε, ταινία με ταινία η καλιφορνέζα δημιουργός βάλλεται να… μας τρελάνει!

Σε αυτή την περίπτωση, ούτε λίγο ούτε πολύ, μας λέει πως εν έτει 1967 ο ρατσισμός στις ΗΠΑ στηρίζονταν καθαρά σε… μια παρεξήγηση. Μας παρουσιάζει σχεδόν το σύνολο της κεφαλής και του σώματος του στρατού και της αστυνομίας ως υπέρμαχους της ισότητας, και ένας ψυχοπαθής όσο κι αψυχολόγητος αστυνομικός ήταν που έκανε όλη τη ζημία, προσδίδοντας και το κακό όνομα στο σύνολο μιας κατά τα άλλα «αγγελικής» εξουσίας. Η ταινία μιλάει με τις λεπτομέρειες της, ομοίως και με το περιστατικό που επικεντρώνεται. Κι όλο αυτό γίνεται με παμπόνηρο τρόπο, τέτοιο που κάνει ικανή τη νέου τύπου προπαγάνδα να διεισδύσει επί του θεατή, παραμορφώνοντας τη γενική λογική της ιστορίας που αφορούσε την αλήθεια μιας χώρας, χωρίς ταυτόχρονα επί του επιμέρους περιστατικού των δολοφονιών να χρειάζονταν να αλλάξει ούτε λέξη.

Και αναρωτιέται κανείς, αν όπως και στην περίπτωση του πολυβραβευμένου Hurt Locker, έχει νόημα να σταθεί κανείς στο ότι η Bigelow ξέρει να κρατάει κάμερα; Να με συγχωρέσετε, αλλά κάτι παρόμοιο είχαμε και τη δεκαετία του 1930, με την περίπτωση της Riefenstahl. Όποιος λοιπόν νοιάζεται για τη μη παραποίηση της ιστορικής μας μνήμης και λογικής, νομίζω ότι αυτά που λέμε τον καλύπτουν αντί για μια τεχνοκρατική κριτική. Όποιος, από την άλλη, αρέσκεται σε ένα αγωνιώδες θρίλερ, μπορεί να εκλάβει το φιλμ ως ένα, και να θαυμάσει ένα όντως δημιουργικότατο μοντάζ.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *