Νοέμβριος του 1918. Λίγες ημέρες πριν την παύση πυρός του Α` Παγκοσμίου, ο Εντβάρντ Περικούρ σώζει τη ζωή του Αλμπέρτ Μειγάρ. Οι δυο αυτοί άντρες δεν έχουν τίποτα κοινό, πέρα από τη συμμετοχή τους στον πόλεμο. Ο υπολοχαγός Πραντέγ, διατάζοντας μια παράλογη επίθεση, καταστρέφει τις ζωές τους, ενώ την ίδια στιγμή χτίζει τη φιλία τους. Στα ερείπια της σφαγής του πολέμου, αποφασισμένοι να ζήσουν, οι δυο τους κάνουν προσπάθεια επιβίωσης. Κι ενώ ο Πλαντέγ είναι έτοιμος να κάνει μια περιουσία με τα πτώματα του θυμάτων, ο Αλμπέρτ και ο Εντβάρντ σκαρφίζονται μια επική απάτη με τα μνημόσυνα των αποστερημένων οικογενειών.

Σκηνοθεσία:

Albert Dupontel

Κύριοι Ρόλοι:

Albert Dupontel … Albert Maillard

Nahuel Perez Biscayart … Edouard Pericourt

Laurent Lafitte … Henri d’Aulnay-Pradelle

Niels Arestrup … Marcel Pericourt

Emilie Dequenne … Madeleine Pericourt

Melanie Thierry … Pauline

Andre Marcon … ο χωροφύλακας

Michel Vuillermoz … Joseph Merlin

Denis Podalydes … ο υπουργός (φωνή)

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Albert Dupontel, Pierre Lemaitre

Παραγωγή: Catherine Bozorgan

Μουσική: Christophe Julien

Φωτογραφία: Vincent Mathias

Μοντάζ: Christophe Pinel

Σκηνικά: Pierre Queffelean

Κοστούμια: Mimi Lempicka

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: Au Revoir la-Haut

Ελληνικός Τίτλος: Ραντεβού Εκεί Ψηλά

Διεθνής Τίτλος: See You Up There

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Au Revoir la-Haut του Pierre Lemaitre.

Κύριες Διακρίσεις

  • Βραβείο σκηνοθεσίας, σεναρίου, φωτογραφίας, σκηνικών και κοστουμιών στα Cesar. Υποψήφιο για καλύτερη ταινία, πρώτο αντρικό ρόλο (Albert Dupontel), δεύτερο αντρικό ρόλο (Niels Arestrup και Laurent Lafitte), δεύτερο γυναικείο ρόλο (Melanie Thierry), μουσική, μοντάζ και ήχο.

Παραλειπόμενα

  • Αρχικός Αλμπέρ ήταν ο Bouli Lanners, αλλά αποχώρησε λόγω φόρτου εργασίας.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 20/3/2018

Ο Albert Dupontel, όπως έχει δείξει στις προηγούμενες δουλειές του (ακόμη και στο συμβατικό από άποψη δόμησης πλοκής “9 Mois Ferme”) έχει επηρεαστεί ως σκηνοθέτης πάρα πολύ από τη φανταχτερή εικονογραφία δημιουργών όπως ο Terry Gilliam και ο συμπατριώτης του Jean-Pierre Jeunet. Όσο κι αν το κινηματογραφικό σύμπαν που πλάθεται εδώ είναι άκρως γοητευτικό και γεμάτο από έναν παιδικό σχεδόν ενθουσιασμό, πολλές φορές είναι δυσδιάκριτο το σε ποιο ποσοστό είναι κάτι που πηγάζει από τον ίδιο τον Dupontel και σε ποιο είναι απλά δάνειο από τους προαναφερθέντες σκηνοθέτες που προφανώς τον έχουν τουλάχιστον εμπνεύσει.

Οι πλάγιες λήψεις, η χρήση των ευρυγώνιων φακών, τα παιχνίδια με τους καθρέφτες, γενικά το οπτικό στυλ που υιοθετείται έχει μια σχεδόν καρτουνίστικη, στυλιζαρισμένη υπερβολή που κολλάει γάντι με το επιτηδευμένα βαρυφορτωμένο σενάριο γεμάτο υποπλοκές και δευτερεύοντες χαρακτήρες (αναπόφευκτα κάποιοι από αυτούς βυθίζονται στη λήθη του θεατή μετά από το πέρας της προβολής ως περιττό βάρος), στοιχεία που συγκροτούν ένα καλά οργανωμένο… χάος, ένα ρυθμό που τρέχει με υψηλές ταχύτητες κι έναν καταιγισμό εικόνων που εύκολα θα μπορούσε να κατηγορήσει κάποιος για αυταρέσκεια και υπερίσχυση του ύφους έναντι της ουσίας αν το τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν τόσο απολαυστικό, με σφήνες εύστοχου πολιτικοκοινωνικού σχολιασμού (για παράδειγμα η μεταχείριση του νεκρού στρατιώτη από τη Σενεγάλη ή η αποτύπωση της πολιτικάντικης λογικής του χαρακτήρα του δημάρχου) κι ένα μπαρτονικό σχεδόν μαύρο χιούμορ που προσδίδει μια ξεχωριστή ταυτότητα στο σύνολο. Οι ιδέες και τα ευρήματα ξεφυτρώνουν με συχνότητα δευτερολέπτου, κάτι που ενδέχεται και να «μπουκώσει» μια μερίδα του κοινού που μπορεί να απορροφήσει ερεθίσματα μέχρι ενός σημείου.

Το εντυπωσιακό είναι το πώς έχουν λάβει τις κατάλληλες κατευθύνσεις οι ηθοποιοί ώστε να συνθέσουν μια πολύχρωμη, ζωηρή πινακοθήκη ηρώων σαν βγαλμένη από φιλμ του Wes Anderson, που όμως δε θα λειτουργούσε αν και οι ίδιοι δεν είχαν τις δυνατότητες. Από την πραότητα του πρωταγωνιστή Dupontel μέχρι τη μετρημένη αυστηρότητα του Niels Arestrup και από τον πραγματικά εκπληκτικό Nahuel Perez Biscayart που κάνει κάτι που συναντάται όλο και πιο σπάνια όσο περνούν τα χρόνια, μια καθαρά σωματική ερμηνεία που βασίζεται στην παντομίμα μέχρι το σαρδόνια αντιπαθητικό Laurent Lafitte, σχεδόν όλοι δίνουν ένα στίγμα, με ελάχιστους να μη δικαιολογούν επαρκώς την παρουσία τους επί της οθόνης (ευθύνη της σεναριακής διασκευής είναι αυτό, ίσως και του πρωτότυπου υλικού). Ο δε συνδυασμός της άψογα προσεγμένης αναπαράστασης της εποχής με μια νεωτερική προσέγγιση στην κίνηση της κάμερας και στη σύνθεση του κάδρου (μέχρι και η εναρκτήρια σκηνή λειτουργεί σαν μια αναβαθμισμένη ανάγνωση αντίστοιχης σεκάνς του κλασικού “Paths of Glory”) που απομακρύνει το φιλμ από το παλιομοδίτικο δράμα εποχής φέρνοντάς το πιο κοντά σε κόμικ. Για αυτό και οι καλύτερες στιγμές αναδεικνύονται όταν επικρατεί μια ελαφρότητα: όταν το δράμα «βαραίνει» όπως συμβαίνει λίγο πριν το φινάλε, υπάρχει μια εμφανής ανομοιογένεια. Ο κυνισμός και ο μακάβριος σαρκασμός που χαρακτηρίζουν την αίσθηση του χιούμορ που διατρέχει το φιλμ, παρότι σίγουρα διασκεδάζουν, στην ουσία αποτελούν ένα προπέτασμα καπνού: το “Au Revoir la-Haut” στην πραγματικότητα έχει μια μεγάλη καρδιά και αγαπάει τους ήρωές του παρά τη ροπή τους προς μέχρι και αποτρόπαιες πράξεις. Ίσως όμως για αυτό και δεν πλησιάζει το αριστούργημα, που ίσως και να ήταν με μια διαφορετική προσέγγιση: τα όρια μεταξύ καλού και κακού είναι πολύ σαφή παρά τα απατηλά «γκριζαρίσματα» που βρίσκονται σκόρπια μέσα στην ιστορία, για αυτό και το ελαφρώς βεβιασμένο ευτυχές τέλος φαντάζει μονόδρομος, όσο κι αν δεν προκύπτει εντελώς φυσικά.

Το πόσο διατίθεται ο θεατής να συγχωρέσει αυτήν την καίρια αδυναμία στα πλαίσια του ενήλικου, υπό την επήρεια παραισθησιογόνων, παραμυθιού που σερβίρεται ως αισθητική εναπόκειται στο κατά πόσο αυτό θα συνεπάρει τον ίδιο, και, παρόλο που δεν πρόκειται για μια τέλεια ταινία, τα μάτια «κολλάνε» επάνω της για όσο διαρκεί. Κάτι σημαίνει αυτό…

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.