Στην Αθήνα των 1920, ένας απάχης, ο «Πρίγκιπας», σώζει δύο κακόμοιρους από ξυλοδαρμό. Εκεί τυχαίνει να περνάει η Τιτίκα, μια όμορφη μοδίστρα, και τους παίρνει μαζί της για να περιποιηθεί τις πληγές. Όμως, δεν μπορεί να αντισταθεί και στη γοητεία του Πρίγκιπα. Αλλά αυτός προτιμά μια πλούσια που θα γνωρίσει αργότερα…

Σκηνοθεσία:

Δημήτρης Γαζιάδης

Κύριοι Ρόλοι:

Πέτρος Επιτροπάκης … Κώστας ‘Πρίγκιπας’

Μαίρη Σαγιάνου-Κατσέλη … Τιτίκα

Πέτρος Κυριακός … Καρκαλέτσος

Στέλλα Χριστοφορίδου … Βέρα

Γιάννης Πρινέας … Καρούμπας

Γεώργιος Χριστοφορίδης … Ξενοφώντας Παραλής

Μαρία Μαντινείου … Αρετούσα

Μαρία Πρινέα … Βαρβάρα

Βασίλης Αφεντάκης … ταβερνιάρης

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Γιάννης Πρινέας

Παραγωγή: Αλέξανδρος Γαζιάδης, Δημήτρης Γαζιάδης, Κώστας Γαζιάδης, Μιχάλης Γαζιάδης,

Μουσική: Νίκος Χατζηαποστόλου

Φωτογραφία: Μιχάλης Γαζιάδης

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Οι Απάχηδες των Αθηνών
  • Διεθνής Τίτλος: Apaches of Athens

Άμεσοι Σύνδεσμοι

  • Οι Απάχηδες των Αθηνών (1950)

Σεναριακή Πηγή

  • Οπερέτα: Οι Απάχηδες των Αθηνών του Νίκου Χατζηαποστόλου.

Παραλειπόμενα

  • Παρουσιάστηκε στην εποχή της ως «η πρώτη ηχητική και άδουσα ελληνική ταινία». Όμως, αυτό αφορούσε μονάχα τα τραγούδια, που κι αυτά ακούγονταν από γραμμόφωνο.
  • Η κύρια δύναμη της κινηματογραφημένης αυτής οπερέτας έγκειται στην υψηλή αισθητική της κινηματογράφησης, η οποία καταγράφει έξοχα ορισμένα από τα σημαντικότερα τοπόσημα της Αθήνας και των περιχώρων, και συλλαμβάνει την καθημερινότητα του 1930 στην Πλάκα, στου Ψυρρή, στην Αγορά, στο Θησείο, στο Γκάζι, στα Χαυτεία, στην Πλατεία Συντάγματος, στην Ομόνοια, στην οδό Σταδίου, στην Πανεπιστημίου, αλλά και στα Ανάκτορα του Τατοΐου.
  • Το 1950, η ίδια οπερέτα γυρίστηκε εκ νέου από τον Ηλία Παρασκευά, αυτή τη φορά με τους Άννα Καλουτά, Λάμπρο Κωνσταντάρα, Φραγκίσκο Μανέλλη, Μίμη Φωτόπουλο και Ντίνο Ηλιόπουλο στους κεντρικούς ρόλους. Ο Γιάννης Πρινέας εμφανίζεται κι εδώ, αλλά στον ρόλο του Ξενοφών Παραλή.
  • Η Ταινιοθήκη της Μπολόνιας αποκαταστάθηκε ψηφιακά το φιλμ σε 4Κ, με αποκλειστική δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ), στο εργαστήριο L’ Immagine Ritrovata. Η παρουσίαση της έγινε το 2020 στην Ιταλία, ακολουθούμενη από ανάλογη εκδήλωση στη χώρα μας με πρωτοβουλία της Ταινιοθήκης της Ελλάδος.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Την ανασύσταση της μουσικής στην αποκατεστημένη κόπια ανέλαβε το Κέντρο Ελληνικής Μουσικής. Επιμέλεια και προσαρμογή της μουσικής επένδυσης: Γιάννης Τσελίκας. Μουσικολογική έρευνα: Γιάννης Σαμπροβαλάκης. Τη σύνθεση της ηχητικής μπάντας ανέλαβε η Ηλέκτρα Βενάκη.

Κριτικός: Σταύρος Γανωτής

Έκδοση Κειμένου: 8/3/2022

Εποχή έντονης οικονομικής ύφεσης, και ο Δημήτρης Γαζιάδης δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια σε κάτι που υπερβαίνει το κοινότερο θέμα της λαϊκής τέχνης των καιρών εκείνων, που είναι φυσικά το ρομάντζο. Έτσι, αυτό το πρώιμο δείγμα κινηματογραφικής τέχνης της χώρας μας δεν αναζητά την αξία του μόνο μέσα από τον τρόπο που εξελίσσει την ικανότητα της τεχνικής σε μια χώρα που δεν πρωτοπόρησε λόγω έλλειψης πόρων επί της έβδομης τέχνης, αλλά και θεματικά, ακόμα κι αν τόσα χρόνια μετά τα περισσότερα θα μας φανούν τετριμμένα.

Η ταινία του Γαζιάδη δεν υστερεί σε πολλά από ένα σινεμά που ακμάζει στην Ευρώπη. Το επίπεδο του μοντάζ, της φωτογραφίας και της επιλογής σκηνικών είναι επιμελημένα έτσι που απορεί κανείς πώς αυτή η ταινία δεν αναφέρεται μαζικά στα ιστορικά μας κιτάπια. Αλλά εκεί που κάνει την ακόμα εντονότερη διαφορά, είναι στο πλαίσιο των ερμηνειών. Αντίθετα με την πεποίθηση πως οι βωβές ταινίες έχριζαν την υπερβολή ως μόνη μέθοδο μεταφοράς του λόγου προς τον θεατή, στην παρούσα περίπτωση έχουμε κατά ένα τεράστιο ποσοστό σύγχρονου ύφους κινηματογραφικές ερμηνείες. Παρακολουθούμε ηθοποιούς που είχαν τη μεγάλη ατυχία να ακμάσουν μέσα σε μια περίοδο που το εγχώριο σινεμά δεν ευδοκίμησε όπως, πχ, έπειτα από 20 χρόνια, ενώ η σκηνοθετική τους διεύθυνση θα έπρεπε να διδάσκεται στο αντίστοιχο αμερικανικό σινεμά που ακόμα αποζητούσε τα πατήματα για να ξεφύγει από ένα σινεμά «μούτας» που άκμασε μέσα στα 1910 και 1920. Ακόμα και η περίφημη Δάφνις και Χλόη δεν εμπεριέχει αυτό το ύψος κινηματογραφικής πρωτοπορίας, ακόμα κι αν θεωρείται ως το πρώτο σπουδαίο δείγμα ελληνικής κινηματογραφίας.

Θεματικά, έχουμε γαλλικό σινεμά που όμως πατάει θεματικά και πάνω στο τσαπλινικό. Με το ρομαντικό στοιχείο να έρχεται μόνο τόσο όσο χρειάζεται για να τέρψει τον θεατή του τότε, το ρεαλιστικό στοιχείο παραπέμπει σε αυτό που αργότερα θα διδάξουν οι Ιταλοί ως νεορεαλισμό. Αν το σινεμά σήμερα φοβάται να αποκαλύψει τους απάχηδες της αντίστοιχης οικονομικής κρίσης, ή όταν το πράττει αναζητά τη βία στον κόσμο τους και όχι την απλότητα τους, το 1930 ο Γιαζιάδης δεν συμβιβάζεται σε κανένα σημείο, και αντιπαραθέτει την απόλυτη μιζέρια του μέσου Έλληνα σε παραλληλισμό με τη χλιδή κάποιων ελάχιστων, που έχουν ευνοηθεί από το οικονομικό χάος. Και με τη σάτιρα ως όπλο, δεν κρίνει αυτόν που δεν είχε την ευκαιρία για μια καλύτερη ζωή και πίνει συνεχώς για να μπορέσει να έχει έναν αβίαστο ύπνο, αλλά καυτηριάζει την εικόνα εκείνων που βρέθηκαν να κατοικούν σε παλάτια και να υιοθετούν έναν τρόπο ζωής που συνδυάζει κραυγαλέα τον χωρικό τσιφλικά με τον μοντέρνο αριστοκράτη της Δύσης. Το σενάριο φέρνει σε επαφή αυτούς τους δύο κόσμους, επιλέγοντας να δώσει την τελική νίκη στις πλέον αγνές ανθρώπινες αξίες, ακόμα κι αν δεν ρισκάρει ως προς αυτό να ξεφύγει από την ρότα της κλασικής παγκόσμιας τέχνης. Εξού και η χαρακτηριστική αναφορά στο όνομα της Τιτίκας από τους Αθλίους, αλλά και οι πονηρές αναφορές μέσω των υπολοίπων ονομάτων

Μα και ως κειμήλιο να το δεις, η επιλογή του περίπατου σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Αθήνας του μεσοπολέμου είναι ένα δώρο για τα σύγχρονα μάτια μας. Μιας Αθήνας έντονων αντιθέσεων, που σήμερα προτιμούμε να τις κρύβουμε κάτω από το χαλί και κάτω από μια «λαϊκή» κουλτούρα που θέλει ένα πολυτελέστατο διαμέρισμα να αντιμετωπίζει πρόβλημα με τα χρέη του. Συγνώμη, αλλά προσωπικά όλο αυτό που ζούμε κυρίως επί της ελληνικής τηλεόρασης, έχω αρχίσει να πιστεύω ότι παραπέμπει σε θεωρία συνομωσίας…

Ανακαλύψτε το κινηματογραφικό αλλά και μουσικό ταλέντο μιας Ελλάδας που δεν διδάσκεται επί των σχολείων μας, που κρύβεται από τις συνειδήσεις μας, που στην ουσία δεν μάθαμε ποτέ ότι υπήρξε, παρά ίσως από τις αφηγήσεις γηραιών συγγενικών μας προσώπων. Ανακαλύψτε επίσης τους λόγους που δεν πρέπει να μας αφήνει ικανοποιημένους αυτή η περιβόητη «χρυσή εποχή» των 1960, που παραμέρισε την πραγματικότητα προς χάριν θεαμάτων που θα πλήρωνε ευκολότερα ο μέσος θεατής.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

11 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.