Ο Μπαστιέν είναι ένα 13χρονο μοναχοπαίδι. Ή σχεδόν μοναχοπαίδι… Τα πολλά διαζύγια και οι νέες σχέσεις των γονιών του έχουν χαρίσει στον Μπαστιέν έξι ετεροθαλή αδέλφια. Αυτό σημαίνει πολλές μαμάδες, πολλοί μπαμπάδες και πολλά υπνοδωμάτια, όπου τα παιδιά μένουν για μερικές μέρες μέχρι να πάνε στο επόμενο σπίτι. Τα παιδιά έχουν δώσει το παρατσούκλι «χελώνες» στους εαυτούς τους, γιατί κουβαλάνε πάντα τα πράγματά τους σε έναν σάκο. Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που ο Μπαστιέν αποφασίζει ότι όλα τα παιδιά θα μείνουν σε ένα σπίτι και οι μεγάλοι θα είναι αυτοί που θα πρέπει να μετακινούνται συνεχώς.

Σκηνοθεσία:

Gabriel Julien-Laferriere

Κύριοι Ρόλοι:

Julie Gayet … Sophie

Thierry Neuvic … Philippe

Julie Depardieu … Agnes

Teilo Azais … Bastien

Lucien Jean-Baptiste … Hugo

Claudia Tagbo … Babette

Philippe Katerine … Claude

Chantal Ladesou … Aurore

Arie Elmaleh … Paul

Caterina Murino … Marie

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Camille Moreau, Olivier Treiner

Παραγωγή: Yves Darondeau, Christophe Lioud, Emmanuel Priou, Jean-Michel Rey

Μουσική: Frederic Fortuny, Da Silva

Φωτογραφία: Cyrill Renaud

Μοντάζ: Thomas Beard

Σκηνικά: Samuel Teisseire

Κοστούμια: Noemie Veissier

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: C’est Quoi Cette Famille?!

Ελληνικός Τίτλος: Οδηγός Οικογενειακής Επιβίωσης

Διεθνής Τίτλος: We Are Family

Άμεσοι Σύνδεσμοι

C’est Quoi Cette Mamie?! (2019)

Παραλειπόμενα

  • Το 2019 ήρθε κι ένα σίκουελ, όπου τα παιδιά πάνε διακοπές.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 28/6/2017

Η οικογένεια του Bastien αποτελείται από έξι αδέρφια από τον τωρινό γάμο της μητέρας του, Sophie, με τον Hugo, κι από τέσσερις προηγούμενες σχέσεις της. Η καθημερινότητα είναι κουραστική για τα παιδιά αυτά καθώς πηγαινοέρχονται από τον ένα γονιό στον άλλο, αλλάζοντας σπίτια σε εβδομαδιαία βάση, μια και οι βιολογικοί γονείς των περισσοτέρων έχουν χωρίσει. Προκειμένου να πείσουν τους μεγάλους έτσι ώστε να προσαρμοστούν αυτοί στις απαιτήσεις των μικρών και όχι το ανάποδο, ο Bastien οργανώνει ένα σχέδιο με σημείο εκκίνησης την απροειδοποίητη διαμονή όλων των παιδιών χωρίς τους γονείς τους σε ένα διαμέρισμα που ανήκει στην οικογένεια του Hugo. Η κίνηση αυτή αναστατώνει την αντίπαλη πλευρά και σημαίνει την αρχή διαπραγματεύσεων κι εξελίξεων μεταξύ των δύο «ομάδων».

Φιλόδοξη αυτή η οικογενειακή κωμωδία, τουλάχιστον στα χαρτιά, καθώς συστήνει πάνω από μια ντουζίνα χαρακτήρες, με το θηλυκό στοιχείο να υπερισχύει ελαφρώς. Κρίμα που αυτή η ποικιλία δεν μεταφράζεται και ως ποικιλομορφία. Τόσο τα τέκνα όσο και οι γονείς προέρχονται από ένα μεσοαστικό περιβάλλον, διαγράφοντας έτσι με μια μονοκοντυλιά τις δυνατότητες που θα είχε το φιλμ να αποτυπώσει τις παραμέτρους μιας τόσο ιδιαίτερα διαμορφωμένης οικογένειας σε χαμηλότερα στρώματα, έστω κι αν υπάρχει και το πολυπολιτισμικό ξεκάρφωμα του αφρικανικής καταγωγής Hugo, της δικής του πρώην γυναίκας και των δύο παιδιών του που δεν μετράει για τον λόγο που μόλις προαναφέρθηκε. Δυστυχώς, όμως, εξαιτίας και της σύντομης διάρκειας που είναι «ταμάμ» για μια ταινία του είδους, κάποιοι από τους χαρακτήρες δεν ξεδιπλώνονται διόλου πέραν από δυο ή τρεις προσχηματικές σκηνές, με αποτέλεσμα να απουσιάζει η γλαφυρή λεπτομέρεια από το ψηφιδωτό του Julien-Laferriere. Πέραν των αναμενόμενων προκάτ συγκρούσεων που πρέπει να υπάρχουν, ειδάλλως δεν προκύπτει δράμα, ο πραγματικός προβληματισμός απουσιάζει, με πιο εξοργιστικό παράδειγμα το πως το θέμα του σχολικού εκβιασμού αποκεφαλίζεται όταν ο τραμπούκος του Bastien ύστερα από μια… μαγική σεναριακή παρέμβαση, γίνεται φίλος του! Αμφίβολης επιτυχίας και η προσπάθεια να περάσει από το σενάριο το μοντέλο αυτής της πολυπληθούς οικογένειας κάτω από την ίδια στέγη ως ριζοσπαστικό, που κάποια στιγμή παραλληλίζεται με κοινόβιο, ενώ δέχεται και την επίκριση κάποιων πιο συντηρητικών γονέων. Προσθέστε στο μείγμα κοντά στις τρεις ρομαντικές υποπλοκές κι έναν, αρχικώς καλοδεχούμενο αλλά αργότερα κουραστικό, φρενήρη ρυθμό που θυμίζει συμπεριφορές που θα είχαν οι ανήλικοι πρωταγωνιστές υπό την επήρεια υπερβολικής δοσολογίας ζάχαρης και σε γενικές γραμμές είναι έτοιμη μια ακόμη τυπική λαϊκή κωμωδία από τις άφθονες που έχουν βρει μαζικά διανομή τα τελευταία χρόνια στις ελληνικές αίθουσες στην αναζήτηση του νέου «Θεέ μου, Τι Σου Κάναμε;» που θα δώσει αναζωογόνηση στα εγχώρια εισιτήρια. Αμφίβολο βέβαια αν τούτο το μάλλον προβληματικό πόνημα θα καταφέρει να κάνει τη διαφορά, όντας βαρυφορτωμένο κλισέ παρά την αρχικά υποσχόμενη, χαριτωμένη κεντρική του ιδέα και πνιγμένο ειδικά στο φινάλε σε ένα σοροπιαστό, χαζοχαρούμενο, με το ζόρι feelgood κλίμα που μπορεί να περνάει εύκολα στους συντελεστές του όχι όμως και στο κοινό.

Δεν είναι το τελικό αποτέλεσμα εντελώς για πέταμα, αστείες στιγμές υπάρχουν, το σύνολο βλέπεται αρκετά ευχάριστα, ο κάθε χαρακτήρας προσθέτει και τη δική του, έστω αχνή, πινελιά στη μεγάλη εικόνα και οι περισσότεροι από τους ενήλικες ηθοποιούς (εύφημος μνεία στην απολαυστική Chantal Ladesou στον ρόλο της γιαγιάς) προσπαθούν να διασώσουν το μέτριο υλικό. Όμως, σίγουρα το κεντρικό εύρημα υπόσχεται κάτι ανώτερο από άλλη μία οικογενειακή κομεντί συνταγής, κι εδώ δεν υπάρχει το απαιτούμενο «χάος» και η «αταξία» που θα απογείωναν την ιστορία, ίσα ίσα όλα οικοδομούνται πολύ προσεκτικά και αυστηρά υπολογισμένα σε μια απολύτως αναμενόμενη κατάληξη που θα βάλει όλα τα πράγματα στη θέση τους, όσα «σκαμπανεβάσματα» κι αν έχουν προηγηθεί. Λίγα θετικά στοιχεία επιπλέουν και τελικώς δεν υπάρχει τίποτα στο «Οδηγός Οικογενειακής Επιβίωσης» που να εγγυάται ότι θα μείνει ανεξίτηλα γραμμένο στη μνήμη αυτού που θα το παρακολουθήσει. Αναλώσιμο και συνηθισμένο.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

10 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.