Η ιστορία δύο αδελφών, που ακόμα κι αν δεν μοιράζονται τίποτα το κοινό, ανοίγουν μαζί ένα μπαρ που γίνεται γρήγορα το στέκι των νυχτόβιων. Παρά την επιτυχία, τα δύο αδέλφια πρέπει να έρθουν αντιμέτωπα με τις δυσκολίες του να μοιράζεσαι μια οικογενειακή επιχείρηση. Η συγγένεια τους μετατρέπεται σε ανταγωνισμό, παρότι κανείς από τους δυο τους δεν φταίει.

Σκηνοθεσία:

Felix van Groeningen

Κύριοι Ρόλοι:

Stef Aerts … Jo

Tom Vermeir … Frank

Helene De Vos … Marieke

Charlotte Vandermeersch … Isabelle

Boris Van Severen … Tim Coppens

Sara De Bosschere … Nikki

Johan Heldenbergh … Bruno Schollaert

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Arne Sierens, Felix van Groeningen

Παραγωγή: Dirk Impens

Μουσική: Soulwax

Φωτογραφία: Ruben Impens

Μοντάζ: Nico Leunen

Σκηνικά: Kurt Rigolle

Κοστούμια: Ann Lauwerys

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Belgica
  • Ελληνικός Τίτλος: Belgica

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο σκηνοθεσίας στο παγκόσμιο τμήμα του φεστιβάλ του Sundance.
  • Βραβείο καλύτερης φλαμανδικής ταινίας στα Magritte, τα εθνικά βραβεία του Βελγίου.

Παραλειπόμενα

  • Η ταινία βασίζεται σε πραγματική ιστορία: το Belgica είναι μυθοπλαστική εκδοχή του Charlatan, του μπαρ που άνοιξε στη Γάνδη το 1988 ο πατέρας του Felix Van Groeningen, Jo Van Groeningen. Πολλά περιστατικά της ταινίας συνέβησαν πράγματι στο μαγαζί, ενώ το πραγματικό Charlatan εξακολουθούσε να λειτουργεί ενόσω γυρίστηκε το φιλμ.
  • Η παραγωγή δεν επέτρεψε να δοθεί πραγματικό αλκοόλ στους κομπάρσους, παρά την επιθυμία του Van Groeningen να δημιουργήσει αυθεντική ατμόσφαιρα. Ο σκηνοθέτης αντιμετώπισε το πρόβλημα ανεβάζοντας τη μουσική όσο περισσότερο γινόταν και αφήνοντας τους ανθρώπους να μπουν φυσικά στον ρυθμό.
  • Η ταινία γυρίστηκε με μικρές, εύκολα μετακινούμενες κάμερες, ώστε η κινηματογράφηση μέσα στο πλήθος να παραμένει ευέλικτη. Στις περισσότερες σκηνές χρησιμοποιούνταν ταυτόχρονα μία κάμερα χειρός στον ώμο και μία Steadicam.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Το βελγικό γκρουπ των Soulwax (το οποίο συνθέτουν τα αδέλφια Stephen και David Dewaele) συνέθεσαν διαφορετικού ύφους κομμάτια, μια κι έπρεπε να “δανείσουν” τις συνθέσεις τους στις 16 διαφορετικές μπάντες που ερμηνεύουν επί της ταινίας. Αρχικά ο σκηνοθέτης σκόπευε να χρησιμοποιήσει υπάρχοντα τραγούδια. Οι Soulwax όμως πρότειναν να δημιουργήσουν όλη τη μουσική από το μηδέν, ώστε να μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα από εποχή σε εποχή χωρίς ένα αναγνωρίσιμο τραγούδι να «κλειδώνει» χρονικά τη δράση.
  • Για κάθε φανταστικό συγκρότημα οι Soulwax προσπάθησαν να δημιουργήσουν διαφορετική μουσική ταυτότητα, καλύπτοντας από grunge και punk μέχρι dance, psychobilly και τουρκική acid-house. Η πολυσυλλεκτικότητα αντανακλά την εξέλιξη της μουσικής σκηνής του πραγματικού Charlatan.
  • Οι συναυλίες της ταινίας δεν είναι playback: οι μπάντες έπαιζαν πραγματικά ζωντανά στο γύρισμα. Για την ηχογράφηση χρησιμοποιήθηκαν περίπου 20 μικρόφωνα, ώστε ο ήχος να έχει την αίσθηση πραγματικής συναυλίας και όχι μεταγενέστερου overdub.

Κριτικός: Βασίλης Καγιογλίδης

Έκδοση Κειμένου: 10/10/2016

Στο επιτυχημένο πολυδιάστατο κοινωνικό δράμα Ραγισμένα Όνειρα του Βέλγου σκηνοθέτη Felix Van Groeningen πήραμε μια πρώτη γεύση της λατρείας που τρέφει ο δημιουργός για τον ήχο, την εναλλακτική μουσική και τα είδη της. Κι ενώ στην προηγούμενη ταινία του τα μουσικά κομμάτια αποτελούσαν αισθαντικές και θεματικά κατευθυνόμενες παρενθέσεις, εδώ απαρτίζουν τον πυρήνα της. Η ιστορία ακολουθεί δύο εκ διαμέτρου αντίθετα αδέρφια που αποφασίζουν να συνεταιρισθούν για την δημιουργία ενός μουσικού χώρου, ανοιχτού στις τάξεις και τα μουσικά είδη, με απώτερο στόχο μόνο τη διασκέδαση. Όμως σταδιακά παρεκκλίνουν από αυτή τους τη στόχευση, με τις διαφορές στο χαρακτήρα τους να αποτελούν το βασικό λόγο μίας παρατεταμένης σύγκρουσης τόσο σε προσωπικό όσο και επαγγελματικό επίπεδο.

Βασισμένο στα ίδια πετυχημένα σκηνοθετικά πρότυπα, αλλά χωρίς τις χρονικές αναδρομές στις οποίες βασίστηκε το Ραγισμένα Όνειρα, το Belgica δεν αποτελεί ξεκάθαρο δράμα χαρακτήρων. Με απόν το ιδιαίτερο απαιτούμενο θεματικό βάρος, ο Van Groeningen επιχειρεί να συλλάβει το μέγεθος της δύναμης των αδερφικών σχέσεων, μακριά από αλληγορίες τύπου Κάιν και Άβελ ή υπερβάλλουσες σεναριακές ανατροπές. Αυτό ως ένα σημείο το πετυχαίνει, γιατί κλείνει εύστοχα το θεματικό του κύκλο επάνω στη μυθοπλαστική απόδοση των δεσμών αίματος δίνοντας το σωστό ηθικό βάρος στα γεγονότα, με μία αρμονία εικόνας και ήχου, πρόσκαιρο κινηματογραφικό όπιο για τον άμαθο σε μουσικά μονοπάτια θεατή. Παρασύρεται ωστόσο από το θαυμασμό του για την τέχνη της μουσικής και χάνει κάπου στα μισά το αφηγηματικό του τέμπο. Το εμφανές πρόβλημα στην αφήγηση που αντιμετώπιζε στο Ραγισμένα Όνειρα είναι παρόν και εδώ. Τα σεναριακά σκαμπανεβάσματα που παρουσιάζει η ταινία καθώς και η αδικαιολόγητα μεγάλη – για τη θεματική – διάρκειά της, τη μετατρέπουν σε ένα απόλυτο σκηνοθετικά νατουραλιστικό φιλμ, που παρεκκλίνει της αληθινής του έννοιας, και μετατρέπεται από οικογενειακό δράμα σε ένα χαμηλών τόνων και μεγάλων προσδοκιών μουσικό αφιέρωμα. Ένα φιλμ βάλσαμο στα αυτιά, που χρησιμοποιεί ως πρόσχημα τους ήρωες και τα προβλήματά τους και μοιάζει βγαλμένο από μία έντονη, ασυγκράτητη εσωτερική παρόρμηση αλλά και μία μεγάλη αγάπη για τα δύο επικαλούμενα αλληλένδετα είδη τέχνης.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *