Ο Τζέιβντ, ένας βρετανός εφήβος πακιστανικής καταγωγής, μεγάλωσε στην πόλη του Λούτον στην Αγγλία, το 1987. Εν μέσω φυλετικών και οικονομικών αναταραχών, γράφει ποίηση προκειμένου να ξεφύγει από τη μισαλλοδοξία που μαστίζει την πόλη του, και την αυστηρότητα του συντηρητικού πατέρα του. Αλλά όταν ένας συμμαθητής του τον μυεί στη μουσική του Μπρους Σπρίνγκστιν, ο Τζέιβντ αισθάνεται ότι η εργατική τάξη, στην οποία ανήκει εκείνος και η οικογένειά του, ταυτίζεται και αντικατοπτρίζεται στους δυνατούς στίχους του Μπρους. Καθώς ο Τζέιβτν ανακαλύπτει μια καθαρτική διέξοδο για ν’ ακολουθήσει τα όνειρά του, ταυτόχρονα βρίσκει το θάρρος να εκφραστεί με τη δική του, μοναδική φωνή.

Σκηνοθεσία:

Gurinder Chadha

Κύριοι Ρόλοι:

Viveik Kalra … Javed

Kulvinder Ghir … Malik

Nell Williams … Eliza

Dean-Charles Chapman … Matt

Hayley Atwell … Κα Clay

Rob Brydon … ο πατέρας του Matt

Aaron Phagura … Roops

Meera Ganatra … Noor

Sally Phillips … Κα Anderson

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Paul Mayeda Berges, Gurinder Chadha, Sarfraz Manzoor

Παραγωγή: Jane Barclay, Gurinder Chadha, Jamal Daniel

Μουσική: A.R. Rahman

Φωτογραφία: Ben Smithard

Μοντάζ: Justin Krish

Σκηνικά: Nick Ellis

Κοστούμια: Annie Hardinge

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Blinded by the Light

Ελληνικός Τίτλος: Blinded by the Light

Σεναριακή Πηγή

  • Απομνημονεύματα: Greetings from Bury Park: Race, Religion and Rock N’ Roll του Sarfraz Manzoor.

Παραλειπόμενα

  • Όλα είναι αληθινά, αλλά η πραγματική ιστορία του δημοσιογράφου Sarfraz Manzoor προτιμάει να μην είναι βιογραφική, αλλάζοντας τα ονόματα.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Η ταινία είναι πλημμυρισμένη από τη μουσική και τους στοίχους του Bruce Springsteen.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 24/9/2019

Είναι κρίμα που ένα φιλμ το οποίο μιλάει για το τόσο όμορφο θέμα της καθαρτικής δύναμης της μουσικής εν γένει, αποτίοντας παράλληλα φόρο τιμής στο ξεσηκωτικό και ταυτόχρονα μελαγχολικό heartland rock του Bruce Springsteen, τη δύναμη που έχει ένας ήχος να ενθουσιάσει κι ένας στίχος να συγκινήσει, αυτοπαγιδεύεται τόσο πολύ στη συνταγή του feel-good ώστε καταλήγει να αποδυναμώνει την ουσία της. Εν ολίγοις, θεμιτό το ότι μια ταινία που περιστρέφεται γύρω από τις πιο γνωστές στιγμές στη δισκογραφία ενός μουσικού του οποίου τα περισσότερα τραγούδια περιστρέφονται γύρω από φιγούρες της εργατικής τάξης στην Αμερική που επιθυμούν να αποδράσουν από τη μίζερη καθημερινότητά τους επιλέγει ένα ύφος που θυμίζει παραμύθι, έστω προσγειωμένο, όμως έπρεπε να βρεθεί και μια ισορροπία με το δραματικό κομμάτι της ιστορίας έτσι ώστε να μην κατέληγε τόσο ντισνεϊκά ανώδυνο όπως τελικά συμβαίνει. Βέβαια η αλήθεια είναι πως δεν πρόκειται για την πρώτη περίπτωση στην οποία η Gurinder Chadha έχει υποπέσει σε αυτό το ολίσθημα (βλέπε «Καν’ το Όπως ο Μπέκαμ»). Παρόλα αυτά, το τελικό αποτέλεσμα βλέπεται τρομερά ευχάριστα, ρέοντας με μια εκπληκτική αίσθηση ρυθμού και κατορθώνοντας να αποσπάσει το χαμόγελο του θεατή ουκ ολίγες φορές. Αν μπαίνει κάποιος στην αίθουσα έχοντας ξεκάθαρα ψυχαγωγικές προσδοκίες, το «Blinded by the Light» δεν θα τον απογοητεύσει.

Μέσα σε όλη αυτή τη χαρούμενη ατμόσφαιρα χάνεται σε ένα βαθμό και η δύναμη του αντιρατσιστικού μηνύματος που επιθυμεί να περάσει το σενάριο, ακριβώς γιατί στον βωμό του ανάλαφρου η δραματουργία στρογγυλοποιείται, όχι εντελώς μεν αλλά αρκετά για να αποδυναμωθούν οι άφθονες πολιτικές προεκτάσεις της ιστορίας, με τις οποίες ένας Ken Loach θα έκανε περίπατο. Η αφέλεια δεν είναι απαραίτητα ελάττωμα, το αντίθετο μάλιστα, αν ληφθεί ως συνειδητοποιημένη δημιουργική απόφαση μπορεί να παράξει μέχρι και αριστουργήματα. Εδώ όμως το συστατικό αυτό δεν αναμειγνύεται με τον ιδανικό τρόπο με μια αποτύπωση που κατά τα άλλα αποτελεί καθαρός κοινωνικός ρεαλισμός. Κάπως αμήχανες είναι οι σκηνές που καταλήγουν να αναπτυχθούν σε μουσικά νούμερα, αφενός γιατί το φιλμ δεν είναι αμιγώς μιούζικαλ, επομένως φαντάζουν κάπως αταίριαστες στο σύνολο, αφετέρου επειδή είναι υπερβολικά συγκρατημένες σαν σύλληψη κι εκτέλεση προκειμένου να μη λαβωθεί ο προαναφερθείς ρεαλισμός. Ως προς την κατηγοριοποίηση στο είδος της δραμεντί, τα πράγματα είναι εξαιρετικά ισορροπημένα. Χιούμορ και σοβαρότητα συνυπάρχουν χωρίς το ένα να βλάπτει το άλλο, έστω κι αν το δεύτερο στοιχείο έχει κάποια προβλήματα στο πώς μεταχειρίζεται για λόγους που μνημονεύθηκαν πριν, όχι ελέω ανάμειξης του δράματος με αστείες στιγμές (άλλο η γενική ελαφρότητα που επικρατεί).

Ο πρωτοεμφανιζόμενος στο σινεμά Viveik Balra ταιριάζει γάντι στον κεντρικό ρόλο, πότε γεμάτος ενέργεια, πότε πιο ευάλωτος, πάντοτε όμως «κολλώντας» σχεδόν ιδανικά στον τόνο του φιλμ. Αν ξεχωρίζουν κάποιοι δεύτεροι ρόλοι, είναι αυτοί του απολαυστικού Rob Brydon, για τον οποίο κανείς θα ευχόταν να είχε μεγαλύτερο και πιο ουσιαστικό χρόνο συμμετοχής, καθώς και ο εξαιρετικά σημαντικός για τον πυρήνα της ιστορίας που κατέχει ο Kulvinder Ghir, που ανά φάσεις αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα εντός της πλοκής ακόμη κι από τον πρωταγωνιστή και κινηματογραφικό του γιο.

Ενώ υπάρχουν αρκετές κι εμφανείς αδυναμίες εδώ, θα ήταν άδικο να μην αναγνωριστεί πως πρόκειται για μια δημιουργία που και μεγάλη καρδιά έχει και βρίσκεται στη σωστή θέση. Υπό αυτό το πρίσμα, ίσως κάποιος να της αναγνωρίσει βάσιμα κάποια ελαφρυντικά. Ειδικά οι φαν του αποκαλούμενου ως The Boss δύσκολα θα αντισταθούν στις ευκαιρίες που τους προσφέρει το φιλμ να σιγοτραγουδήσουν κατά τη θέαση τα «Born to Run», «Thunder Road», «Badlands» και «Dancing in the Dark» μεταξύ άλλων. Αν κανείς δει τα δεδομένα πιο ψύχραιμα, θα διαπιστώσει πως η βάση των βιωμάτων στα οποία βασίζεται η ταινία προσφέρονταν για κάτι ακόμη πιο ενθουσιώδες, τρυφερό και όμορφο από αυτό που τελικά προκύπτει. Έστω κι έτσι, όμως, τουλάχιστον πρόκειται για δυο ευχάριστες ώρες.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

13 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.