Η ιστορία μιας εγκληματικής οικογένειας από την Καλαβρία, εκεί όπου ο νόμος του αίματος και της βεντέτας είναι αποδεκτοί τρόποι απόδοσης δικαιοσύνης. Σε αυτήν το επίκεντρο είναι τρία αδέλφια, γιοι βοσκού. Ο μικρότερος, ο Λουίτζι, είναι έμπορος ναρκωτικών παγκόσμιας εμβέλειας. Ο Ρόκο ζει στο Μιλάνο εμφανιζόμενος ως απλός αστός, αλλά είναι ένας μεσάζοντας, εξπέρ στο ξέπλυμα χρημάτων. Ο μεγάλος, ο Λουτσιάνο, ζει σε μια παθολογική ψευδαίσθηση, ανοίγοντας εσωτερικό διάλογο με το παρελθόν της Καλαβρίας. Ο δε Λεό, ο γιος του Λουτσιάνο, έχει κληρονομήσει την οργή και την επιθετικότητα και το μέλλον του είναι σκοτεινό.

Σκηνοθεσία:

Francesco Munzi

Κύριοι Ρόλοι:

Marco Leonardi … Luigi

Peppino Mazzotta … Rocco

Giuseppe Fumo … Leo

Fabrizio Ferracane … Luciano

Barbora Bobulova … Valeria

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Francesco Munzi, Maurizio Braucci, Fabrizio Ruggirello

Παραγωγή: Luigi Musini, Olivia Musini

Μουσική: Giuliano Taviani

Φωτογραφία: Vladan Radovic

Μοντάζ: Cristiano Travaglioli

Σκηνικά: Luca Servino

Κοστούμια: Marina Roberti

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: Anime Nere
  • Ελληνικός Τίτλος: Σκοτεινές Ψυχές
  • Διεθνής Τίτλος: Black Souls

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: Anime Nere του Gioacchino Criaco.

Κύριες Διακρίσεις

  • Καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, σενάριο, παραγωγή, μουσική, φωτογραφία, μοντάζ, τραγούδι (Anime Nere) και ήχος στα David di Donatello. Υποψήφιο για πρώτο αντρικό ρόλο (Fabrizio Ferracane), δεύτερο γυναικείο ρόλο (Barbora Bobulova), σκηνικά, κοστούμια, μακιγιάζ και κομμώσεις.
  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βενετίας. Βραβείο Pasinetti.

Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος

Έκδοση Κειμένου: 18/8/2016

Υπάρχουν κάποιες περιοχές στην Ευρώπη που μοιάζουν ανέγγιχτες από το πλαστό ευρωπαϊκό όνειρο και τον εκσυγχρονισμό που επέβαλε η αλόγιστα καλπάζουσα πολιτική ολοκλήρωση των εθνών της Γηραιάς Ηπείρου. Μια από αυτές, στα μάτια του σκηνοθέτη Φραντζέσκο Μούντζι και του συγγραφέα Τζιοακίνο Κριάκο είναι η Καλαβρία, ένα μέρος στο οποίο ο άνθρωπος δίνει έναν συνεχή αγώνα με το παρελθόν του, που καθορίζεται εν πολλοίς από τη μαφία και την καθολική της κυριαρχία.

Στην ταινία συναντάμε τρία αδέρφια με βουκολική καταγωγή και διαφορετική τοποθέτηση ως προς το ζήτημα της μαφιόζικης ηγεμονίας. Ο ένας είναι μεγαλέμπορος ναρκωτικών, συμμετέχοντας έτσι με τον πιο ενεργό τρόπο στο παντοδύναμο οργανωμένο έγκλημα. Ο δεύτερος ειδικεύεται στο ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, ακολουθώντας έναν άλλον πατροπαράδοτο δρόμο της μαφίας. Και ο τρίτος, τραγική φιγούρα και μεγαλύτερος όλων, προσπαθεί να επιβιώσει παράλληλα με το εγκληματικό σύμπαν, κρατώντας τη μαφία έξω από τη ζωή του. Όταν όμως ο γιος του, ο οποίος κατακρίνει τη στάση του πατέρα του, ανασταίνει μια τοπική βεντέτα, τον φέρνει αντιμέτωπο με το συλλογικό παρελθόν που νόμιζε ότι είχε παραμερίσει.

Τι είναι αυτό που κάνει το μαφιόζικο δράμα τόσο έντονο παρότι θεωρητικά είναι εκτός του προσλαμβανόμενων παραστάσεων του μέσου θεατή; Είναι η αίσθηση του αναπόδραστου από το παρελθόν, εκείνη η τραγική όψη των ηρώων και των αντιηρώων που δεν έχουν κατΑ ουσίαν το πρώτο και κύριο δικαίωμα που κάθε δυτικοευρωπαίος θεωρεί πως έχει, αυτό της επιλογής. Η Καλαβρία, όπως απεικονίζεται στην ταινία, είναι ένας τόπος στον οποίο ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να μάχεται την ίδια την Ιστορία με πενιχρά μέσα και με μόνο όπλο την πίστη. Ένα μέρος που όλοι είναι συνένοχοι και κοινωνοί της βίας που διέπει κάθε κοινωνική έκφανση της ζωής. Δικαιούται, λοιπόν, ο άνθρωπος να αυταπατάται περί της δυνατότητας διαφυγής του από αυτό το βλοσυρό τοπίο; Ακόμα και αν απαντήσει κάποιος θετικά, η ίδια η ζωή θα έρθει να καταβαραθρώσει τις ελπίδες του ονειροπόλου.

Η βεντέτα δεν είναι τίποτα άλλο παρά η πιο ηχηρή επιστροφή και υπενθύμιση του παρελθόντος στο παρόν. Υπενθύμιση της τυραννικής κηδεμονίας που έχει η βία επί της ειρήνης και η εκδίκηση επί της συγχώρεσης. Μία επίδειξη ισχύος της ανυπόφορης και νομοτελειακής πραγματικότητας υπό τη μορφή μαφιόζικων όπλων. Στο σκοτεινό σύμπαν που αριστοτεχνικά έπλασε ο Μούντζι, τούτο καθίσταται πιο σαφές από ποτέ. Κανείς δεν μπορεί να φύγει, αφού στην πραγματικότητα η συλλογική μνήμη είναι εσωτερική και ως εκ τούτου ο αγώνας του ανθρώπου απέναντι στην Ιστορία είναι μια από τις σκληρότερες μορφές εσωτερικής αντίφασης που υπερβαίνει σαρωτικά την ηθική δύναμή του.

Ο αργός ρυθμός και ο ολοένα και αυξανόμενος σπαρακτικός τόνος δένουν άψογα με τη μουντάδα της ατμόσφαιρας και επιτρέπουν στις εσωτερικές συγκρούσεις να αναδειχθούν. Επιπλέον, ο Μούντζι γεμίζει την ταινία του με ωμό ρεαλισμό, όχι τόσο στην ίδια την εικόνα, όσο στο συνολικό κλίμα της ταινίας. Αποφεύγει οποιονδήποτε εξωραϊσμό, κοιτά γενναία και κατάματα τη δυστυχία για την οποία θέλει να μιλήσει και φροντίζει να τη σεβαστεί, χωρίς ούτε μία μελό στιγμή.

Οι «Σκοτεινές Ψυχές» δεν είναι ένα ακόμα μαφιόζικο δράμα ηθικών αξιών και γι` αυτό η ταινία δεν εξαντλείται σε ευχολόγια ή κεραυνούς κατά της μαφίας. Αντί όλων αυτών μοιάζει με υπαρξιακή κατάδυση στην ψυχή ενός ανθρώπου που ζει υπό τη σπάθη του οργανωμένου εγκλήματος και τα ευρήματά της είναι σπουδαία. Για το τυπικό, απόλυτα δικαιολογημένα και τα 9 βραβεία David di Donatello, μεταξύ των οποίων και το καλύτερης ταινίας.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.