Καταμεσής του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ρικ Μπλέιν βρίσκεται στην Καζαμπλάνκα και είναι ιδιοκτήτης του πιο δημοφιλούς καφέ της πόλης. Είναι ένας κυνικός και μοναχικός χαρακτήρας, μέχρι που θα ξανασυναντήσει, μέσα από μια σειρά τυχαίων γεγονότων, την Ίλσα, τη γυναίκα που χρόνια πριν τον είχε πληγώσει ανεπανόρθωτα εγκαταλείποντας τον στο Παρίσι. Όμως η Ίλσα τώρα δεν έρχεται μόνη της, αλλά με τον άντρα της, και ακόμα περισσότερο, χρειάζονται τη βοήθεια του καθώς τους αναζητούν οι ναζί.

Σκηνοθεσία:

Michael Curtiz

Κύριοι Ρόλοι:

Humphrey Bogart … Richard ‘Rick’ Blaine

Ingrid Bergman … Ilsa Lund

Paul Henreid … Victor Laszlo

Claude Rains … αστυνόμος Louis Renault

Conrad Veidt … ταγματάρχης Heinrich Strasser

Sydney Greenstreet … Κος Ferrari

Peter Lorre … Κος Ugarte

S.Z. Sakall … Carl

Dooley Wilson … Sam

Madeleine Lebeau … Yvonne

Joy Page … Annina Brandel

John Qualen … Berger

Leonid Kinskey … Sascha

Curt Bois … ο πορτοφολάς

Marcel Dalio … Emil

Dan Seymour … Abdul

Ludwig Stossel … Κος Leuchtag

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Julius J. Epstein, Philip G. Epstein, Howard Koch

Παραγωγή: Hal B. Wallis

Μουσική: Max Steiner

Φωτογραφία: Arthur Edeson

Μοντάζ: Owen Marks

Σκηνικά: Carl Jules Weyl

Κοστούμια: Orry-Kelly

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Casablanca
  • Ελληνικός Τίτλος: Καζαμπλάνκα

Σεναριακή Πηγή

  • Θεατρικό: Everybody Comes to Rick’s των Murray Burnett, Joan Alison.

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και διασκευασμένου σεναρίου. Υποψήφιο για πρώτο αντρικό ρόλο (Humphrey Bogart), δεύτερο αντρικό ρόλο (Claude Rains), μουσική (δράμα ή κωμωδία), φωτογραφία και μοντάζ.

Παραλειπόμενα

  • Η ταινία βασίστηκε στο θεατρικό Everybody Comes to Rick’s, που γράφτηκε μεν το 1940 (πριν οι ΗΠΑ μπουν στον πόλεμο), αλλά η Warner Brothers το αγόρασε -με το ποσό ρεκόρ των 20 χιλιάδων δολαρίων- πριν αυτό βγει στο σανίδι. Η αλήθεια ήταν ότι οι δύο συγγραφείς του έργου δυσκολεύονταν να βρουν χρηματοδότηση για το Μπρόντγουεϊ, και η πρώτη φορά που εμφανίστηκε ως παράσταση ήταν το 1991. Ενδιάμεσα είχε ήδη μεταφερθεί ακόμα δύο φορές, εν είδει τηλεοπτικού σίριαλ, το 1955 και το 1983. Και ήταν η μήνυση που κατέθεσαν οι Murray Burnett και Joan Alison για τη δεύτερη τηλεοπτική μεταφορά, που έκανε τη Warner να αναγκαστεί να τους δώσει άδεια να το βγάλουν και στο θέατρο. Κατά τη δεκαετία του 1970, είχαν ρωτήσει την Ingrid Bergman αν γνώριζε ότι η Καζαμπλάνκα προέρχονταν από θεατρικό, κι εκείνη αποκρίθηκε “δεν νομίζω”…
  • Το σενάριο αρχικά ανατέθηκε στους αδελφούς Julius και Philip G. Epstein, αλλά παρά τις αντιδράσεις του στούντιο, αυτοί το παράτησαν στη μέση, για να εργαστούν στη σειρά ντοκιμαντέρ Γιατί Πολεμάμε του Frank Capra. Μέχρι την επιστροφή τους έναν μήνα αργότερα, η δουλειά συνεχίζονταν από τον Howard Koch. Για τρεις βδομάδες εργάστηκε σε αυτό και ο Casey Robinson, χωρίς όμως να μπει στους τίτλους.
  • Τα γυρίσματα ξεκίνησαν στις 25 Μαΐου του 1942, κι έγιναν εξολοκλήρου στα Warner Bros. Studios, με εξαίρεση μόνο την τελική σκηνή στο αεροδρόμιο, που έγινε στο αεροδρόμιο του Βαν Νις στο Λος Άντζελες.
  • Υποψήφιες για την Ίλσα ήταν οι: Ann Sheridan, Hedy Lamarr, Luise Rainer και Michele Morgan. Η τελική νικήτρια, η Ingrid Bergman, κουβαλούσε τη φήμη από το σουηδικό της ντεμπούτο, το Ιντερμέτζο του 1936, αλλά δεν είχε ακόμα καθιερωθεί στο Χόλιγουντ.
  • Η πρώτη επιλογή για τη σκηνοθεσία ήταν ο William Wyler, αλλά έτυχε να μην ήταν διαθέσιμος.
  • Ως βοηθός σκηνοθεσίας εργάστηκε ο Don Siegel, που μετά από χρόνια άφησε ιστορία με τη σκηνοθετική του παρουσία στον χώρο. Εδώ ήταν μία από τις πρώτες του δουλειές στο σινεμά.
  • Η διαφορά ύψους ανάμεσα σε Bergman και Bogart προκάλεσε έναν πονοκέφαλο στην παραγωγή. Η σουηδή ηθοποιός ήταν 5 πόντους ψηλότερη, με τον Curtiz να λύνει το θέμα βάζοντας τον Bogart στις μεταξύ τους σκηνές είτε να στέκεται πάνω σε τούβλα, είτε να κάθεται πάνω σε μαξιλάρια.
  • Το σενάριο προέβλεπε ακόμα μία σκηνή στο φινάλε, όπου ο Ρικ κι ο Ρενό δραπέτευαν από το Μαρόκο για να πολεμήσουν με τους συμμάχους. Ήταν το αφεντικό του στούντιο, ο David O. Selznick, που αντιλήφθηκε πως αυτή θα χαλούσε την αίσθηση του φινάλε, και δεν τη γύρισαν ποτέ.
  • Έξι από τις ατάκες της ταινίας βρέθηκαν στις 100 σπουδαιότερες όλων των εποχών, στη λίστα του αμερικανικού ινστιτούτου κινηματογράφου το 2005. Πιο ψηλά κατατάχτηκε το “Here’s looking at you, kid” και δεύτερο το “Louis, I think this is the beginning of a beautiful friendship”.  Τρίτο έμελλε να μπει ίσως το πιο διαχρονικό (Play it, Sam. Play ‘As Time Goes By’), μια και η ατάκα έμελλε να μείνει ως “Play it again, Sam” (όπως ο τίτλος ταινίας του 1972 με τον Woody Allen, με άμεση επιρροή από την Καζαμπλάνκα), που όμως δεν ακούγεται ποτέ αυτολεξεί επί του φιλμ.
  • Το φιλμ είχε προγραμματιστεί να βγει στις αρχές του 1943. Προέκυψε όμως η συμμαχική επέμβαση στη Βόρεια Αφρική, και η προσωρινή ανακατάληψη της Καζαμπλάνκας, με την πρεμιέρα να επισπεύδεται για τις 26 Νοεμβρίου του 1942. Η κανονική της διανομή όμως έγινε δύο μήνες μετά, για να συμπέσει με το Συνέδριο της Καζαμπλάνκας (συνάντηση μεταξύ Ρούζβελτ και Τσόρτσιλ). Το υπουργείο πολέμου των ΗΠΑ προτίμησε η ταινία να μην παιχτεί καθόλου στη Βόρεια Αφρική, ώστε να μην προκληθεί η οποιαδήποτε μνησικακία από υποστηρικτές της φιλογερμανικής κυβέρνησης Βισί.
  • Οι αρχικές κριτικές ήταν θετικές, ενώ τα ταμεία έφεραν κέρδη αλλά όχι τόσο υψηλά. Χρειάστηκε να περάσουν 7 δεκαετίες, κατά τις οποίες η φήμη της ταινίας ολοένα και γιγαντώνονταν. Πλέον βρίσκεται στις υψηλότερες θέσεις των λιστών με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Το τραγούδι As Time Goes By του Herman Hupfeld προϋπήρχε από το θεατρικό. Όταν όμως τα γυρίσματα τελείωσαν, ο Max Steiner θέλησε να το αλλάξει με κάποιο δικό του, ξαναγυρίζοντας τη σκηνή. Αυτό όμως πλέον δεν ήταν δυνατόν να συμβεί, μια και η Bergman είχε ήδη κόψει κοντά τα μαλλιά της για τον επόμενο της ρόλο. Έτσι, ο συνθέτης βάσισε όλη του τη δουλειά πάνω σε αυτό και τη Μασσαλιώτισσα (τον εθνικό ύμνο της Γαλλίας). Ακόμη κι αν ο Steiner απεχθάνονταν το άκουσμα του τραγουδιού, παραδέχτηκε αργότερα ότι είχε κάτι που τραβούσε μαζικά την προσοχή.
  • Ο Dooley Wilson (Σαμ) ήταν ντράμερ και όχι πιανίστας. Έτσι, επί της ταινίας ντουμπλάρεται στο πιάνο από τον Jean Plummer, ο οποίος έπαιζε ζωντανά το κομμάτι πίσω από τις κάμερες.
  • Λίγα σάουντρακ διανέμονταν εκείνη την εποχή σε δίσκο, με το συγκεκριμένο να μην αποτελεί εξαίρεση, και χρειάστηκε να έρθει το 1997 για να βγει για πρώτη φορά το σάουντρακ, αλλά πλέον σε CD.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 18/7/2021

Πόσοι αλήθεια σύγχρονοι δημιουργοί μπαίνουν καν στη διαδικασία να κάνουν κάτι τόσο απλό και ταυτόχρονα τόσο θαυμαστό όσο η Καζαμπλάνκα; Για το αριστούργημα του Michael Curtiz δεν χρειάστηκε και τόσους τόνους ιδρώτα για να έρθει αυτό το αποτέλεσμα, απλά κατασκευάστηκε από το υλικό των ονείρων…

Είναι μια πρόκληση η ανάπτυξη αυτού του προσωπικού μου προβληματισμού, αλλά ας επικεντρωθούμε στους λόγους που επιβάλλεται να δεις και να ξαναδείς τη συγκεκριμένη ταινία. Καταρχάς, σημείο «α και ω» η ατμόσφαιρα της. Ο πόλεμος έχει γεννήσει, μεταξύ τόσων αλλόκοτων άλλων, και μια πόλη στην άκρη της Βόρειας Αφρικής, όπου συναντιόνται όλοι οι πολιτισμοί. Ένα πολιτισμικό χωνευτήρι ανθρώπων με κοινό σημείο αναφοράς την απόγνωση τους ή το συμφέρον τους. Κανένας δεν βρίσκεται εδώ επειδή ήταν αληθινή του επιλογή, κανείς δεν ήρθε να θαυμάσει το εξωτικό τοπίο, και κανείς δεν θέλει να παραμείνει παραπάνω από μισό λεπτό.

Σε αυτή την πόλη των αγγέλων και των δαιμόνων, ένας από τους δεύτερους που κάνουν τη διαφορά είναι και ο Ρικ. Ένας χαρακτήρας χτισμένος πάνω σε ήδη καθιερωμένα κινηματογραφικά κλισέ, τα οποία όμως στο συγκεκριμένο περιβάλλον αποκαλύπτουν μια διαφορετική διάσταση. Είναι ένας νουάρ χαρακτήρας, ένας άγγελος που μεταμορφώθηκε σε δαίμονας ώστε να συνυπάρξει ομαλά με τους δαίμονες που γεννήθηκαν μέσα του. Και η γεννήτωρ αυτών επιλέγει το δικό του μπαρ μέσα σε τόσα και τόσα άλλα στον κόσμο…

Η σύγκρουση δεν χρειάζονταν την παρουσία της Ίλσα για να εκκινήσει. Ζούσε ήδη μέσα στο ψυχαγωγικό καταγώγιο του Ρικ, και κυρίως μέσα στην ψυχοσύνθεση του. Το ότι εκείνος κρατάει μια φινέτσα που τον κάνει θαυμαστό στους γύρω του, είναι επειδή η «φάρα» που τον περιτριγυρίζει ζει κάτω από τα ίδια δεδομένα (με αρχή τον τόσο γοητευτικά διεφθαρμένο αστυνόμο Ρενό). Η πλοκή θα παρεισφρήσει γρήγορα όσο πιο πολλούς χαρακτήρες θα μπορούσε να χωρέσει μια χολιγουντιανή ταινία (σαν να είναι όπερα), και ο καθένας τους μας αποκαλύπτει από ένα ακόμα κομμάτι ενός παζλ που δεν θέλεις να το δεις ολοκληρωμένο μπροστά σου.

Η είσοδος της Ίλσα και του Βίκτορ Λάζλο, δύο ανθρώπων αταίριαστων με όσα προαναφέραμε, είναι ο μύκητας που χωρίς να το έχει ως επιλογή, εισβάλει για να πλήξει το καρκίνωμα. Για να δεχτεί όμως αυτό το καρκίνωμα την ελάχιστη ζημιά, η «διάβρωση» προϋποθέτει τη μετάλλαξη του Ρικ σε αυτό που ήταν πριν γίνει ένα με αυτό. Οι σκηνές τριβής του Ρικ με τους δύο αυτούς ανθρώπους είναι που κινούν την ιστορία, αλλά αυτή πρέπει να φτάσει στην έσχατη φάση της για να μάθουμε αν είχε νόημα η όλη αυτή διαδικασία, ή αν το σενάριο έχει επιλέξει να αφήσει το σκοτάδι να πάρει τη νίκη του.

Διάλογοι κοφτοί και κατευθείαν στην ουσία της αφήγησης, ρυθμοί αδιάκοποι και με σκηνές που πάντα προσθέτουν σε ό,τι παρακολουθούμε, χαρακτήρες μακρινοί στις εμπειρίες μας και όμως τόσο κοντινοί στον ίδιο μας τον εαυτό, και μια σκηνοθεσία που υπηρετεί το δέσιμο του κινηματογραφικού υλικού με τη θεατρική καταγωγή του κειμένου, δίχως ποτέ να μυρίζει σανίδι. Προσθέστε σε αυτά την έξυπνη επιλογή ελαχίστων αμερικανών ηθοποιών για χάρη του ρεαλισμού, το ότι αυτή την αμφίρροπη μονομαχία φωτός-σκότους την παρακολούθησαν θεατές καταμεσής του πολέμου, και το ρομαντικό στοιχείο που θα αγγίξει ακόμα κι αυτούς που αδιαφορούν για την εξερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής. Κι όλα αυτά υπό τον ήχο του As Time Goes By και μιας παθιασμένης Μασσαλιώτισσας, αλλά και μερικών από των πλέον αναγνωρίσιμων ατακών του σινεμά, που θα σας κάνουν να τις ψιθυρίζετε κατά την παρακολούθηση.

Δεν είπαμε κάτι για την Μπέργκμαν και τον Μπόγκι; Χρειαζόταν άραγε;..

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

32 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.