
Λος Άντζελες, δεκαετία του 1920 Αυτό είναι το ντεκόρ για μια ιστορία υπέρμετρης φιλοδοξίας και εξωφρενικής υπερβολής, ακολουθώντας την άνοδο και την πτώση πολλαπλών χαρακτήρων στη διάρκεια μιας περιόδου αχαλίνωτης παρακμής και ακολασίας στις απαρχές του Χόλιγουντ.
Σκηνοθεσία:
Κύριοι Ρόλοι:
Margot Robbie … Nellie LaRoy
Diego Calva … Manuel ‘Manny’ Torres
Brad Pitt … Jack Conrad
Jovan Adepo … Sidney Palmer
Li Jun Li … λαίδη Fay Zhu
Jean Smart … Elinor St. John
Tobey Maguire … James McKay
Lukas Haas … George Munn
Max Minghella … Irving Thalberg
Samara Weaving … Constance Moore
Olivia Wilde … Ina Conrad
Spike Jonze … Otto von Strassberger
Katherine Waterston … Estelle
Flea … Bob Levine
Jeff Garlin … Don Wallach
P.J. Byrne … Max
Rory Scovel … ο κόμης
Eric Roberts … Robert Roy
Ethan Suplee … Wilson
Phoebe Tonkin … Jane Thornton
Chloe Fineman … Marion Davies
Olivia Hamilton … Ruth Adler
Patrick Fugit … αστυνομικός Elwood
Jennifer Grant … Mildred Yates
Sarah Ramos … Harriet Rothschild
Sean O’Bryan … Billy
Cici Lau … Gho Zhu
Karolina Szymczak … Olga Putti
Κεντρικό Επιτελείο:
Σενάριο: Damien Chazelle
Παραγωγή: Olivia Hamilton, Marc Platt, Matthew Plouffe
Μουσική: Justin Hurwitz
Φωτογραφία: Linus Sandgren
Μοντάζ: Tom Cross
Σκηνικά: Florencia Martin
Κοστούμια: Mary Zophres
Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.
Τίτλοι
- Αυθεντικός Τίτλος: Babylon
- Ελληνικός Τίτλος: Βαβυλώνα
Κύριες Διακρίσεις
- Υποψήφιο για Όσκαρ μουσικής, σκηνικών και κοστουμιών.
- Χρυσή Σφαίρα μουσικής. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία (κωμωδία/μιούζικαλ), πρώτο αντρικό ρόλο (Diego Calva) σε κωμωδία/μιούζικαλ, πρώτο γυναικείο ρόλο (Margot Robbie) σε κωμωδία/μιούζικαλ, και δεύτερο αντρικό ρόλο (Brad Pitt).
- Βραβείο Bafta σκηνικών. Υποψήφιο για μουσική και κοστούμια.
Παραλειπόμενα
- Ο Damien Chazelle ανακοίνωσε το σχέδιο του το 2019, με τη Lionsgate να φαίνεται ως επικρατέστερη να το αναλάβει, και τους Emma Stone και Brad Pitt να ακούγονται ως το πρωταγωνιστικό ζευγάρι. Τέλη του ίδιου χρόνου, η ταινία κατέληξε οριστικά στην Paramount Pictures (ακόμα κι αν το μπάτζετ φάνταζε στους περισσότερους ως απλησίαστο, με τον δημιουργό να πασχίζει να το ψαλιδίσει), με τους Stone και Pitt ακόμα να αναφέρονται. Κι ενώ ο Pitt δεν άργησε να οριστικοποιήσει τη συμμετοχή του, η Stone δεν τα βρήκε με το πρόγραμμα της (λόγω της καθυστέρησης της έναρξης γυρισμάτων λόγω της πανδημίας) και αντικαταστάθηκε από τη Margot Robbie.
- Το σενάριο άντλησε έμπνευση από αληθινούς χαρακτήρες και γεγονότα της βωβής χολιγουντιανής περιόδου. Μόνο όμως το όνομα του Irving Thalberg μεταφέρθηκε αυτούσιο και στην ταινία, με τον Τζακ Κόνραντ να αντιπροσωπεύει σταρ όπως τους Clark Gable, Douglas Fairbanks και John Gilbert, τη Νέλι τις Clara Bow, Jeanne Eagels, Joan Crawford και Alma Rubens και τη Λαίδη Φέι Ζου την Anna May Wong.
- Ο Tobey Maguire πιστεύονταν αρχικά ότι θα ερμήνευε τον Charlie Chaplin.
- Σε ένα podcast, ο Damien Chazelle τοποθέτησε στο επίκεντρο των επιρροών του για το σενάριο τη σειρά Babylon Berlin (2017). Δεν άργησε όμως να αναφέρει και την πνευματική συμβολή σε αυτό της Γλυκιάς Ζωής του Federico Fellini, του Νάσβιλ του Robert Altman, αλλά και του Νονού του Copolla.
- Τόσο ο Brad Pitt όσο και ο Leonardo DiCaprio διάβασαν το αρχικό σενάριο κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του Κάποτε στο Χόλιγουντ.
- Ο μεξικανός Diego Calva κάνει εδώ το χολιγουντιανό του ντεμπούτο.
- Όλα τα γυρίσματα έγιναν στην Καλιφόρνια, αφού η πολιτεία πρόσφερε μια γενναία φορολογική διευκόλυνση στην παραγωγή. Αυτά απαίτησαν τη δημιουργία πάνω από 150 πλατό, και ένα μπάτζετ 78 εκατομμυρίων δολαρίων. Οι εισπράξεις όμως κόλλησαν στα 63,4 εκ. δολάρια, με τα περισσότερα να προέρχονται από τις εκτός ΗΠΑ αγορές.
Μουσικά Παραλειπόμενα
- Δύο θέματα από το σάουντρακ του Justin Hurwitz, το Call Me Manny και το Voodoo Mama, κυκλοφόρησαν ως ψηφιακά σινγκλ.
Κριτικός: Ορέστης Μαλτέζος
Έκδοση Κειμένου: 16/1/2023
Αμέτρητες λέξεις έχουν γραφτεί για την ιστορία του Χόλιγουντ και ακόμα περισσότεροι ψίθυροι έχουν ακουστεί για τις φήμες που εν πολλοίς παρέμειναν ανομολόγητες. Ο Ντάμιεν Σαζέλ κάνει την επιμελή έρευνά του και δημιουργεί ένα άκρατο έπος για μια χολιγουντιανή περίοδο όπου με κάποιον μαγικό τρόπο μια εξαχρειωμένη ζωώδης συμπεριφορά έδωσε λαμπρά παραδείγματα γοητευτικής κινηματογραφικής τέχνης.
Από την τρίωρη διάρκεια και το πολυάριθμο καστ, είναι εμφανές ότι ο Σαζέλ έχει θέσει υψηλούς στόχους για αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί η επική στιγμή της καριέρας του. Είναι αλήθεια πως σε συναισθηματικό επίπεδο παίζει σε πολλά ταμπλό και δημιουργεί ένα γαϊτανάκι χαρακτήρων με διαπλεκόμενες ζωές, αναδεικνύοντας τον καθένα τους με πρωταγωνιστικό βάθος ασχέτως της χρονικής διάρκειας που καταλαμβάνουν, και σε κάποιες περιπτώσεις φέρνει κομβικά το έργο τους στο προσκήνιο έναντι των ιδίων. Όλοι συστήνονται στο κοινό μέσα από ένα οργιαστικό ξεφάντωμα που δηλώνει τις προθέσεις της ταινίας και το σκηνοθετικό μεγαλείο του Σαζέλ.
Αρχής γενομένης με τον Μπραντ Πιτ και τον υπέρλαμπρο σταρ που υποδύεται, με τη μελαγχολία με την οποία διανθίζει την ερμηνεία του να κουβαλά μια σχεδόν προσωπική αίσθηση χαμένης δόξας. Είναι η εκκίνηση για ένα ταξίδι ξέχωρων συναισθημάτων από τους υπόλοιπους χαρακτήρες, με κοινό σημείο τη στιγμιαία ευκαιρία που είχε ο καθένας να ξεδιπλώσει τις μοναδικές του ικανότητες και να λάμψει, προτού τη χάσει με τον πιο βάναυσο τρόπο. Δυνατό ατού αποδεικνύεται η σεναριακή υπεροχή που δεν εκμεταλλεύεται τον μαύρο τρομπετίστα του Τζόβαν Άντεπο και την ομοφυλόφιλη Ασιάτισσα της Λι Τζαν Λι, και τους δίνει την ισάξια θέση που κατείχαν οι μη λευκοί Αμερικανοί στο Χόλιγουντ με όσους έχουμε διδαχτεί ως θρύλους.
Από τις πιο αποτελεσματικές επιλογές του Σαζέλ αποδεικνύεται η ανάδειξη του Ντιέγκο Κάλβα και η διετής προετοιμασία του για έναν ρόλο που καλείται να συνυπάρξει με όλους τους υπόλοιπους αναγνωρισμένους ηθοποιούς. Η σωματική του γλώσσα καταδεικνύει τη γνώση του ανθρώπου-για-όλες-τις-δουλειές Μάνι για τη θέση που κατέχει μέσα στο αδηφάγο σύστημα και ταυτόχρονα το μαγνητικό βλέμμα του φανερώνει την υπεροχή της εξυπνάδας του. Ο Κάλβα καταλαμβάνει επάξια το κάδρο δίπλα στη Μάργκο Ρόμπι, που αν υπήρχαν χολιγουντιανοί σταρ στις μέρες μας θα ήταν η ηγέτιδά τους. Το εύρος περιεχομένου που προσφέρει το σενάριο για τον ρόλο της ασίγαστης Νέλι ΛαΡόι θα ήταν δώρο για κάθε ηθοποιό, αλλά φαντάζει το πλέον δικαιωματικό για τη Ρόμπι, η οποία μέσα στη σαρωτική της ερμηνεία κατορθώνει να μην αποσπά ποτέ την προσοχή από το σύνολο. Η σκηνή όπου η Νέλι πραγματοποιεί το πρώτο της γύρισμα είναι για μένα ήδη εμβληματική.
Οι χαρακτήρες των ταινιών του Σαζέλ θέτουν τον προσωπικό τους στόχο και είναι διατεθειμένοι να υπομείνουν σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια για να τον κατακτήσουν. Αυτή η παράμετρος ίσως είναι πιο οικεία όταν πρόκειται για έναν εκπαιδευόμενο μουσικό ή μια ηθοποιό που ξεκινά την καριέρα της. Πώς όμως θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε το συνεργείο που πανηγυρίζει για την τέλεια λήψη όταν προηγουμένως έχει πεθάνει μπροστά τους άνθρωπος; Αυτό είναι το καλύτερο στη “Βαβυλώνα”, δεν χρειάζεται… Παρόλη τη χαοτική ασυδοσία που ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας, είναι σαφές ότι παρακολουθούμε αρχαία ιστορία, σκηνές μιας περιόδου που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί και όσοι την έζησαν έχουν γίνει σκόνη εδώ και καιρό. Το μόνο που έχει μείνει είναι αυτή η τέλεια λήψη και το συναίσθημα της επιτυχημένης καταγραφής της, που όποιος έχει μετάσχει σε κινηματογραφικό γύρισμα το γνωρίζει πολύ καλά.
Αυτή η χρονική απόσταση καθιστά εφικτή τη δημιουργία μιας ταινίας σαν τη “Βαβυλώνα”, και τη σθεναρή επιθυμία της να παρουσιάσει στην πλήρη τους έκφανση τα πιο ακραία περιστατικά που κατάφερε να ανασύρει ο Σαζέλ από τα κιτάπια του χρόνου. Σε αντίθεση με τη ρομαντική νοσταλγία του “Τραγουδώντας στη Βροχή”, γυρισμένο μόλις 25 χρόνια έπειτα από τις κοσμογονικές αλλαγές του 1927, η “Βαβυλώνα” μετατρέπει σε σημαία της το ιλιγγιώδες ταξίδι στην ακολασία. Το ρομαντικό γράμμα που συντάσσεται δεν κρύβει κάποια παράλογη λαχτάρα επιστροφής, αλλά απευθύνεται στο ίδιο το σινεμά μέσα από τους ποικίλους χαρακτήρες που ακολουθεί και την ευκαιρία που είχαν να “υπάρξουν”, την οποία στερήθηκαν μέσα στο κλίμα πουριτανισμού που ακολούθησε. Άλλωστε δεν επρόκειτο για τέρατα, αυτά εμφανίζονται μόνο εκεί που πρέπει για να κινήσουν νήματα και να καθορίσουν σαδιστικά τύχες και ζωές.
Όσο η ταινία προχωρά προς το τέλος, ο Σαζέλ εγχέει κάποιες σκληρές αλήθειες, αποφεύγοντας όμως να φανεί ότι χειραγωγεί την ιστορία του χάρη στην οικονομία με την οποία την έχει χειριστεί μέχρι τότε. Ο έντονος διάλογος αναμειγνύεται ιδανικά με την οπτική δύναμη της σκηνοθεσίας που χειρίζεται το ξέφρενο στοιχείο τού μη μετρήσιμου περιεχομένου της με ένα δεξιοτεχνικό στήσιμο και την προσωπική κινηματογράφηση ενός δημιουργού που αποφεύγει μια εύλογη σύγκριση με αυτή που έχει ορίσει την καριέρα του Μπαζ Λούρμαν. Το μοντάζ του Τομ Κρος χειρίζεται αριστουργηματικά την παράλληλη πορεία των ιστοριών που ξεδιπλώνονται, ενώ η μουσική του Τζάστιν Χέργουιτζ επιτυγχάνει στο μουσικό της θέμα να εσωκλείσει ιδανικά όλα τα συστατικά που απαρτίζουν την ταινία.
Η “Βαβυλώνα” είναι κάτι πολύ παραπάνω από ένα παρασκηνιακό ξεγύμνωμα του βωβού Χόλιγουντ χάρη στη βαθιά ανθρώπινη προσέγγιση του Σαζέλ για τους ανθρώπους που το απαρτίζουν, είτε πρόκειται για θρύλους είτε για αφανείς ήρωες. Όπως ακούγεται μέσα στην ταινία: “Δεν έχω ξαναδεί τόσο κακό γούστο και τόση μαγεία”. Με αυτό το έναυσμα, ο Σαζέλ κατασκευάζει την ταινία του όπου η ακραίας μορφής εικονογραφία της είναι απαραίτητη ώστε να έρθει σε καλλιτεχνική και ουσιώδη αντιπαράθεση με τη νοηματική της.
Βαθμολογία:
![]()
![]()

Κριτικός: 







