Η Σαμπίνα, η Έλενα, και η Τζέιν δουλεύουν για τον μυστηριώδη κύριο Τσάρλις Τάουνσεντ, όπου οι έρευνές του έχουν εξαπλωθεί παγκοσμίως. Μέσω του πρακτορείου του, προσφέρει πάντα ασφάλεια στους ακριβούς του πελάτες. Έχοντας συγκεντρώσει τις πιο έξυπνες, πιο γενναίες και εξαιρετικά εκπαιδευμένες γυναίκες ανά τον κόσμο, τώρα υπάρχουν διάφορες ομάδες Αγγέλων καθοδηγούμενες από διαφορετικά αφεντικά στις πιο απαιτητικές αποστολές.

Σκηνοθεσία:

Elizabeth Banks

Κύριοι Ρόλοι:

Kristen Stewart … Sabina Wilson

Naomi Scott … Elena Houghlin

Ella Balinska … Jane Kano

Elizabeth Banks … Rebekah ‘Boz’ Bosley

Djimon Hounsou … Edgar ‘Bosley’ Dessange

Sam Claflin … Alexander Brock

Noah Centineo … Langston

Patrick Stewart … John Bosley

Jonathan Tucker … Hodak

Chris Pang … Jonny Smith

Nat Faxon … Peter Fleming

Luis Gerardo Mendez … ‘Saint’

Jaclyn Smith … Kelly Garrett

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Elizabeth Banks

Στόρι: Evan Spiliotopoulos, David Auburn

Παραγωγή: Elizabeth Banks, Doug Belgrad, Elizabeth Cantillon, Max Handelman

Μουσική: Brian Tyler

Φωτογραφία: Bill Pope

Μοντάζ: Alan Baumgarten, Mary Jo Markey

Σκηνικά: Aaron Haye

Κοστούμια: Kym Barrett

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Charlie’s Angels
  • Ελληνικός Τίτλος: Οι Άγγελοι του Τσάρλι

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Σεναριακή Πηγή

  • Τηλεοπτική σειρά (χαρακτήρες): Charlie’s Angels των Ivan Goff, Ben Roberts.

Παραλειπόμενα

  • Τρίτο κεφάλαιο του κινηματογραφικού franchise, reboot αυτού (χωρίς να διαγράφει όσα είχαν ήδη συμβεί επί της μεγάλης ή μικρής οθόνης), αλλά και αυτόνομα βασισμένο στη διάσημη τηλεοπτική σειρά (1976-1981).
  • Η αναβολή του τηλεοπτικού reboot της σειράς το 2011, έφερε τέσσερα χρόνια μετά και πάλι τη Sony Pictures να ανανεώνει τα δικαιώματα για τη μεγάλη οθόνη, προσλαμβάνοντας γρήγορα την Elizabeth Banks. Αλλά ενώ ο Evan Spiliotopoulos είχε ήδη ξεκινήσει το σενάριο, αυτό αποδόθηκε αποκλειστικά στην Banks που έκανε την τελική επεξεργασία.
  • Μια και τα δικαιώματα των Άγγελων ήταν επίσημα στα χέρια της Drew Barrymore μέχρι το 2019, η ηθοποιός επιστρέφει στη σειρά αλλά υπό το πόστο του εκτελεστή παραγωγής.
  • Lupita Nyong’o, Emma Stone, Margot Robbie και Jennifer Lawrence απέρριψαν τη συμμετοχή τους.
  • Έχοντας μόνο μία συμμετοχή σε μεγάλου μήκους b-movie, η Ella Balinska πήρε εδώ τη μεγάλη της ευκαιρία στο Χόλιγουντ. Στην ταινία εκτέλεσε όλες τις επικίνδυνες σκηνές μόνη της, όντας αθλήτρια στο παρελθόν.
  • Γκεστ περάσματα από το φιλμ κάνουν οι: Lili Reinhart, Hailee Steinfeld, Aly Raisman, Ronda Rousey, Chloe Kim, Danica Patrick, Laverne Cox και Michael Strahan.
  • Τα γυρίσματα έγιναν στην Τουρκία και τη Γερμανία.
  • Αποτυχία στα ταμεία, με έσοδα 73,3 εκατομμύρια δολάρια, έναντι ενός κόστους των 55 (δίχως να υπολογίζονται τα έξοδα προώθησης).

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Οι Ariana Grande, Miley Cyrus και Lana Del Rey συνεργάστηκαν σε νέο τραγούδι. Τίτλος του: Don’t Call Me Angel. Δεύτερο σινγκλ είναι το How It’s Done με τους Kash Doll, Kim Petras, Alma και Stefflon Don, και τρίτο το Pantera με τη βραζιλιάνα Anitta.

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 19/11/2019

Η γενική ιδέα μιας φεμινιστικής επανανάγνωσης του concept των «Αγγέλων του Τσάρλι» ενέχει αρκετό ενδιαφέρον. Το θέμα είναι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ίσχυσε ο νόμος του Μέρφι. Τούτο το reboot ούτε αστείο είναι, ούτε συναρπαστικό, ούτε φαντάζει απαραίτητο, ούτε φυσικά μοιάζει να έχει έναν στοιχειωδώς συνειδητοποιημένο γυναικοκεντρικό χαρακτήρα, με έναν τόνο που φαντάζει πολύ περισσότερο χαζοχαρούμενος παρά χειραφετημένος.

Πρόκειται για μια τρανταχτή αποτυχία σε όλα τα επίπεδα. Είναι στημένο με έναν εντελώς αρπακολατζίδικο τρόπο (τα κάπου γύρω στα πενήντα εκατομμύρια δολάρια του προϋπολογισμού μπορεί να είναι ψίχουλα για τα χολιγουντιανά δεδομένα, αν όμως αξιοποιηθούν σωστά μπορούν να συγκροτήσουν κάτι άκρως προσεγμένο) και πάσχει από παντελή έλλειψη προσωπικότητας. Η Elizabeth Banks δεν έχει δα και το καλύτερο σκηνοθετικό βιογραφικό για να αναλάβει να είναι πίσω από το τιμόνι ενός τέτοιου εγχειρήματος, και είναι πολύ κρίσιμο το ότι δεν έχει δοκιμαστεί στον κινηματογράφο δράσης, αλλά το μεγάλο φάουλ προκύπτει από την απόφαση να αναλάβει τη συγγραφή του σεναρίου χωρίς σχετική προϋπηρεσία. Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο που δεν πλάθει ολοκληρωμένους χαρακτήρες και διαπροσωπικές σχέσεις (οι τρεις πρωταγωνίστριες μπορούν να συνοψιστούν σε τρία μονολιθικά στερεότυπα: η ιδιόμορφη, η ζόρικη και η άβγαλτη), δεν ξέρει πώς να σερβίρει τις ούτως ή άλλως προβλέψιμες ανατροπές του, και που ενίοτε φαίνεται να αγνοεί και βασικούς δομικούς κανόνες (η κλιμάκωση δεν οδηγεί σε μια γενικευμένη κορύφωση αλλά ξεφουσκώνει απότομα).

Η προχειρότητα του συνόλου είναι πρόδηλη σχεδόν παντού. Οι σκηνές δράσης είναι υπερμονταρισμένες, στον βαθμό που κανείς μετά βίας αντιλαμβάνεται τι ακριβώς και πού λαμβάνει χώρα. Μια μελέτη των ταινιών της σειράς «John Wick», η οποία προφανώς και δεν έγινε, θα παρείχε έναν βασικό μπούσουλα το πώς πρέπει να κινηματογραφούνται τέτοιες σεκάνς σήμερα. Η χημεία μεταξύ των τριών ηρωίδων είναι ανύπαρκτη, οι Stewart, Scott και Balinska δίνουν την εντύπωση πως πρόβαραν ξεχωριστά τα όποια χαρακτηριστικά των ρόλων τους με όσο το δυνατόν λιγότερη αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Δεν θα ήταν έκπληξη αν αποκαλυπτόταν πως μια τέτοια διαδικασία τελικά ακολουθήθηκε! Κυρίως, όμως, το φιλμ εκπέμπει από την αρχή μέχρι το τέλος μια αίσθηση δευτεροκλασάτου και ελλιπούς προσπάθειας, μοιάζει αφόρητα διεκπεραιωτικό και φτηνιάρικο σε όλους τους τομείς του, στο σημείο που η όλη θέαση καταλήγει να αποτελεί το αντίθετο της ψυχαγωγίας. Μέχρι και τα γυρίσματα σε διεθνείς τοποθεσίες είναι άχαρα, διεπόμενα από ένα τέτοιο έλλειμμα κοσμοπολιτισμού, που εντέλει οι επί της οθόνης τουριστικοί προορισμοί δεν φαντάζουν ελκυστικοί. Εκνευρίζει και ο ανηλεής βομβαρδισμός ποπ μουσικής, που επιφυλάσσει και δυο remixes που κατακρεουργούν δυο κλασικά ντίσκο κομμάτια (το «Take Your Time (Do It Right)» των S.O.S. Band και το «Bad Girls» της Donna Summer πιο συγκεκριμένα).

Κάπως έτσι χαραμίζονται και συντελεστές που σίγουρα άξιζαν κάτι καλύτερο. Η Kristen Stewart υποτίθεται πως έχει ξεφύγει από τις εποχές του «Λυκόφωτος», έχοντας φτάσει να συνεργαστεί δις μέχρι και με τον Olivier Assayas. Δεν είναι μόνο το ότι επέλεξε να συμμετέχει εδώ, αλλά δεν φέρνει και τίποτα που να υποδηλώνει μια ανάμειξη πέραν του διεκπεραιωτικού. Ο δε Patrick Stewart το τελευταίο χρονικό διάστημα μοιάζει αποφασισμένος να «μαγαρίσει» την αξιοπιστία που συνοδεύει το όνομά του (υπενθυμίζεται εδώ η λίαν πρόσφατη συμμετοχή του στο απερίγραπτο «Emoji: Η Ταινία»).

Πρόκειται για ένα κακό φιλμ, με εξόφθαλμα λάθη, από αυτά όμως που περισσότερο στενοχωρούν για το πόσες «στροφές» παίρνουν λάθος παρά εξοργίζουν. Και το χειρότερο είναι πως απουσιάζει παντελώς έστω και μία ιδέα χαρακτήρα. Είναι ένα απρόσωπο, άχρωμο κι άοσμο φιάσκο, ο ορισμός ενός τυποποιημένου προϊόντος. Όσον αφορά το τάχα φεμινιστικό υπόβαθρο του σεναρίου ελέω κάποιων λεπτομερειών, είναι σαν να ισχυρίζεται κανείς ότι οι «Εκδικητές» αποτελούν την αποθέωση του σοσιαλισμού επειδή απεικονίζουν τη δράση μιας συλλογικότητας. Για όποιον ενδιαφέρεται να δει τέτοια στοιχεία μέσω μιας κινηματογραφικής μυθοπλασίας, καλύτερα να δει ή να ξαναδεί το «Πορτρέτο μιας Γυναίκας που Φλέγεται».

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

21 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.