Αρχές δεκαετίας του 1970. Μετά από ένα εργατικό ατύχημα, ο Ζαν επιστρέφει παράλυτος στη μικρή θρησκόληπτη κοινότητα της Σκοτίας όπου ζει. Η γυναίκα του, που προσευχόταν να επιστρέψει ο Ζαν κοντά της, νιώθει ένοχη, και ακόμη περισσότερη όταν αυτός την πιέζει να έχει ερωτικές σχέσεις με άλλους άνδρες. Εκείνη θα υποκύψει, πιστεύοντας ότι οι πράξεις της είναι θέλημα Θεού.

Σκηνοθεσία:

Lars von Trier

Κύριοι Ρόλοι:

Emily Watson … Bess McNeill

Stellan Skarsgard … Jan Nyman

Katrin Cartlidge … Dodo McNeill

Jean-Marc Barr … Terry

Adrian Rawlins … Δρ Richardson

Sandra Voe … Κα McNeill

Mikkel Gaup … Pits

Udo Kier … σαδιστής ναύτης

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Lars von Trier, Peter Asmussen

Παραγωγή: Peter Aalbaek Jensen, Vibeke Windelov

Φωτογραφία: Robby Muller

Μοντάζ: Anders Refn

Σκηνικά: Karl Juliusson

Κοστούμια: Manon Rasmussen

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Breaking the Waves
  • Ελληνικός Τίτλος: Δαμάζοντας τα Κύματα

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Κύριες Διακρίσεις

  • Υποψήφιο για Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου (Emily Watson).
  • Υποψήφιο για Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας (δράμα) και πρώτου γυναικείου ρόλου (Emily Watson) σε δράμα.
  • Υποψήφιο για Bafta πρώτου γυναικείου ρόλου (Emily Watson).
  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Κανών. Μέγα βραβείο επιτροπής.
  • Βραβείο ξένης ταινίας στα Cesar.
  • Καλύτερη ταινία στα Bodil, τα εθνικά βραβεία της Δανίας.
  • Βραβείο καλύτερης ταινίας και γυναικείας ερμηνείας (Emily Watson) στα Ευρωπαϊκά Βραβεία.

Παραλειπόμενα

  • Πρώτο κεφάλαιο της Τριλογίας της Χρυσής Καρδιάς, ενώ ακολουθούν τα Οι Ηλίθιοι (1998) και Χορεύοντας στο Σκοτάδι (2000). Ο τίτλος της τριλογίας βασίστηκε σε ένα παιδικό παραμύθι.
  • Παρότι η ταινία έγινε αμέσως μετά την ίδρυση του Δόγματος ’95, ο von Trier δεν ακολουθεί απόλυτα το μανιφέστο του, χωρίς όμως και να το αγνοεί.
  • Γυρίστηκε εξολοκλήρου με κάμερες Super 35mm.
  • Ο δανός δημιουργός είχε πει ότι χρειάστηκε να παλέψει επί 5 χρόνια για να βρει χρηματοδότηση, αλλά κι ότι είχε χάσει τον αρχικό του ενθουσιασμό όταν ξεκίνησαν τα γυρίσματα.
  • Η Helena Bonham Carter ήταν η πρώτη επιλογή για την Μπες, αλλά αποχώρησε λίγο πριν ξεκινήσει η παραγωγή, αρνούμενη να συμμετάσχει στις “ακατάλληλες” σκηνές που απαιτούσε ο ρόλος. Οι φήμες θέλουν τον ίδιο ενδοιασμό να μοιράστηκαν κι άλλες γνωστές ερμηνεύτριες, με την Emily Watson να κάνει εντέλει -εντυπωσιακό- ντεμπούτο, κερδίζοντας τον ρόλο μετά από οντισιόν.
  • Πριν καταλήξει στη Σκωτία, ο von Trier ήθελε αρχικά το φιλμ να γυριστεί στη Γιουτλάνδη (Δανία), έπειτα στη Νορβηγία, αργότερα στη βελγική Οστάνδη, αλλά τέλος και στην Ιρλανδία.
  • Η ταινία χωρίζεται σε 7 κεφάλαια, όπου το καθένα ανοίγει με ένα ξεχωριστό τραγούδι από τη δεκαετία του 1970.
  • Το 2016, ο συνθέτης Missy Mazzoli μετέτρεψε το σενάριο σε όπερα. Η όπερα αυτή βασίστηκε σε λιμπρέτο του Royce Vavrek, και θεωρείται από τις σημαντικότερες για το είδος της σύγχρονης αμερικανικής τέχνης.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Σοφία Γουργουλιάνη

Έκδοση Κειμένου: 9/3/2010

Ο Trier έχει μία μοναδική ικανότητα: καταφέρνει μέσα από την προσωπική του ζωή και τις κατά καιρούς προκλητικές δηλώσεις του να γίνει απίστευτα αντιπαθής, ταυτόχρονα όμως με κάθε του δημιουργία καταφέρνει όχι απλά να βουλώνει κάθε στόμα, αλλά να φαίνεται ανθρωπιστής και φιλάνθρωπος. Πώς γίνεται αυτό; Ε, είναι ένας γνήσιος καλλιτέχνης που ξέρει να προκαλεί και να διχάζει, αλλά πάνω απ’ όλα να προβληματίζει το κοινό του και να μην αφήνει κανένα κατεστημένο όρθιο.

Εδώ, ξεκινώντας από τον γάμο μιας ανισόρροπης μεν ηθικής δε γυναίκας με έναν εργάτη, μας δίνει την απόλυτη παραβολή πάνω στον έρωτα και τη θυσία στον βωμό αυτού. Μας δίνει μια ταινία σίγουρα δύσκολη και δυσνόητη. Πέρα όμως απ’ αυτά, είναι ένα έργο τέχνης που πρέπει να απολαύσετε δίχως παρωπίδες και προκαταλήψεις. Αντιλήψεις του τύπου «ο Trier είναι μισογύνης, μισάνθρωπος, άθεος και αντικοινωνικός» μονάχα σε λάθος συμπεράσματα μπορούν να σας οδηγήσουν. Ο σκηνοθέτης εδώ μας καλεί να παρακολουθήσουμε ένα παραμύθι για ενήλικες, και όπως σε κάθε παραμύθι, κρύβει συμβολισμούς σε κάθε του βήμα και καταλήγει με ένα happy end-κάθαρση. Ο Trier δεν προσπαθεί να μας πείσει για τίποτα ούτε να μας επιβάλει κάποια αντίληψη, δεν τον ενδιαφέρει το τι και πόσα θα καταλάβουμε, τον ενδιαφέρει να δούμε την ταινία με τα δικά μας μάτια και να την εκτιμήσουμε ακριβώς γι’ αυτό που είναι: ένα πραγματικό έργο τέχνης.

Για άλλη μια φορά πειραματίζεται με την κάμερα και ίσως κάποιους κουράσει με την ιδιόμορφη κινηματογράφηση. Δεν κουράζει όμως μονάχα με τη σκηνοθετική του ματιά, αλλά και με τη διάρκεια της ταινίας. Όταν όμως πίσω από κάθε πλάνο κρύβονται συμβολισμοί και το παραμικρό πλάνο οδηγεί λιθαράκι-λιθαράκι στο μεγαλειώδες φινάλε, νομίζω πως μπορούμε με αρκετή ευκολία να του συγχωρήσουμε τα 159 λεπτά και να τα απολαύσουμε μέχρι τέλους…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

18 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.