Ο Μεράμπ χορεύει από μικρή ηλικία στην Εθνική Ακαδημία Χορού της Γεωργίας, και μαζί με την παρτενέρ του, Μαίρη, είναι πολύ κοντά στο να πάρουν την πολυπόθητη θέση στην Εθνική Ομάδα Χορού. Όμως, όλα ανατρέπονται όταν ο χαρισματικός και χαλαρός Ηρακλί εμφανίζεται στην Ακαδημία και γίνεται για τον Μεράμπ ο ισχυρότερος αντίπαλος του, αλλά και πόθος. Σε ένα συντηρητικό περιβάλλον, ο Μεράμπ βρίσκεται σε μια θέση όπου είναι ανάγκη πια να απελευθερωθεί και να τα ρισκάρει όλα.

Σκηνοθεσία:

Levan Akin

Κύριοι Ρόλοι:

Levan Gelbakhiani … Merab

Bachi Valishvili … Irakli

Ana Javakishvili … Mary

Giorgi Tsereteli … David

Tamar Bukhnikashvili … Teona

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Levan Akin

Παραγωγή: Ketie Danelia, Mathilde Dedye

Φωτογραφία: Lisabi Fridell

Μοντάζ: Levan Akin, Simon Carlgren

Σκηνικά: Teo Baramidze

Κοστούμια: Nino Jincharadze

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Θετική.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: And Then We Danced

Ελληνικός Τίτλος: Και Μετά Χορέψαμε

Κύριες Διακρίσεις

  • Πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ της Οδησσού.
  • Υποψήφιο για αντρική ερμηνεία (Levan Gelbakhiani) στα Ευρωπαϊκά Βραβεία.
  • Επίσημη πρόταση της Σουηδίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.

Παραλειπόμενα

  • Ο χορογράφος (ή η χορογράφος) προτίμησε να μείνει ανώνυμος, έτσι δεν υπάρχει πουθενά στους τίτλους της ταινίας.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Πάρις Μνηματίδης

Έκδοση Κειμένου: 25/12/2019

Και μόνο για το θάρρος του να αγγίξει το θέμα του έρωτα μεταξύ δυο ανδρών, όντας ο ίδιος στο εξαιρετικά συντηρητικό πλαίσιο της κοινωνίας της Γεωργίας (ουκ ολίγες προβολές του φιλμ εκεί συνοδεύτηκαν από επεισόδια, ενώ θεσμικά πρόσωπα της χώρας το αποκήρυξαν), ο Levan Akin κερδίζει πολλούς πόντους. Για να ειπωθεί η αλήθεια, όμως, παρόλο που το «Και Μετά Χορέψαμε» είναι αδιαμφισβήτητα ένα τρυφερό και μεγαλόκαρδο γκέι ειδύλλιο, κινείται σε γενικές γραμμές σε χώρους που το συγκεκριμένο είδος σινεμά έχει εξερευνήσει αρκετές φορές. Κοινώς, ακολουθείται λίγο πολύ μια δοκιμασμένη φόρμα, απλά μπαίνει και το background των παραδοσιακών χορών της Γεωργίας ως μια μεταφορά για τη συντήρηση που καταπνίγει την ατομική έκφραση. Το κομμάτι αυτό ωστόσο έχει επιμεληθεί και πέρα από τα στεγανά μιας απλής αλληγορίας, μεταχειρίζεται ως οργανικός τομέας της πλοκής με σωρεία καλοσχεδιασμένων χορογραφιών, με προφανές παράδειγμα την έξοχη τελική σκηνή.

Όσοι έχουν εντρυφήσει πάντως στον LGBT κινηματογράφο, λιγοστές εκπλήξεις θα βρουν εδώ, αν και αυτό το γεγονός δεν μειώνει τόσο τις αρκετές επιμέρους αρετές όσο και την πολιτική βαρύτητα της ύπαρξης του συγκεκριμένου φιλμ. Ο Akin υπηρετεί μια διακριτική σκηνοθετική γραμμή, δίνοντας βάση στο ενίοτε εξαιρετικά νευρώδες μοντάζ, και δίχως να επιδιώκει μια άσκοπη επίδειξη τεχνικής απλά και μόνο για να συντονιστεί με την αεικινησία της θεματολογίας του χορού. Όταν αποφασίζει να κάνει το κάτι παραπάνω, όπως σε ένα αξιομνημόνευτο μονοπλάνο στο εσωτερικό ενός σπιτιού, τα αποτελέσματα τον δικαιώνουν.

Αναπόφευκτα γίνονται και συγκρίσεις με το «Να Με Φωνάζεις με τ’ Όνομά Σου». Οι δυο ταινίες μοιράζονται πολλά κοινά, και δεν θα ήταν περίεργο να φανερωνόταν ότι ο σκηνοθέτης λειτούργησε έχοντας τη δημιουργία του Luca Guadagnino σαν κάποιου είδους μπούσουλα. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως το «Και Μετά Χορέψαμε» δεν έχει μια δική του, αυτόνομη ταυτότητα. Κάποιοι ίσως επισημάνουν πως οι μπόλικες υποπλοκές που περιλαμβάνουν δευτερεύοντες χαρακτήρες λειτουργούν αποπροσανατολιστικά ως προς το ρομάντζο που βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας. Ωστόσο, ο ρόλος τους είναι σημαντικός καθώς σιγοντάρουν τον κύριο κορμό της πλοκής, και μεταφέρουν το μήνυμα πως ακόμη κι όταν η ζωή φαίνεται να σταματά ή να κυλά σε αργή κίνηση λόγω μιας πολύ κρίσιμης εξέλιξης, στην πραγματικότητα συνεχίζει να τρέχει, και πρέπει κάποιος να βρει τη συχνά δύσκολη ισορροπία μεταξύ πάθους και λογικής διαχείρισης. Η δραματουργία εναλλάσσεται μεταξύ σύγκρουσης του ήρωα με την παραδοσιοκρατία της χώρας του (μια εσωτερική κι εξωτερική διαμάχη με επιρροές από Peter Weir) και προσωπικού ταξιδιού του αυτοανακάλυψης, μέχρι τη στιγμή που αυτά τα δύο στοιχεία συνδυάζονται με ευρηματικό και ουσιαστικό τρόπο στο φινάλε, κλείνοντας την ταινία δια της πλέον ταιριαστής οδού.

Σε ερμηνευτικό επίπεδο, ο Akin στηρίζεται εξολοκλήρου στους ώμους του πρωτοεμφανιζόμενου Levan Gelbakhiani, ο οποίος εκπέμπει μια άγουρη ζωτικότητα που ταιριάζει γάντι στο ύφος του φιλμ. Ειδικά στις σκηνές χορού είναι τέτοια η φυσικότητα και η ενέργεια με την οποία κινείται, όντας επαγγελματίας χορευτής και ο ίδιος, που καθιστά τις στιγμές αυτές ιδιαίτερα αποκαλυπτικές και ουσιώδεις σε πληροφορίες για τον χαρακτήρα που υποδύεται. Η ψυχή της ταινίας συμπυκνώνεται ιδανικά στο πορτρέτο που καταφέρνει να συνθέσει. Αλλά και αρκετοί εκ των δευτεραγωνιστών δίνουν το δικό τους προσωπικό στίγμα, με τον χειμαρρώδη Giorgi Tsereteli να αξίζει μια ξεχωριστή αναφορά.

Το γεγονός πως η πολιτική δήλωση στην οποία προχωρά το εν λόγω φιλμ ενδέχεται να ξεπερνά σε εκτόπισμα την αξιοπρόσεκτη κατά τα άλλα καλλιτεχνική αξία της, δεν τη μειώνει. Απλώς σε μια δεκαετία που οι LGBT αφηγήσεις έχουν σε γενικές γραμμές ξεφύγει εντελώς από το στρατόπεδο του ταμπού, ίσως κάποιος να αναζητά περισσότερο πλέον την ανανέωση και το καινούριο σε αυτό το κύμα, κάτι που δεν συμβαίνει τόσο εδώ. Όσοι όμως ψάχνουν για συναισθηματική ειλικρίνεια, αμεσότητα κι εναλλαγή γλυκού και πικρού, βρίσκονται στο σωστό μέρος.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

9 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *