Ο νεαρός στρατιώτης Πάουλ Μπούμερ βρίσκεται μαζί με μια παρέα συμμαθητών του από τα θρανία στα χαρακώματα, στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου θα ζήσουν τη φρίκη του θανάτου και τη σκληρή πραγματικότητα της μάχης, τη διάψευση των προσδοκιών τους και την προδοσία. Ωστόσο, οι νεαροί στρατιώτες της γερμανικής “σιδηράς νεολαίας” στέκονται στις θέσεις τους, υπακούουν εντολές, σκοτώνουν για να επιβιώσουν, έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους σε έναν πόλεμο που δεν καταλαβαίνουν.

Σκηνοθεσία:

Lewis Milestone

Κύριοι Ρόλοι:

Lew Ayres … Paul Baumer

Louis Wolheim … Stanislaus ‘Kat’ Katczinsky

John Wray … Himmelstoss

Arnold Lucy … καθηγητής Kantorek

Ben Alexander … Franz Kemmerich

William Bakewell … Albert Kropp

Harold Goodwin … Detering

G. Pat Collins … υπολοχαγός Bertinck

Beryl Mercer … Κα Baumer

Edwin Maxwell … Κος Baumer

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Maxwell Anderson, George Abbott, Del Andrews

Στόρι: C. Gardner Sullivan

Παραγωγή: Carl Laemmle Jr.

Φωτογραφία: Arthur Edeson

Μοντάζ: Edgar Adams

Σκηνικά: Charles D. Hall, William R. Schmidt

Διεθνής Κριτική (μ.ο.): Πολύ θετική.

Τίτλοι

  • Αυθεντικός Τίτλος: All Quiet on the Western Front
  • Ελληνικός Τίτλος: Ουδέν Νεώτερον από το Δυτικόν Μέτωπον
  • Εναλλακτικός Ελλ. Τίτλος: Ουδέν Νεότερο από το Δυτικό Μέτωπο

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Σεναριακή Πηγή

  • Μυθιστόρημα: All Quiet on the Western Front του Erich Maria Remarque.

Κύριες Διακρίσεις

  • Όσκαρ καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας. Υποψήφιο για σενάριο και φωτογραφία.

Παραλειπόμενα

  • Το 2008 ψηφίστηκε από 1500 ανθρώπους της αμερικανικής βιομηχανίας του κινηματογράφου ως η 7η καλύτερη επική αμερικανική ταινία όλων των εποχών.
  • Άμεση κινηματογραφική μεταφορά του διάσημου βιβλίου του 1929. Οι διαφορές ανάμεσα στα δύο έργα είναι ελάχιστες.
  • Η ZaSu Pitts είχε ολοκληρώσει τις σκηνές της ως η μητέρα του Πάουλ, αλλά στις δοκιμαστικές προβολές όλοι γελούσαν με την εμφάνιση της, μια και την είχαν συνηθίσει μόνο σε κωμικούς ρόλους. Αυτοί ήταν και οι μόνοι που την είδαν ποτέ να ερμηνεύει τον ρόλο, αφού οι σκηνές της γυρίστηκαν ξανά δίχως εκείνη.
  • Το φιλμ γυρίστηκε με δύο κάμερες, η μία δίπλα στην άλλη. Η μία τραβούσε την ομιλούσα εκδοχή, ενώ η άλλη μία εκδοχή δίχως τους διαλόγους για τη διεθνή διανομή (όπου υπάρχουν οι καρτέλες μιας βωβής ταινίας). Σε αυτή τη δεύτερη ακούγεται μουσική από τους Sam Perry και Heinz Roemheld, ενώ το μοντάζ ήταν του Milton Carruth.
  • Πολλοί γερμανοί βετεράνοι του Α’ Παγκοσμίου ζούσαν τότε στο Λος Άντζελες, και χρησιμοποιήθηκαν είτε ως κομπάρσοι είτε ως σύμβουλοι παραγωγής.
  • Συνολικά 2000 κομπάρσοι υπάρχουν στην ταινία. Ανάμεσα τους ήταν ο μελλοντικά διάσημος σκηνοθέτης Fred Zinnemann, που όμως απολύθηκε λόγω αυθάδειας.
  • Πρώτα έκανε πρεμιέρα η διεθνής εκδοχή στο Λος Άντζελες, με την ομιλούσα να βγαίνει 8 ημέρες μετά. Οι επανεκδόσεις υπολείπονταν όλες σε χρόνο διάρκειας, με τον Lewis Milestone, πριν φύγει από τη ζωή το 1980, να ζητά από τη Universal να αποκαταστήσει την ταινία του. Αυτό έγινε δύο δεκαετίες αργότερα από τη βιβλιοθήκη του κογκρέσου.
  • Λόγω των αντιπολεμικών και αντι-γερμανικών μνημάτων, ο Αδόλφος Χίτλερ και το ναζιστικό κόμμα αναθεμάτισαν το φιλμ. Μετά την πρεμιέρα του στο Βερολίνο, ναζιστές υπό την ηγεσία του Joseph Goebbels σαμπόταραν τις προβολές με διάφορους τρόπους (αμπούλες βρώμας, σκόνη φτερνίσματος, λευκά ποντίκια). Η κλιμάκωση των επεισοδίων ήρθε με την επίθεση επί θεατών που θεωρούσαν Εβραίους, αποκαλώντας το φιλμ ως “εβραϊκό”. Οι ναζί πέτυχαν τον στόχο τους, και η ταινία κατέβηκε από τις αίθουσες. Μία μικρότερη εκδοχή κατάφερε να βγει το 1933, λίγο πριν όμως οι ναζί πάρουν την εξουσία και απαγορεύσουν δια νόμου την προβολή της. Στη Γερμανία η ταινία προβλήθηκε ξανά μόλις το 1952.
  • Σε Ιταλία και Αυστρία η απαγόρευση προβολής κράτησε μέχρι και τη δεκαετία του 1980. Απαγορεύσεις έγιναν και σε Γαλλία και Αυστραλία (Βικτόρια).
  • Το 1937 κυκλοφόρησε ένα ελάχιστα πετυχημένο σίκουελ (The Road Back), που βασίζονταν με τη σειρά του στη μυθιστορηματική συνέχεια του Erich Maria Remarque από το 1930.

Μουσικά Παραλειπόμενα

  • Στην ομιλούσα εκδοχή δεν αναφέρεται κανένας συνθέτης, αλλά ήταν ο David Broekman υπεύθυνος για τη μουσική επιμέλεια.

Κριτικός: Γιώργος Ξανθάκης

Έκδοση Κειμένου: 26/5/2025

«Ακόμα νομίζεις πως είναι όμορφο και γλυκό να πεθαίνεις για την πατρίδα σου, έτσι δεν είναι;»

Αυτή η φράση, ένα δηλητηριώδες απόσταγμα, αντηχεί ως αιώνια κραυγή από τα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα από το απαράμιλλο αριστούργημα του Lewis Milestone, «Ουδέν Νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο». O Milestone, Ρωσοεβραίος από την Οδησσό, κάπως ξεχασμένος στο πέρασμα του χρόνου, αλλά καλός σκηνοθέτης, ειλικρινής, συνεπής, υπεύθυνος για μερικές από τις καλύτερες αμερικανικές πολεμικές ταινίες. Το 1930 συγκλόνισε τον κόσμο με ένα φιλμ που δεν ήταν απλώς μια κινηματογραφική παραγωγή, αλλά μια ωμή, σπαρακτική αντιμιλιταριστική διακήρυξη. Βασισμένο στο ομώνυμο μπεστ-σέλερ του Erich Maria Remarque (του 1929), αυτό το έργο, μια από τις πρώτες μεγάλες ομιλούσες ταινίες του αμερικανικού κινηματογράφου, εξακολουθεί να στοιχειώνει τη συλλογική μνήμη σχεδόν έναν αιώνα μετά, όντας ανατριχιαστικά επίκαιρη με τόσους πολέμους να μαίνονται γύρω μας.

Το φιλμ παραμένει πιστό στο μυθιστόρημα του Remarque, ξετυλίγοντας την τραγική πορεία μιας παρέας νέων: από την ανέμελη στρατολόγηση, την ωμή πραγματικότητα του μετώπου, μέχρι τον αναπόφευκτο, τραγικό θάνατο.

Μετά από ένα πατριωτικό κήρυγμα του καθηγητή Καντορέκ (Arnold Lucy), ο Πάουλ (Lew Ayres) και οι φίλοι του κατατάσσονται εθελοντικά στον στρατό, αγνοώντας τι τους περιμένει .Ο ψυχοπαθής Χίμελστος (John Wray), ένας ταχυδρόμος που μεταμορφώνεται σε σαδιστή λοχία, αναλαμβάνει να τους ”περιποιηθεί” στο κέντρο εκπαίδευσης. Οι ρομαντικές ιδέες περί τιμής, ηρωισμού και «εθνικής υπερηφάνειας» διαλύονται μπροστά στην κακομεταχείριση, την πείνα, τη βρομιά, τις ψείρες, τους αρουραίους. Η απώλεια φίλων, οι ακρωτηριασμοί, οι ενοχές και η συνειδητοποίηση του απόλυτου παραλογισμού του πολέμου -όπου κάθε κερδισμένο χαράκωμα χάνεται ξανά- γίνονται η καθημερινότητά τους.

Ο σαδισμός του Χίμελστος, που αποδεικνύεται δειλός και σκοτώνεται στη μάχη, αντιπαραβάλλεται με τη στοργή και τη σοφία του βετεράνου λοχία Κατζίνσκι (Louis Wolheim), μέντορα των νεαρών, που τους διδάσκει όχι μόνο πώς να επιβιώνουν στο πεδίο της μάχης, αλλά και πώς να ζουν με το αφόρητο βάρος τού να σκοτώνεις έναν άνθρωπο. Σε αυτή τη ζοφερή συνθήκη, μοναδική διέξοδος αποτελούν τα ερωτικά όνειρα, τα νοσοκομεία εκστρατείας ή οι ολιγοήμερες άδειες στον κόσμο της άγνοιας, τον κόσμο που βρίσκεται μακριά από την κόλαση.

Η ταινία δεν αφήνει περιθώρια για ρομαντισμό και ηρωισμούς. Μόνο λάσπη, αίμα, οδυνηρές κραυγές και το εκκωφαντικό βουητό των βομβαρδισμών. Σε μια σκηνή που παγώνει το αίμα, ένας από τους μαθητές προσπαθεί να περισυλλέξει το σώμα του φίλου του. «Είναι ο φίλος μου, είναι ο Μπεμ!» λέει, και ο αξιωματικός τού απαντά με κυνική ψυχρότητα: «Είναι απλώς ένα πτώμα».

Ο θάνατος αποκτά προσωπική διάσταση μόνο όταν ο εχθρός αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο. Ο Πάουλ, τραυματισμένος, βρίσκει καταφύγιο σε έναν κρατήρα. Ένας γάλλος στρατιώτης εισβάλει στον ίδιο κρατήρα. Σε πανικό, ο Πάουλ τον μαχαιρώνει. Η μάχη κρατά τους δύο άντρες παγιδευμένους όλη νύχτα. Ο Γάλλος πεθαίνει αργά, και ο Πάουλ πλημμυρίζει από τύψεις: «Αν πετάγαμε τα όπλα και τις στολές μας, θα μπορούσες να είσαι αδελφός μου». Συνειδητοποιεί το παράλογο: ο εχθρός είναι ένας άνθρωπος, με οικογένεια, με φόβο -όπως κι αυτός.

Μετά από αυτό το περιστατικό, ο Πάουλ επιστρέφει με άδεια στο σπίτι, μόνο για να βρει τον καθηγητή Κατόρεκ να συνεχίζει να ενθαρρύνει τους νέους να καταταγούν. Ο Κατόρεκ καλεί τον Πάουλ να μιλήσει στην τάξη και να διηγηθεί «ηρωικές ιστορίες». Όμως, ο Πάουλ τούς λέει την αλήθεια: οι στρατιώτες απλώς πολεμούν, προσπαθούν να μη σκοτωθούν, αλλά συχνά σκοτώνονται -και αυτό είναι όλο». Η σκηνή κορυφώνεται όταν ο Πάουλ ρωτά τον εξοργισμένο Κατόρεκ: «Ακόμα νομίζεις πως είναι όμορφο και γλυκό να πεθαίνεις για την πατρίδα σου, έτσι δεν είναι;» Και στην καταφατική απάντηση του καθηγητή, ο Πάουλ αντιτείνει: «Υπάρχουν εκατομμύρια που πεθαίνουν για την πατρίδα τους -και τι καλό βγαίνει απ’ αυτό;»

Η ταινία δεν διευκρινίζει το στάδιο του πολέμου, δημιουργώντας μια αίσθηση μονοτονίας και επαναληπτικότητας ανάμεσα στην κόλαση της μάχης και τα διαλείμματα σε ισοπεδωμένες πόλεις. Η συντροφικότητα είναι ο μόνος τρόπος επιβίωσης. Στις σκηνές μάχης, οι χαρακτήρες χάνουν την ταυτότητά τους, μετατρέπονται σε ανώνυμες σιλουέτες. Τα φρενήρη τράβελινγκ, πρωτοποριακά για την εποχή, συνοδεύουν απελπισμένες φυγές, ενώ οι αντισυμβατικές λήψεις από ψηλά αποτυπώνουν σκιές που ορμούν με τις λόγχες μέσα στα χαρακώματα. Το χάος αποδίδεται με εικόνες αποκάλυψης, ενισχυμένες από την εξαιρετική φωτογραφία του Arthur Edeson.

Οι ανάσες ανάπαυλας δίνονται με εικόνες δίχως πρόσωπα ή λόγια, όπως η σκηνή με τη σκιά του κρεβατιού και τη βουβή επικοινωνία του Πάουλ με μια Γαλλίδα. Ο ήρωας παλεύει να κρατηθεί στη ζωή, αλλά τελικά τι απομένει; Η άδεια επιστροφή στην παλιά του ζωή και η αποξένωση από όσους δεν γνώρισαν το μέτωπο. Αυτό που του έχει απομείνει είναι ο εσωτερικός του κόσμος, η χαμένη αθωότητα που θα του κοστίσει τη ζωή.

Η εφήμερη φύση της ανθρώπινης ζωής την καθιστά πολύτιμη -μια ιδέα που σπάνια έχει αποδοθεί τόσο συγκλονιστικά όσο στον επίλογο της ταινίας. Ο Πάουλ, αυτό το παιδί που κάποτε πίστεψε σε λόγια περί τιμής και πατρίδας, τείνει το χέρι του έξω από το χαράκωμα, όχι για ένα όπλο, αλλά για μια πεταλούδα. Μια στιγμή εύθραυστη, σχεδόν ιερή, σπαρμένη ανάμεσα σε σωρούς από πτώματα και κουφάρια. Ένας πυροβολισμός, ένας από εκείνους τους άσκοπους, απρόσωπους θανάτους που κανείς δεν θα θυμηθεί, τον βρίσκει. Σιωπηλά.

Ο Milestone επαναλαμβάνει με νεκρική ομορφιά ένα προφητικό πλάνο: την αναχώρηση των νέων για τον πόλεμο. Μια ελεγεία θανάτου, ένα μνημείο για εκείνους που δεν πρόλαβαν να γίνουν ενήλικες. Μέσα σε μια απόκοσμη ιμπρεσιονιστική ατμόσφαιρα, οι νεκροί στρατιώτες προχωρούν αργά, σιωπηλοί, με βλέμμα κενό. Και έπειτα… στρέφουν το κεφάλι προς την κάμερα. Προς εμάς.

Είναι ένα βλέμμα που δεν καταγγέλλει. Δεν κατηγορεί. Απλώς ρωτά.

«Γιατί;»

«Για ποιον πεθάναμε;»

«Γιατί δεν χαρήκαμε τη νιότη μας;»

Σε αυτό το βλέμμα καθρεφτίζεται η πεμπτουσία της ταινίας. Δεν είναι μόνο οι ζωές που χάθηκαν, αλλά και οι ψυχές που διαλύθηκαν, τα μυαλά που τρελάθηκαν, τα χέρια που έμαθαν να σκοτώνουν αντί να δημιουργούν. Το συνταρακτικό αριστούργημα του Milestone αποτελεί ένα ανεκτίμητο κειμήλιο για την ανθρωπότητα, μια αιώνια κραυγή ενάντια σε κάθε πόλεμο.

Βαθμολογία:

0 κακή | 1 μέτρια | 2 ενδιαφέρουσα | 3 καλή | 4 πολύ καλή | 5 αριστούργημα

Γκαλερι φωτογραφιων

24 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *