Η ιστορία του νεαρού Ντάνιελ, ενός 20χρονου που βιώνει πνευματική μεταμόρφωση κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο αναμορφωτήριο. Θέλει να γίνει ιερέας αλλά αυτό είναι αδύνατο εξαιτίας του ποινικού του μητρώου. Όταν τον στέλνουν να εργαστεί στο ξυλουργείο μιας κωμόπολης, κατά την άφιξή του προσποιείται τον ιερέα και καταλήγει να αναλάβει καθήκοντα στην τοπική ενορία. Η άφιξη του νεαρού χαρισματικού ιεροκήρυκα δίνει την ευκαιρία στην τοπική κοινωνία, που ταλανίζεται από ένα τραγικό συμβάν, να αποκαταστήσει την ισορροπία της.

Σκηνοθεσία:

Jan Komasa

Κύριοι Ρόλοι:

Bartosz Bielenia … Daniel

Aleksandra Konieczna … Lidia

Eliza Rycembel … Eliza

Leszek Lichota … ο δήμαρχος

Lukasz Simlat … πάτερ Tomasz

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Mateusz Pacewicz

Παραγωγή: Leszek Bodzak, Aneta Cebula-Hickinbotham

Μουσική: Evgueni Galperine, Sacha Galperine

Φωτογραφία: Piotr Sobocinski Jr.

Μοντάζ: Przemyslaw Chruscielewski

Σκηνικά: Marek Zawierucha

Κοστούμια: Dorota Roqueplo

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Boze Cialo

Ελληνικός Τίτλος: Corpus Christi

Διεθνής Τίτλος: Corpus Christi

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας (Πολωνία).
  • Βραβείο Label Europa για το τμήμα Ημέρες Βενετίας στο φεστιβάλ Βενετίας.

Παραλειπόμενα

  • Παρότι οι παραγωγοί επέμειναν ότι δεν βασίζεται σε κάποια συγκεκριμένη ιστορία, αλλά σε μια σειρά διάφορων υπαρκτών γεγονότων, παρουσιάστηκε ένας άντρας που υποστήριξε ότι είναι η δική του αληθινή ιστορία που αφηγείται η ταινία.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 22/4/2020

Για μία ακόμη φορά η Πολωνία αποδεικνύει το βεληνεκές του εξαγώγιμου κινηματογραφικού προϊόντος της. Ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους αυτή η διαπίστωση επανέρχεται διαχρονικά, είναι γιατί πρόκειται για ένα σινεμά που δεν φοβάται την ενδοσκόπηση σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο, είτε αυτή αφορά το παρελθόν είτε το τώρα.

Ο Jan Komasa, παρότι επιδεικνύει εδώ ένα νευρώδες και λεπτοδουλεμένο ύφος που υποστηρίζεται από τα αυστηρά χρώματα της φωτογραφίας του Piotr Sobocinski Jr. και που διευκρινίζει ότι ο ίδιος δεν πρόκειται για τυχαία περίπτωση, είναι η αλήθεια ότι χρωστάει πολλά και στο εξαιρετικό σενάριο του νεαρού Mateusz Pacewicz, εδώ στο μεγάλου μήκους ντεμπούτο του. Η γραφή του καταφέρνει να συνδυάσει αρμονικά έναν αιχμηρό κυνισμό με έναν απροσποίητο ουμανισμό, ενώ με χαρακτηριστική άνεση καταφέρνει να εντάξει τη νοηματική ομαλά μέσα στην εξαιρετικά στρωτή αφήγηση. Τόσο ο σκηνοθέτης όσο και ο σεναριογράφος συνδράμουν στο να καταστήσουν το τελικό αποτέλεσμα εξαιρετικά σφριγηλό και σφιχτοδεμένο: ελάχιστο «λίπος» θα βρει κανείς τόσο στην ιστορία όσο και στην τεχνική. Ο δε τρόπος σκιαγράφησης του πρωταγωνιστή είναι εξαιρετικός: οι πολλαπλές αντιφάσεις που τον διακρίνουν και η συνεχής παλινδρόμησή του μεταξύ φωτός και σκότους τον καθιστά έναν αντιήρωα που είναι δύσκολο να ερμηνευθεί μονοδιάστατα, αλλά που δεν γίνεται παρά να γοητεύσει μέσα στην πάρα πολύ έντονη αμφισημία του. Μέσα σε διάστημα λίγων λεπτών η συμπάθεια του θεατή προς το πρόσωπό του μετατρέπεται, με τα νέα εκάστοτε δεδομένα που παρουσιάζονται σε αντιπάθεια και τούμπαλιν, σε ένα ασταμάτητο παιχνίδι εναλλαγών. Πάντοτε υπάρχουν υποσημειώσεις στη δράση του χαρακτήρα αυτού: μπορεί οι βίαιες εκρήξεις του να γίνουν αντιληπτές ως μια απαραίτητη αυτοάμυνα απέναντι σε ένα εξωτερικό περιβάλλον που ενδέχεται να του έχει εμφυσήσει όλες τις άσχημες πτυχές της προσωπικότητάς του, και αντίστοιχα οι ευγενείς πράξεις του να καθοδηγούνται από έναν ναρκισσιστικού τύπου εγωισμό.

Η προβληματική του «Corpus Christi» ακουμπά πολλά, διαφορετικά και άκρως ενδιαφέροντα πεδία: οι μηχανισμοί του συλλογικού ψυχισμού μιας κοινότητας, η διαφθορά της πολιτικής ηγεσίας, η σύγκρουση μεταξύ κοσμικής και θρησκευτικής ταυτότητας, η κοινωνική σημασία των συμβόλων κύρους και άλλα. Ο Pacewicz κατορθώνει για καθεμία από αυτές τις μικρές θεματικές ενότητες να ολοκληρώσει έναν συλλογισμό επάνω σε αυτές, χωρίς ούτε στιγμή να δίνει την αίσθηση ότι προχωρά σε κατήχηση ή σε μια άσχημη υπερεμφατικότητα προκειμένου να μεταδώσει τα μηνύματά του. Καταλήγει έτσι να συνθέτει μια ιδιαίτερη παραβολή που περιστρέφεται κυρίως γύρω από το τι συνιστά το ήθος, οδηγώντας την ανάλυσή του σε μη προφανή συμπεράσματα. Ίσως να παρατηρείται σε κάποια σημεία ότι το φιλμ πάσχει από μια ελαφρά κρίση ταυτότητας, όντας αμφιταλαντευόμενο μεταξύ ανάπτυξης διαλεκτικής και σπουδής χαρακτήρα, μη γνωρίζοντας σε ποιο χαρακτηριστικό να δώσει προτεραιότητα. Το «ανοιχτό» φινάλε ίσως να κάνει την πλάστιγγα να γέρνει λίγο περισσότερο προς το δεύτερο στοιχείο. Μπορεί και το όποιο ρομαντικό στοιχείο που εισάγεται λίγο πριν την τρίτη πράξη να φαντάζει κάπως αταίριαστο με όσα έχουν προηγηθεί. Παρά αυτές τις επιμέρους ενστάσεις, συνολικά υπάρχει και αυτοσυνειδησία ως προς το όραμα που υλοποιείται από το δίδυμο των Komasa και Pacewicz, και αυτοέλεγχος ως προς την εκτέλεση.

Υπάρχει κι ένα άλλο πολύ δυνατό χαρτί που συμβάλλει στην ποιότητα του τελικού αποτελέσματος κι αυτό είναι η πρωταγωνιστική ερμηνεία του Bartosz Bielenia. Διαθέτοντας ένα ιδανικό φιζίκ για τον ρόλο που αναλαμβάνει, που παραπέμπει σε φανταστικό ον που παραπαίει μεταξύ αρετής και μεφιστοφελισμού, καταφέρνει να εξυπηρετήσει άριστα την κεντρική γραμμή του κειμένου για έναν χαρακτήρα που δεν εντάσσεται ολοκληρωτικά ούτε στο στρατόπεδο του «καλού» αλλά ούτε σε αυτό του κακού. Παράλληλα εκπέμπει μια ζωτικότητα που τον καθιστά κινητήρια δύναμη του ρυθμού της αφήγησης, συμπαρασύρει τα πάντα σε πολύ υψηλές εντάσεις.

Και κάπως έτσι προκύπτει ένα σύνολο που διαθέτει μια σαγηνευτικά δομημένη ροή σεναριακά, συνδυάζοντας ιδανικά την ψυχαγωγία με μια πιο καλλιτεχνίζουσα διάθεση.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.