Γαλλία, μέσα της δεκαετίας του 1970. Η Βανέσα, μια πρώην χορεύτρια, και ο σύζυγος της, Ρόλαντ, ένας αμερικανός συγγραφέας, ταξιδεύουν στα εξοχικά της χώρας και καταλήγουν σε ένα ήσυχο και γραφικό παραθαλάσσιο θέρετρο. Ο γάμος τους είναι φανερό ότι περνάει κρίση. Αλλά καθώς περνούν οι ημέρες πλάι σε άλλους τουρίστες, όπως οι νεόνυμφοι Λία και Φρανσουά, ή ντόπιους, όπως ο ιδιοκτήτης της καφετέριας, ο Μισέλ, και ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου, ο Πατρίς, τα άλυτα μεταξύ τους προβλήματα μοιάζουν σιγά-σιγά να λειαίνονται.

Σκηνοθεσία:

Angelina Jolie

Κύριοι Ρόλοι:

Brad Pitt … Roland

Angelina Jolie … Vanessa

Melanie Laurent … Lea

Niels Arestrup … Michel

Melvil Poupaud … Francois

Richard Bohringer … Patrice

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Angelina Jolie

Παραγωγή: Angelina Jolie, Brad Pitt

Μουσική: Gabriel Yared

Φωτογραφία: Christian Berger

Μοντάζ: Martin Pensa, Patricia Rommel

Σκηνικά: Jon Hutman

Κοστούμια: Ellen Mirojnick

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: By the Sea

Ελληνικός Τίτλος: Δίπλα στη Θάλασσα

Παραλειπόμενα

  • Πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια (Mr. & Mrs. Smith) που το ζεύγος Angelina Jolie & Brad Pitt εμφανίζονται μαζί σε ταινία. Είναι η πρώτη όμως φορά από τότε που παντρεύτηκαν και μάλιστα στη Γαλλία. Η Jolie, όπου στα κρέντιτ αναγράφεται ως Angelina Jolie Pitt, δήλωσε κάποια στιγμή ότι με αυτό το φιλμ τελείωνε η ερμηνευτική της καριέρα.
  • Η Jolie δήλωσε πως κατά βάθος είναι μια ταινία για τη θλίψη, την οποία κι αντιμετώπιζε η ίδια από το 2007 και τον θάνατο της μητέρα της.
  • Εμπορική αποτυχία, αφού παρότι κόστισε μόλις 10 εκατομμύρια δολάρια, έβγαλε 3,3.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος

Έκδοση Κειμένου: 10/12/2015

Το όνομα «Αντζελίνα Τζολί» εδώ και κάποια χρόνια έχει σε μεγάλο βαθμό αποξενωθεί της κινηματογραφικής του χροιάς, συνδεόμενο περισσότερο με τη φιλανθρωπία και την ευαισθητοποίηση, πάντα με όρους χολιγουντιανούς. Με τον περσινό «Αλύγιστο», η θυγατέρα του Γιον Βόιτ έκανε την ουσιαστική είσοδό της (τα πρώτα της εγχειρήματα ας συγχωρεθούν) στο κλαμπ των σκηνοθετών και μάλιστα με σχετική επιτυχία, καθώς η ταινία ήταν αξιοπρεπής. Ο κινηματογραφικός κόσμος γέμισε ελπίδες και το απόλυτο «κακό κορίτσι που έγινε καλό» έφτιαξε την τέλεια εικόνα για τους Αμερικανούς: αρχικά προκλητική, στη συνέχεια σοβαρή με δυνατές ερμηνείες και έπειτα -το τελευταίο στάδιο της εξέλιξης- σκηνοθέτιδα. Απομένει το τιμητικό Όσκαρ, αλλά είναι ακόμα νέα και όμορφη.

Στο νέο της εγχείρημα, αναλαμβάνει κάθε πιθανό πόστο: παραγωγός, σεναριογράφος, σκηνοθέτης, πρωταγωνίστρια, κάνοντας το εγχείρημα υπόθεση πολύ προσωπική και παίρνοντας στο πλευρό της τον άντρα της. Υποδύονται ένα ζευγάρι μεσήλικων Αμερικανών, το οποίο εκδράμει στη Γαλλία, ελπίζοντας ότι ο μεσογειακός ήλιος θα περισώσει ωσάν θεός τον ναυαγισμένο γάμο τους. Εκείνη επαγγέλλεται δυστυχισμένη και εκείνος αποτυχημένος μέθυσος συγγραφέας. Όπως είναι σαφές από το πρώτο δευτερόλεπτο, τίποτα τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί, ενώ τα πράγματα οξύνονται με την έλευση ενός νεαρού και εξίσου όμορφου ζευγαριού, στερεοτυπικών Γάλλων, που ζουν τον έρωτά τους και σταματούν να κάνουν σεξ μόνο για να πιούν νερό. Η ένταση ξεχειλίζει και η κατάσταση γίνεται ανυπόφορη, τόσο για τους πρωταγωνιστές όσο και για τον θεατή.

Η ταινία διαθέτει αρκετά προβλήματα, τα οποία δημιουργούν ένα συνολικό ανυπέρβλητο κενό: δεν υπάρχει καμία φυσικότητα σε κανένα σημείο του έργου. Χωρίς να περιγράφεται κάτι εξωπραγματικό, όλα είναι τόσο μελοδραματικά από την αρχή ώστε να απουσιάζει οποιαδήποτε κλιμάκωση της έντασης. Η ταινία μοιάζει με μια κλεφτή ματιά σε παράπονα μεγαλοαστών από τη ζωή, παρά με μια ανάλυση της θνητότητας των σχέσεων και της αδυναμίας των ανθρώπων να επικοινωνήσουν όταν οχυρώνονται πίσω από τη βολική μιζέρια. Κάνοντας τον «Δρόμο της Επανάστασης» να μοιάζει με έργο του Τενεσί Ουίλιαμς ως προς το βάθος του περιεχομένου, το έργο της Τζολί φαίνεται σαν να έχει γλιστρήσει από νωρίς στη σαπουνόπερα χωρίς να το αντιληφθεί η σκηνοθέτιδα, η οποία μάλιστα δεν καταφέρνει να αποδώσει ούτε κατά προσέγγιση τον χαρακτήρα της και αντί για μια γυναίκα σε κρίση μέσης ηλικίας ενσαρκώνει ψυχρά μία παθολογικά θλιμμένη σύζυγο που καταντά αντιπαθητική. Καλύτερη δουλειά έχει γίνει από τον Πιτ, ο οποίος παραμένει τουλάχιστον εντός πραγματικότητας, ενώ η Μελανί Λορέν περιφέρει τη σαγήνη της σε έναν ακόμα χαρακτήρα Γαλλίδας που είναι γοητευτική, γλυκιά, λίγο αφελής, με λίγα λόγια όπως είναι κάθε Γαλλίδα σε αμερικανική ταινία.

Ως προς τη σκηνοθεσία, η Τζολί ξεπερνάει τα επιθυμητά επίπεδα σιγουριάς και εκδηλώνει αυταρέσκεια. Τα πλάνα της είναι καλοδουλεμένα, αλλά μοιάζουν σαν να ανήκουν σε άλλη ταινία, αφού από μεριάς περιεχομένου τα κλισέ και το προδιαγεγραμμένο δράμα κυριαρχούν. Η σκηνοθετική αντίληψή της, λοιπόν, είναι μία από τις ξοδεμένες δυνάμεις του έργου, αλλά και η μόνη που αξίζει κάποιας προσοχής, αφού το μόνο που στέκει αξιοπρεπώς από τη συνολική εικόνα είναι ορισμένα κάδρα. Το συνολικό αποτέλεσμα προκαλεί την αίσθηση ότι αν αυτή η ταινία γυριζόταν λίγα χρόνια και έργα μετά, ίσως να είχε γίνει πιο μεστή κι ολοκληρωμένη δουλειά.

Κατά τη διάρκεια αυτής της ταινίας, το μυαλό του θεατή θυμάται αυτόματα την ερώτηση του Μάικ Λι προς την Αντζελίνα Τζολί σχετικά με το αν θεωρεί εαυτήν καλή σκηνοθέτιδα. Δεν θα ήταν έντιμο κι ασφαλές να δοθεί μια αρνητική απάντηση, καθώς όλοι διατηρούν δικαίωμα στο ολίσθημα. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι το εν λόγω έργο είναι ένα ψευδοϋπαρξιακό μελόδραμα που αποπειράται θλιβερά να μπεργκμανίσει και καταλήγει, αντί για «Σκηνές από έναν Γάμο», να μοιάζει με σκηνές από μια μπουρζουαζί μελαγχολία που αποξενώνει τον θεατή και δεν τον κερδίζει σε κανένα σημείο.

Βαθμολογία:


>>>>>>>>> Συνολικές Επισκέψεις: 40 || Επισκέψεις Βδομάδας: 1

Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.