Οι Queen ακολουθούν ραγδαία άνοδο μέσα από τα εμβληματικά τραγούδια και τον επαναστατικό τους ήχο. Γνωρίζουν απαράμιλλη επιτυχία, αλλά σε μια απροσδόκητη τροπή, ο Φρέντι Μέρκιουρι, τραγουδιστής και frontman της μπάντας, περιτριγυρισμένος από κακές επιρροές, παρατάει τους Queen για να κάνει σόλο καριέρα. Έχοντας υποφέρει πολύ χωρίς τους Queen, καταφέρνει να επανενωθεί μαζί τους λίγο πριν τη συναυλία «Live Aid». Ενώ έχει μόλις διαγνωσθεί ως φορέας του AIDS, ο Φρέντι οδηγεί με γενναιότητα την μπάντα σε μία από τις σημαντικότερες συναυλίες στην ιστορία της ροκ μουσικής.

Σκηνοθεσία:

Bryan Singer

Dexter Fletcher

Κύριοι Ρόλοι:

Rami Malek … Freddie Mercury/Farrokh Bulsara

Lucy Boynton … Mary Austin

Gwilym Lee … Brian May

Ben Hardy … Roger Taylor

Joseph Mazzello … John Deacon

Aidan Gillen … John Reid

Allen Leech … Paul Prenter

Tom Hollander … Jim Beach

Mike Myers … Ray Foster

Aaron McCusker … Jim Hutton

Michelle Duncan … Shelley Stern

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Anthony McCarten

Στόρι: Anthony McCarten, Peter Morgan

Παραγωγή: Jim Beach, Robert De Niro, Graham King

Μουσική: John Ottman

Φωτογραφία: Newton Thomas Sigel

Μοντάζ: John Ottman

Σκηνικά: Aaron Haye

Κοστούμια: Julian Day

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Bohemian Rhapsody

Ελληνικός Τίτλος: Bohemian Rhapsody

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ πρώτου αντρικού ρόλου (Rami Malek), μοντάζ, ήχου και ηχητικών εφέ. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία.
  • Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας (δράμα) και πρώτου αντρικού ρόλου (Rami Malek) στην ίδια κατηγορία.
  • Βραβείο Bafta πρώτου αντρικού ρόλου (Rami Malek) και ήχου. Υποψήφιο για καλύτερη βρετανική ταινία, φωτογραφία, μοντάζ, κοστούμια και μακιγιάζ/κομμώσεις.

Παραλειπόμενα

  • Ήταν το 2010 όταν ανακοινώθηκε επίσημα ο σχεδιασμός της ταινίας, κι ενώ είχαν προηγηθεί φήμες επί καιρό. Ο κιθαρίστας του γκρουπ Brian May ανάλαβε τη συνέντευξη τύπου, και είχε πει ότι τον ρόλο του Μέρκιουρι θα τον έχει ο Sacha Baron Cohen. Το 2013, ο δημοφιλής κωμικός αποχώρησε λόγω δημιουργικών διαφορών. Επιθυμούσε να γίνει μια πιο ενήλικη βιογραφία, ενώ οι Queen επέμεναν σε κάτι το πιο συμβατικό. Τότε εμφανίστηκε το όνομα του Ben Whishaw, αλλά κι αυτός αποχώρησε επειδή όπως είπε δεν προχωρούσε σωστά η παραγωγή.
  • Η πρώτη που ακούστηκε για τον ρόλο της Μαίρη Όστιν, ήταν η Gemma Arterton, ενώ αργότερα εμφανίστηκαν και τα ονόματα των: Lindsey Stirling, Bryce Dallas Howard, Maria Bello και Ashley Johnson.
  • Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο του 2017 στο Λονδίνο. Τον Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου, ο Bryan Singer απολύθηκε λόγω απουσιών και διαμαχών με το υπόλοιπο επιτελείο, με τον Dexter Fletcher να αναλαμβάνει να αποτελειώσει την ταινία τον επόμενο μήνα. Λόγω όμως των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων στο καταστατικό της Ένωσης Σκηνοθετών Αμερικής (αναγκαστικά έπρεπε να αναφερθεί μονάχα ένα όνομα σκηνοθέτη), το όνομα του Singer είναι το μόνο που αναγράφεται στους τίτλους.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Το σάουντρακ είναι γεμάτο από επιτυχίες των Queen και 11 ηχογραφήσεις που είδαν πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας. Μέσα σε αυτές, υπάρχουν 5 κομμάτια από την εμβληματική εμφάνιση στο Live Aid, που δεν είχαν εκδοθεί πριν σε βινύλιο.
  • Το σάουντρακ, που βγήκε και υπό μορφή βινυλίου, έφτασε στο νούμερο 2 του αμερικανικού Billboard, και στο 3 του βρετανικού. Στη χώρα μας έπιασε την κορυφή.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 3/11/2018

Μπορεί κανείς να πει πολλά για τις εμφανείς αδυναμίες που υπάρχουν εδώ, αλλά ομολογουμένως το εγχείρημα -το οποίο πέρασε και από σαράντα κύματα μέχρι να υλοποιηθεί- από την αρχή δεν ήταν καθόλου εύκολο. Πρώτο και σημαντικότερο πρόβλημα: πώς θα μπορούσε να βρεθεί ο οποιοσδήποτε που θα ήταν δυνατό να λειτουργήσει ως αντικαταστάτης του Freddie Mercury; Δεν πρόκειται απλά για έναν καλό frontman, αλλά για έναν από τους μεγαλύτερους περφόρμερ του εικοστού αιώνα, με μια παρουσία τόσο χαρισματική και μοναδική που δεν μπόρεσε να έχει εφάμιλλό της μετά τον θάνατό του όχι μόνο στη ροκ, αλλά και στο ευρύτερο φάσμα της ποπ μουσικής γενικότερα. Από αυτή την άποψη, θα ήταν άδικο να επικριθεί με αυστηρότητα ο Rami Malek, που είναι φανερό πως το προσπαθεί. Όταν ερμηνεύει στη σκηνή, πράγματι εκπέμπει μια ζωτικότητα που θυμίζει κάτι από τον θρυλικό τραγουδιστή των Queen, όταν όμως η μουσική μπαίνει στην άκρη κι αναλαμβάνει σειρά το δράμα και η ανάπτυξη του χαρακτήρα, τότε γίνεται φανερή η αμηχανία του και η λογική της προσέγγισής του, που θυμίζει περισσότερο έναν πολύ καλό μίμο παρά έναν ηθοποιό. Το πρόβλημα δεν έγκειται μονάχα στον πρωταγωνιστή, αλλά και σε άλλα στοιχεία: υπάρχουν μεταξύ άλλων κάποιες χονδροειδείς χρονολογικές ανακρίβειες, ένα πραγματικά αχρείαστο κι αταίριαστο κάμεο από τον Mike Myers που προστίθεται μονάχα για να γίνει μια χαριτωμένη μεν άκαιρη δε αναφορά στον “Απίθανο Κόσμο του Γουέιν”, απουσία συγκεκριμένης σκηνοθετικής ταυτότητας ελέω και όσων συνέβησαν στην παραγωγή με τον Bryan Singer, καθώς κι ελλιπείς δευτερεύοντες χαρακτήρες. Επί του τελευταίου, ειδικά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο χαρακτήρας της Mary είναι ιδιαίτερα περίεργος, από τη μία θεωρητικά στον πυρήνα της δραματουργίας, από την άλλη έχοντας ουσιαστικά διακοσμητική υπόσταση.

Αυτό δεν σημαίνει πως το σύνολο δεν λειτουργεί κάποιες φορές, κυρίως σε ψυχαγωγικό επίπεδο. Ειδικά όταν η μουσική έρχεται στο επίκεντρο, η ενέργεια ξεχειλίζει και η απόλαυση των κλασικών κι αγαπημένων ήχων της κολοσσιαίας βρετανικής μπάντας συνοδεύεται από μια ανάλογη αγάπη και στοργικό ενδιαφέρον από πλευράς των βασικών συντελεστών, του καθενός με τον δικό του τρόπο: οι ηθοποιοί με προεξέχοντα τον Malek δίνονται στον ρυθμό και τη δύναμη των ακουσμάτων, ενώ ειδικά στην τελική σκηνή του Live Aid το νευρώδες μοντάζ συγχρονίζεται πλήρως με τη μουσική λειτουργώντας συμπληρωματικά, και το σενάριο αφήνει επαρκή χώρο τόσο στις μελωδίες όσο και στη δημιουργική διαδικασία από την οποία προέρχονται. Όπως όμως συμβαίνει και με τον πρωταγωνιστή, όταν τα όργανα και οι φωνές σωπαίνουν και τη σκυτάλη παίρνει η προσωπική ιστορία του Mercury, το αποτέλεσμα είναι σαφέστατα λιγότερο ενδιαφέρον, δίνοντας μια εντύπωση πως φοβάται να σκαλίσει πέρα από την επιφάνεια μην τυχόν και ακούσια γειωθεί ο μύθος της συγκεκριμένης προσωπικότητας αν υπάρξει υπερβολική ενασχόληση με τη “θνητή” πλευρά της.

Η γεύση που δυστυχώς, για το αντικείμενο που καλύπτει, μένει στο τέλος είναι αυτή μιας καλής, άρτιας κατασκευής, δίχως όμως την ψυχή που θα απαιτούσε ένα τέτοιο εγχείρημα για να απογειωθεί και πραγματικά να πάρει λίγη από τη λάμψη της ακτινοβολίας μίας εκ των σημαντικότερων φιγούρων της μεταπολεμικής ποπ κουλτούρας. Τα 134 λεπτά κυλούν σίγουρα ευχάριστα, το σενάριο στέκεται όχι μόνο με σεβασμό αλλά και με έναν αυθεντικό σεβασμό γύρω από το πρόσωπο που σκιαγραφεί, αλλά αυτά δεν αρκούν για κάτι δυνατό κι αξέχαστο στον ίδιο βαθμό που υπήρξαν τόσο οι συνθέσεις της θρυλικής τετράδας των Mercury, May, Deacon και Taylor, όσο και η τρικυμιώδης ζωή του πρώτου. Έστω όμως και με τα θέματα που το ταλανίζουν, το “Bohemian Rhapsody” σίγουρα μπορεί να αποτελέσει μια καλή αφορμή για να συστήσει σε μια νέα γενιά, που σπανίως θα ασχοληθεί με κάτι που συνέβη πριν το 2000, το έργο ενός εκ των σημαντικότερων μουσικών σχημάτων που υπήρξαν ποτέ, και τουλάχιστον αυτή η τρόπον τινά εκπαιδευτική του αξία δείχνει ότι η όλη προσπάθεια δεν έγινε εν κενώ.

Βαθμολογία:


>>>>>>>>> Συνολικές Επισκέψεις: 171 || Επισκέψεις Βδομάδας: 1

Γκαλερι φωτογραφιων

26 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.