Στα περίχωρα της ερειπωμένης, αρχαίας πόλης της Καλκούτα βρίσκεται ένα ορφανοτροφείο. Η Ίζαμπελ έχει δουλέψει σκληρά για να φροντίζει τα παιδιά που ζουν εκεί. Όντας σε απελπιστική οικονομική ανάγκη για να κρατήσει το ορφανοτροφείο σε λειτουργία, έχει φαινομενικά βρει τον τέλειο ευεργέτη και πρέπει να ταξιδέψει στην Νέα Υόρκη για να συναντήσει τη γυναίκα που κρύβεται πίσω από τον πλούτο.

Σκηνοθεσία:

Bart Freundlich

Κύριοι Ρόλοι:

Julianne Moore … Theresa Young

Michelle Williams … Isabel Anderson

Billy Crudup … Oscar Carlson

Abby Quinn … Grace Carlson

Will Chase … Frank

Κεντρικό Επιτελείο:

Σενάριο: Bart Freundlich

Παραγωγή: Harry Finkel, Bart Freundlich, Joel B. Michaels, Julianne Moore, Silvio Muraglia

Μουσική: Mychael Danna

Φωτογραφία: Julio Macat

Μοντάζ: Joseph Krings

Σκηνικά: Grace Yun

Κοστούμια: Arjun Bhasin

 

  • Κυριότερη Προβολή στην Ελλάδα: Διανομή στις αίθουσες.
  • Παγκόσμια Κριτική Αποδοχή (Μ.Ο.): Μέτρια.

Τίτλοι

Αυθεντικός Τίτλος: After the Wedding

Ελληνικός Τίτλος: Μετά το Γάμο

Άμεσοι Σύνδεσμοι

Μετά το Γάμο (2006)

Σεναριακή Πηγή

Παραλειπόμενα

  • Ριμέικ της ομότιτλης ταινίας της Susanne Bier, όπου όμως οι τρεις κεντρικοί ρόλοι ήταν για διαφορετικά φύλα.
  • Η Diane Kruger ήταν η αρχική Ιζαμπέλ. Έπρεπε να αποχωρίσει επειδή δεν της έβγαινε ο προγραμματισμός της.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Κριτικός: Φίλιππος Χατζίκος

Έκδοση Κειμένου: 19/12/2019

Η Ίζαμπελ είναι μια Αμερικανίδα που ζει στην Καλκούτα επιτελώντας θαυμαστό φιλανθρωπικό έργο. Υπεύθυνη ενός οικονομικά ασθμαίνοντος ιδρύματος που φροντίζει άπορα παιδιά, έχει αφιερώσει τη ζωή της σε αυτό τον σκοπό. Κάποια μέρα δέχεται μια πρόσκληση από την Τερίζα, μια ζάμπλουτη επιχειρηματία της Νέας Υόρκης, η οποία προτίθεται να προχωρήσει σε μια τρομακτικά γενναία δωρεά, αρκεί η Ίζαμπελ να τη συναντήσει εκ του σύνεγγυς και να συζητήσουν τους ακριβείς όρους της δωρεάς. Έτσι, η παθιασμένη γυναίκα ταξιδεύει απρόθυμα στην Αμερική, όπου φυσικά τίποτα δεν ακολουθεί την αναμενόμενη πορεία.

Το εγχείρημα του Μπαρτ Φρέντλιχ δίνει ευθύς εξαρχής το στίγμα του: πρόκειται για ένα mot-à-mot ριμέικ του προ δεκατετραετίας έργου της Σουζάν Μπιέρ, με μόνη ουσιαστική διαφορά τον τόπο (Αμερική αντί για Δανία) και το φύλο του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα. Έτσι, σε μια ταινία που η εξέλιξη της πλοκής συνιστά κινητήριο δύναμη, μακάριος όποιος δεν γνωρίζει την ακριβή πορεία της υπόθεσης προτού προσέλθει στη σκοτεινή αίθουσα. Για τους υπόλοιπους, δεν υπάρχει καμία έκπληξη, κανένας άσος στο μανίκι του σκηνοθέτη. Τα πάντα είναι όχι απλώς γνώριμα, αλλά απολύτως γνωστά.

Σε κάθε απόπειρα εκ νέου ανάγνωσης ενός κινηματογραφικού έργου, ελλοχεύει ο κίνδυνος της έλλειψης αυθύπαρκτου λόγου ύπαρξης. Σε περιπτώσεις σαν την προκείμενη, αυτό είναι πιο αισθητό από ποτέ. Το ταξίδι των χαρακτήρων, οι ανατροπές, τα διλήμματα, όλα είναι πανομοιότυπα με το αρχικό υλικό, αφήνοντας τον προβληματισμένο θεατή να αναρωτιέται σε τι τον ωφέλησε μια επαναληπτική του εξαιρετικού έργου της Μπιέρ προβολή.

Για την ακρίβεια, τα πράγματα είναι ελαφρώς πιο δυσοίωνα για αυτό το φιλμ. Με την εξαίρεση των κεντρικών ερμηνειών (όπου και πάλι το δανέζικο φιλμ υπερτερεί κατά κράτος του αμερικανικού, αλλά διατηρείται ένας βαθμός αυτοτέλειας), ό,τι καλό έχει να παρουσιάσει το έργο του Φρέντλιχ πηγάζει και εκπορεύεται από τον δημιουργικό νου της Σουζάν Μπιέρ και του συνεργάτη της, Άντερς Τόμας Γένσεν. Ευτυχώς, για τον νεοϋορκέζο δημιουργό, οι ευγενείς χορηγίες των ευρωπαίων συναδέλφων του είναι ουκ ολίγες, καθώς το πρωτότυπο φιλμ είναι νοηματικά εξαιρετικά πλούσιο.

Οι τύψεις για ένα απώτερο παρελθόν που στοιχειώνει άηχα και καθορίζει τις ζωές όλων, ένα παράδοξο τρίγωνο τραγικών χαρακτήρων που παλεύει να δώσει στην αναπόδραστη μοίρα του ένα άλλο περιεχόμενο. Ένα παιχνίδισμα πάνω στην έννοια της φιλανθρωπίας, του πλούτου και της φτώχιας, της δυστυχίας που λαμβάνει χώρα τόσο στην άλλη γωνιά του πλανήτη όσο κι εντός ενός σαλονιού. Η εκάστοτε νέα αρχή, που είναι πάντα μια ψευδαίσθηση, μια οικογένεια που βασίζεται σε δεσμούς αγάπης, μακράν κραταιότερους αυτών του αίματος. Και πάνω από όλα μια άρνηση του αναπότρεπτου, κοινού για όλους, φινάλε, μια τελευταία παράσταση πριν την αυλαία, μια καλή πράξη με πολλούς αποδέκτες αλλά μηδαμινή δυνατότητα να ξεγελάσει τον θάνατο.

Και ενώ λοιπόν το gender-flip στον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα παραμένει ανεκμετάλλευτο και οι αλλαγές στον σχεδιασμό της παραγωγής δεν είναι επουσιώδεις, ο Φρέντλιχ επιχειρεί να διαφοροποιήσει το ύφος του ουσιωδώς σε σχέση με το πρωτότυπο υλικό. Ασπάζεται έτσι μια πολύ πιο ψύχραιμη μέθοδο κινηματογράφησης, ελεγχόμενη και μετρημένη, αφήνοντας την ήδη φορτωμένη ιστορία να απαγγείλει της αρετές της. Μόνο που όταν έχει υπάρξει ο χειμαρρώδης κινηματογράφος της Μπιέρ, όπου τα συναισθήματα βιώνονται μέχρις εσχάτων και οι χαρακτήρες απομένουν απογυμνωμένοι μπροστά στα μάτια των θεατών, μια προσέγγιση σαν αυτή του Φρέντλιχ μοιάζει να ματαιώνει την αληθή δυναμική της ιστορία. Ακόμα και αν η Μπιέρ στο πρωτότυπο τρέπει τον λυρισμό σε μελοδραματισμό, στην ανάγνωση του Αμερικανού το συναίσθημα εκλείπει και αυτό στερεί σε μεγάλο βαθμό την ένταση. Η αρχική χαρακτηρολογία λειτουργεί, τα κίνητρα των χαρακτήρων γίνονται σαφή και κατανοητά, αλλά ποτέ δεν προκαλούν την έκρηξη στην καρδιά του θεατή.

Βαθμολογία:


Γκαλερι φωτογραφιων

12 φωτογραφίες

Μοιραστειτε ενα σχολιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.